Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Λυγερή

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Η ΛΥΓΕΡΗ

Α’ Η ΚΥΡΑ-ΠΑΓΩΝΑ

– Φεύγα, ρουσούμπελη, σε κυνηγά η φωτιά, το στουρ­νάρι, και ο πρυόβολος· – σύρε στ’ άγρια όρη, στ’ άγρια βουνά!…

Η κυρα-Παγώνα, ορθή πλησίον ενός παραθύρου του χαμηλού σπιτιού της, σκυμμένη επάνω εις την μελανιασμένην χείρα μεσοκόπου ανδρός, εσούφρωνε τα μαραμένα χείλη της κι εψιθύριζε με σιγαλήν, ως ανεμοφύσημα φωνήν:

– Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρ­νάρι, και ο πρυόβολος· – σύρε στ’ άγρια όρη, στ’ άγρια βουνά!…

Και συγχρόνους με τας ξηράς και ολοτρέμους χείρας της ετσακμάκιζε τινάζουσα πλήθος σπινθήρων, προσπαθούσα δι’ αυτών και των εξορκισμών της να διώξει το πάθημα.

Η κυρα-Παγώνα ήτο γνωστή εις όλον τον δήμον Μυρτουντίων και μακρύτερον ακόμη ως γόησσα διαφόρων ασθενειών. Ο γόης και η γόησσα είναι ανάγκη εις τα χω­ρία, όπως και ο πάρεδρος· διά τούτο δεν λείπουν από καθένα δύο και περισσότεροι τοιούτοι, αρσενικοί ή θηλυκοί· αλλ’ η κυρα-Παγώνα ήτο ανωτέρα όλων διά την επιτυχίαν των γοήτρων και την ποικιλίαν των γνώσεων της. Αν η γριά Ζωγάκαινα, λόγου χάριν, ήξευρε να δένει και να λύνει τ’ αμπο­δέματα κι έφερε, τρανόν σημάδι της ικανότητός της, ορμαθόν κλειδιών εις την ζώνην της· και η θεια-Κωσταντινιά να ιατρεύει διά βοτάνων τους γεράδες· αν ο Πέτρος Νυχάκης, ο επιλεγόμενος Ζούδιαρης, κατόρθωνε να βγάνει από τους ανθρώπους και να καρφώνει εις τους κορμούς των δένδρων τα ζούδια· και ο Μαστροθειοχάρης, ο κτίστης, να κτίσει τους ίσκιους εις τους τοίχους των νέων σπιτιών· αν η Ασήμω η Μπραζερόνυφη, η Ρίχτισσα, ήξευρε να ρίχνει εις τ’ άστρα και να μαντεύει τα μέλλοντα· και η Ρουχιτσοπούλα η Κεβή να βλέπει ως αλαφροΐσκιωτη και να συνομιλεί με τα στοιχειά, η κυρα-Παγώνα, ως μυθική δύναμις, εσυμμάζωνεν όλα ταύτα και άλλα πολλά ακόμη εις τας γεροντικάς χείρας της. Καμιά αρρώστια δεν ήτο μυστική εις αυτήν κανέν αερικόν πάθημα δεν διέφευγε την δικαιοδοσίαν της. Εκτός της ρουσούμπελης, εγήτευε τον σπλήνα, τις παραμαγούλες, τον στυλίτην, τον πονοκέφαλον, τον στρόφον, το λίθωμα των βυζών. Εξόρκιζε το μάτιασμα, «είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνο» επήρχετο, διώκουσα αυτό «σε μέρη ακατοίκητα, σε ριζιμιά λιθάρια»· το ανεμοπύρωμα, προστάζουσα τους λόγους της να το σηκώσουν, «όπως ο ήλιος τα παιγνίδια της νυχτός»· τον πονόματον, τον οποίον διά συνδρομής της ασημένιας Παναγιάς έρριπτεν εις τα βάθη της θάλασσας, διά να καθαρίσει και λάμψει το φως του πάσχοντος, «όπως ο ήλιος καλοκαιρινής ημέρας»· την λιμόκαψαν, επίβουλην αρρώστιαν, η οποία ρέβει τον άνθρωπον και τον αφανίζει ολίγον κατ’ ολίγον, όπως το σκουλήκι που φωλιάζει εις τον κορμόν του δένδρου, δένουσα αυτήν δι’ αλύτων δεσμών πέραν εις τα δάση και καταρωμένη «να φύγει από τις εβδομήντα δύο φλέβες του αρρώστου και τους αρμούς του όλους και να πάρει τα βάθη της θάλασσας, και να μετρήσει τον άμμο της θάλασσας και των δέντρων τα φύλλα και να γυρίσει πίσω!… Να φύγει από τις εβδομήντα δύο φλέβες του, να πάει στα όρη, στα βουνά, πίσω του ήλιου, που σκύλος δε βαβίζει· να φάει από το κρέας του, να πιει από το αίμα του και να γυρίσει στις εξήντα εννιά τ’ Αυγούστου»!

Και δεν διέφερε μόνον εις τούτο από τους άλλους συντεχνίτας της η κυρα-Παγώνα, αλλά και εις τα μέσα, τα οποία μετεχειρίζετο διά την επιτυχίαν του σκοπού της. Οι άλλοι εγνώριζον ένα ή δύο μόνον εξορκισμούς, τους οποίους έμαθον από άλλους παλαιοτέρους και μετεχειρίζοντο ασυνειδήτως. Η γραία όμως διά κάθε πάθημα είχεν ιδιαίτερον εξορκισμόν και εις διάφορον είδος λόγου, πεζόν ή έμμετρον εις ιάμβους ή αναπαίστους είτε εις ερωταποκρίσεις, καλούσα βοηθούς πότε «τον αφέντη το Χριστό» και «την Παναγιά τη Δέσποινα»· τον Αϊ Λευτέρη και τον Αϊ Χαράλαμπο και την αγία Βαρβάρα· πότε κάμνουσα συμβούλια από κορίτσα μονοσάνδαλα, «που γελούν και χαρχατουρίζουν», και καλογήρους, «που σέρνονται τ’ αχα­μνά τους στη γη»· και άλλοτ’ επικαλουμένη την αντίληψιν των δαιμόνων, των αριθμών και των εβραϊκών ρητών, αδελφώνουσα επί των πασχόντων μελών τον σταυρόν με την πεντάλφαν και λέξεις του «Πιστεύω» με βαρυτάτας βλα­σφημίας.

Και όχι μόνον ανθρώπους ή κτήνη, ζώντα τέλος πρά­γματα, ήξευρε να ιατρεύει η ογδοηκοντούτις γραία, αλλά και χωρία ολόκληρα να σώζει από επιδημίας. Προ καιρού, όταν η Ευλογιά εθέριζεν όλα τα χωρία του Κάμπου, αύτη κατόρθωσε να κρατήσει αμόλυντα τα Λεχαινά. Έκραξε σαράντα μονοστέφανες και τις έβαλεν εις την αυλήν του σπιτιού της να κλώσουν βαμπάκι. Τρία ημερόνυκτα έκλωθαν το βαμπάκι κάτω από την άγρυπνον επιτήρησιν και τον χείμαρρον των εξορκισμών της. Έπειτα εζήτησε κερί κί­τρινο, παρμένο από σαράντα αγνά μελισσοκούβελα, εκέρωσε με αυτό τις κλωστές και μίαν σκοτεινήν νύκτα μόνη της έζωσεν απ’ έξω την κωμόπολιν κι έδεσε τον κόμπον εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου, του πολιούχου. Η ζώνη εκείνη εμπόδισε την αρρώστια να εισέλθει εις την κωμόπο­λιν. Ένα μόνον σπιτάκι κατά την Σουλεϊμανόστρατα, το οποίον δεν έκλεισεν εις την προστατευτικήν της ζώνην η γραία είτε από αμέλειαν είτε επίτηδες, ευθύς την επομένην η αρρώστια το εθέρισε.

Από τότε εκέρδισε την εμπιστοσύνην και τον σεβασμόν όλων, ανδρών και γυναικών, κι έτρεχον καθ’ ημέραν εις το σπιτάκι της υγιείς μετά πασχόντων, όπως εις την αγίαν Παρασκευήν οι «κουτσοί στραβοί» του ρητού. Και δεν ήρχοντο μόνον εντόπιοι, αλλά και ξένοι πολλοί από τα γύρω χωρία, απηλπισμένοι από τους ιδικούς των γόητας. Από τούτους δε άλλοι επέστρεφον εις τα χωρία των διά να εκτελέσουν τας παραγγελίας της. Άλλοι όμως, όσοι είχον ανάγκην της επιβλέψεώς της, έμενον εκεί νοσηλευόμενοι και τροφοδοτούμενοι παρ’ αυτής. Τούτο προ πάντων επέ­συρε την συμπάθειαν και τον σεβασμόν των χωρικών και η ομολογουμένη αφιλοκέρδειά της. Η αμοιβή της ήτο ελα­χίστη, περιοριζομένη συνήθως εις μερικά χάλκινα νομίσματα, εις ολίγ’ αυγά, εις απλοχεριές αραβοσίτου διά τις κότες της και εις διαφόρους καρπούς κατά τας εποχάς. Κι εκ τούτων πάλιν τα περισσεύματα εμοίραζεν εις τους πτωχούς, ελεούσα και δι’ αυτού του τρόπου. Οικογένειαν δεν είχεν· ήτο καταμόναχη, δεν υπανδρεύθη εξ ιδιοτροπίας και διεδέχθη εις την τέχνην την μητέρα της, διάσημον του καιρού της και αυτήν. Δύο τρεις μακρινούς συγγενείς είχεν εις την Αχαΐαν, αλλά δεν εφρόντιζε δι’ αυτούς. Ελησμόνει, όπως την ελησμόνουν… Αι γυναίκες της γειτονιάς την επεριποιούντο διαδοχικώς· αι δε παρθένοι επεμελούντο το σπιτάκι και τον ρουχισμόν της. Διά τούτο δεν είχε λόγον η κυρα-Παγώνα να φροντίζει περί της παρούσης ζωής κι εφρόντιζε μόνον περί της μελλούσης. Κοπιάζουσα διά το καλόν των άλλων, ήτο βεβαία ότι προηγόραζε μίαν γωνίαν εις τον Παράδεισον, όπου θ’ ανέπαυε μετά θάνατον την αμαρτωλήν ψυχήν της. Και δεν ήτο βεβαίως αμαρτωλή η ψυχή της· κάθε άλλο. Ήθελεν όμως με αυτόν τον λόγον να δεικνύει ταπεινοσύνην η κυρα-Παγώνα.

– Κάνω καλό για την ψυχή μου· έλεγε συχνά εις τους πελάτας της. Σαν πεθάνω, να ερχώστε να μου ανάβετε κάνα κερί!…

Η κυρα-Παγώνα δεν είχεν ωρισμένην ώραν διά τους ασθενείς της. Οποιανδήποτε ώραν της ημέρας είτε της νυ­κτός έσπευδεν εις εξάσκησιν του επαγγέλματος της. Εύρισκεν ευχαρίστησιν εις την εργασίαν· της άρεσε να βλέπει γύρω της ασθενείς γογγύζοντας και ζητούντας την βοήθειάν της. Και τούτο, όχι διότι ήτο χαιρέκακος αλλά διότι ηναγκάζετο να κάμνει περισσότερον καλόν και να κουράζει περισσότερον το σώμα της το φθαρτόν, το αηδές, το οποίον έδωκεν η φύσις εις τον άνθρωπον διά να δεσμεύει την ψυχήν του. Η γόησσα, τακτικός φοιτητής της εκκλησίας, ελεύθερος ερμηνευτής των εκκλησιαστικών κανόνων, εφρόντιζε πάν­τοτε να εφαρμόζει τούτους επί του ατόμου της. Μπα, κι ο αφέντης ο Χριστός έτσι αγωνιζότουν κι εκοπίαζε για τον κόσμο!. . .

Αίφνης παρατηρήσασα έξω είδε νέαν χωρικήν προσερχομένην με μικρόν παιδί εις τας αγκάλας. Η πελατεία ηύξανε.

– Καλώς την Ανθή μου! εφώναξε προθύμως.

– Καλό να ’χεις, θεια· απήντησεν η λυγερή με χαμόγελον εις τα χείλη – το αιώνιον εκείνο χαμόγελον της χω­ρικής, που εκφράζει δειλίαν και αφέλειαν συγχρόνως.

Και, διά να μη ταράξει την γραίαν εις το έργον της, η Ανθή εκάθησεν έξω επί του κατωφλίου, λαβούσα επί των γονάτων το παιδίον και φροντίζουσα να καθησυχάσει το κλάψιμόν του.

Η Ανθή ήτο τέλειος τύπος μιας λυγερής του χωρίου. Είχεν υψηλόν και ανδρικόν κάπως το ανάστημα· το στήθος εύρωστον την μέσην περισφιγμένην και λυγεράν. Η κε­φαλή της ωραία, εστηρίζετο επί λείου τραχήλου χυνομένου επί πλαστικωτάτου κορμού. Είχεν ηνωμένα μαύρα φρύδια, κάτω των οποίων μάτια κατάμαυρα, γεμάτα από λάμψιν και μυστήριον, εκρύπτοντο οπίσω από μικράς βλεφαρίδας. Είχε την μύτην εύγραμμον, με πτερύγια ομαλώς καμπυλωτά, ανακινούμενα εις ανησυχίας στιγμήν. Το στόμα της μικρόν, δακτυλιδένιον στόμα, μ’ ένα χαμόγελον επάνω του, το οποίον ηύξανε την καλλονήν, όπως σταγών δρόσου αυξάνει την καλλονήν του ρόδου. Κι έφερε με χάριν επάνω της η λυγερή φουστάνι από κλαδωτήν διάναν ολιγόπτυχον και σάκον ομοιόχρωμον, σφιγμένον εις το στήθος και τους καρπούς των χειρών. Είχε την κεφαλήν ασκεπή, με τα κατάμαυρα μαλλιά χωρισμένα εις την μέσην και οπίσω πίπτοντα εις δύο πλεξίδας μακράς, ζευγαρωμένας εις τ’ άκρα διά κυανής ταινίας. Απ’ όλου αυτής του σώματος, όπως εκάθητο, και της απλής ενδυμασίας της, πτυχουμένης εδώ κι εκεί, και με τας χείρας συνηνωμένας περί το παιδίον, με την ρεμβώδη έκφρασιν της αναμονής επί του προσώπου, εφαίνετο αρχαίας Ελληνίδος άγαλμα, ζητούσης φιλοξενίαν. Ο νους της ηκολούθει την φοράν του βλέμματος, το οποίον διέτρεχε την χαλικώδη αυλήν, το πηγάδι με τα κρημνισμένα χείλη του δεξιά, την πυκνόφυλλον συκήν αριστερά, υψηλά την μουχλιασμένην σκεπήν γειτονικού σπιτιού, χρυσουμένην υπό του δύοντος ηλίου, και ανεπαύετο απέναντι επί του κονιορτώδους δρόμου. Τα παιδία της γειτονιάς, διαφόρου ηλικίας και φύλου, ποικίλων μορφών κι ενδυμασίας, έπαιζον εις τα Θεμέλια του Μανώλη κι ηλάλαζον εν χορώ κροτούντα τας χείρας, λιχνίζοντα το χώμα. Άλλα έτρεχον εν τριποδισμώ επί καλαμίνων αλόγων ακούραστα, ως να μη εφέροντο επί των ιδικών των ποδών· άλλα έπαιζον τ’ ασίκια και άλλα περιεφέροντο εν βομβούση και πολυταράχω συνα­γωγή.

– Ιδές τα παιδάκια που παίζουν ω, τα παιδάκια!… έλεγεν η Ανθή από καιρού εις καιρόν, δεικνύουσ’ αυτά εις το μικρόν διά ν’ αποσπάσει τον νουν του από το κλάψιμον· – το σιγαλόν εκείνο και αδιάκοπο κλάψιμον των μικρών, που καταθλίβει την ψυχήν και φέρει νάρκην, όπως η ψιλή ψιλή και ακατάπαυστη βροχή.

Αίφνης ανεπήδησεν η καρδία της και το πρόσωπόν της έγινε κατακόκκινον. Ο Γιώργης Βρανάς διήρχετο τον δρόμον. Την είδεν εκεί καθημένην κι έρριψεν επάνω της δύο τρία λοξά βλέμματα χαμηλώσας την κεφαλήν πλήρης ταραχής, εντρεπόμενος και αυτός διά τούτο. Δεν ηδύνατο όμως να κρατήσει την χαράν του. Ήθελε κάτι να είπει, αδιαφόρως δήθεν, αλλά πάντοτε προς αυτήν ν’ αποτείνεται· να δείξει ότι την παρετήρησεν, ότι ήτο ευτυχής, ω, πολύ ευτυχής δι’ αυτό το συναπάντημα και θα ήτο ευτυχέστερος, αν εχάνετο όλος ο κόσμος γύρω, όλη η πλάσις, όπως δυνηθεί και την πλησιάσει διά μίαν στιγμήν. Αίφνης εφάνη άλλος συνομήλικός του νέος, ερχόμενος αντιθέτως, και, με την φωνήν του βιάζοντος εαυτόν να λαλήσει, δήθεν χαριτολογών, δήθεν ειρωνευόμενος, εφώναξε προς αυτόν:

– Ε, βλαμάκι! τι μου γλυκοπικρογίνεσαι;…

Αλλ’ ευθύς, ως ν’ απεκαλύφθη ο σκοπός του, ως να επροδόθη διά της εναφωνήσεως εκείνης, εσκοτίσθη, εχαμήλωσεν ακόμη περισσότερον την κεφαλήν κι ετάχυνε το βήμα, στέλλων τους χαιρετισμούς εις την καλήν του δι’ αλλεπαλ­λήλου κροταλισμού του μαστιγίου του.

Και ούτος όμως ο χαιρετισμός δεν ήτο δυσάρεστος εις την Ανθήν. Έκαστος κτύπος έθιγε την καρδίαν της ευαρέστως, μακαρίως, διότι ήτο εξομολόγησις των αισθημάτων του Γιώργη· διηρμήνευε την ψυχήν του αυτήν, απαλήν, τρυφεράν ψυχήν νέου χωρικού, αγλαϊσμένην υπό του έρωτός της. Κι ενώ τώρα η Ανθή ανέμενεν εις τόσον άχαριν εργασίαν την γραίαν, ανεθεμάτιζε τον άγνωστον εκείνον, που εκράτει αυτήν τόσην ώραν! Αν δεν ήτο αυτός, εκείνη θα είχε τελειώσει τώρα τον εξορκισμόν της και η Ανθή θα ήτο ελευθέρα ν’ ακολουθήσει απ’ οπίσω τον Γιώργην επι­στρέφουσα εις το σπίτι. Ένας ήτο ο δρόμος των, και ήτο έρημος αυτήν την στιγμήν, εις την σκιάν της εσπέρας.

Ηδύνατο λοιπόν χωρίς να παρατηρηθεί από κανένα να καμαρώσει με άνεσιν το λυγερόν κορμί του νέου χωρικού. Αλλ’ η τύχη, που είναι ο κυριότερος βοηθός του έρωτος, δεν τα φέρει δεξιά εις αυτήν… Αχ, και να τον ήξευρε ποιος κακο­μοίρης ήτο μέσα! . ..

– Πώς πάει το παιδί, θυγατέρα; ηκούσθη αίφνης η φωνή της γοήσσης.

– Πώς να πάει, θεια μου; απήντησεν η λυγερή αναστρέψασα την κεφαλήν. Το έφερα κι απόψε να ιδούμε τι θ’ απογένει.

Αλλ’ αίφνης διεκόπη ιδούσα εξερχόμενον τον Νικολόν, τον υπηρέτην και μισοσύντροφον του πατρός της εις το μπακάλικον. Ήτο κοντόχονδρος, φορών άσχημα ευρωπαϊκά φορέματα εκ ριγωτού διπλαρίου, από εκείνα που υφαίνουν εις την Ζάκυνθον, κι έφερε την αριστεράν χείρα εντός κόκκινου μανδηλίου, κρεμασμένου από του λαιμού του. Εξερχόμενος ο χωρικός εγύρισε και απέτεινεν αστείον δήθεν χαιρετισμόν εις την λυγερήν:

– Τι έχουμε, κυράτσ’ Ανθή; Δε φοβάσαι να μην κρυώσει ο κώλος σου;…

– Ω, σιορ Νικολέτο!… είπεν αύτη μορφάζουσα εμπαικτικώς.

Αλλ’ εθύμωσεν, αληθινά εθύμωσεν η νέα, μόλις είδεν ότι αυτός ήτο, που εκράτει τόσην ώραν την κυρα-Παγώναν. Πάντοτε ο Νικολός ήτο ο κακός δαίμων του έρωτός της. Φαίνεται ότι είχεν εννοήσει κάτι και πάντοτ’ επέβλεπε τα κινήματα της Ανθής· πάντοτε διά της παρουσίας του, είτ’ εκ προμελέτης είτε τυχαίως, παρενέβαινε μεταξύ των βλεμ­μάτων αυτής και του Γεωργίου! Μίαν μάλιστα φοράν, την πρώτην φοράν που ηθέλησε να ομιλήσει από το παραπόρτι του κήπου εις τον Βρανάν, ν’ αλλάξουν δύο λόγια διά να ελαφρώσει η πονεμένη των καρδιά, μόλις ήνοιξε το στόμα της κι αίφνης, εις την μέσην του ερήμου δρόμου, εφάνη αυτός ο Χονδρονικολός, σαν να τον έφερεν ο διάβολος εμπρός των… Να χαθεί ο σιχαμένος, να χαθεί!…

– Όλο για το Νικολό κλώθεις. . . Άμ’ θα ’ρθ’ η ώρα!… είπεν η κυρα-Παγώνα προς την Ανθήν πονηρώς χαμογελώσα.

Κι επλησίασε το παιδί, αποπειρωμένη ν’ ανοίξει το στόμα του. Αλλ’ είχε τόσον παράδοξον όψιν η γεροντική μορφή της, με τας βαθείας και πολυγράμμους ρυτίδας, τας ψαράς και κατσαράς τρίχας των κροτάφων, το μαύρον φακιόλι, διά του οποίου συνεκράτει επί της κεφαλής το φέσι, τ’ οξύ και γυριστό πηγούνι, και με τα μεγάλα ματο­γυάλια, των οποίων τα άρθρα μόλις συνεκράτουν πολύ­χρωμα νήματα επί της πρησμένης της μύτης, ώστε το παιδίον ετρόμαξε κι έκρυψεν εις τον κόλπον της Ανθής την κεφαλήν του.

– Ουμ! εψιθύρισεν η γραία μορφάζουσα. Δίχως φίλεμα τίποτα δεν κάνουμε.

Η κυρα-Παγώνα εγνώριζεν εκ πολυχρονίου πείρας διά τίνος μέσου πείθονται τα μικρά να δεικνύουν τα πάσχοντα μέλη των και να υποφέρουν τον πόνον αγογγύστως. Αφήσασα προς στιγμήν το παιδίον, εισήλθεν εις το σπίτι και ήνοιξε μικρόν κιβώτιον, από του οποίου οσμή μοσχοβο­λούσα ανέβη κεντήσασα την μύτην της εις ελαφρόν πτάρνισμα. Εις το βάθος του κιβωτίου υπήρχον διάφοροι καρποί: μήλα με σιγαρόχαρτον επιμελώς τυλιγμένα· κυδώνια μαρα­μένα όχι ολιγώτερον της ιδικής της μορφής· καρύδια σκορ­πισμένα και αμύγδαλα και σωροί σταφίδος. Η γραία έλαβε χούφταν καρυδιών κι επέστρεψε προς το παιδίον κροταλίζουσα αυτά εις την παλάμην.

– Έλα, καλώς το· είπε με θωπευτικήν φωνήν.

Το παιδί έστρεψε την κεφαλήν εις τον κροταλισμόν και επείσθη ν’ ανοίξει το στόμα του.

– Πάει να στρίψει· εψιθύρισεν η γραία βλέπουσα μετά προσοχής.

Το στόμα του παιδιού έπασχεν από άφθας, τα υπόλευκα εκείνα φακοειδή ογκίδια, τ’ απαντώμενα συχνά κατά την παιδικήν ηλικίαν. Η κυρα-Παγώνα διέγνωσε το πάθημα και από δύο ημερών εξόρκιζεν αυτάς καθ’ εσπέραν. Και ενώ πριν το μικρόν δεν ηδύνατο καθόλου να κινήσει το στόμα του, ούτε να δεχθεί τίποτε εντός αυτού, τώρα εβελτιώθη σημαντικώς η θέσις του. Δεν έμενεν ακόμη παρά η εσπέρα εκείνη διά να συμπληρωθεί το τριήμερον, το οποίον απαιτείται διά ν’ αποβεί αποτελεσματικός ο εξορκισμός.

Η κυρα-Παγώνα ήλθε φέρουσα ποτήριον γεμάτον νερό εις την αριστεράν χείρα και εις την δεξιάν εις σχήμα τρικηρίου τρεις αναμμένες κληματόβεργες εφτάκομπες. Η γραία εφρόντιζε δι’ όλα ταύτ’ από πριν και τ’ αποθήκευεν εις τα ερμάριά της. Το νερόν έπαιρνε πάντοτε αμίλητον την αυγήν, κρατούσα οπίσω τας χείρας μετά του αγγείου, όπως και τα διάφορα κούτσουρα, τα καιόμεν’ αδιακόπως εις την γωνίαν της, εσύναζε κατά νύκτας σεληνοφωτίστους ή σκοτεινάς, ξηράς ή βροχεράς, αναλόγως των παθήσεων διά τας οποίας της εχρησίμευον. Τα ζώα τα συρόμενα επί της γης και τα πτηνά τα διασχίζοντα τους αιθέρας· τα κολυμβώντα εις τα νερά και τα διαβιούντα εις τους βάλτους ή τα κουφώματα των δένδρων και τας σχισμάδας των πετρών πάντα τα ξύλα και τα φύλλα· τους χυμούς και τας ρίζας και τους καρπούς· τους ανέμους όλους· τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας· τους μαύρους της νυκτός πέπλους και τας μεσημβρινάς ώρας του καλοκαιριού· τας διαφόρους φάσεις της σελήνης και τον χάλυβα και το πυρ και το χρώμα των εικόνων και το λάδι των κανδηλών, όλα κατόρθωνε να τα καθυποτάσσει η μάγισσα, ν’ αλλάζει την φυσικήν των ιδιότητα, να εξάγει και από τα κακοποιά ακόμη αγαθά αποτελέσματα διά την ανθρωπότητα.

Η κυρα-Παγώνα επροχώρησε πλησίον του πηγαδίου μακράν της νεάνιδος και του μικρού κι εστάθη κάτω της σκοτεινής συκής ακίνητος, μόλις τα χείλη ανακινούσα και ατενίζουσα τον ουρανόν. Ο ήλιος προ μικρού είχε δύσει και ο ουρανός έλαμπεν όλος ελεύθερος συννέφου, κατα­γάλανος υπό της ανταυγείας. Μόλις πού και πού εις το αργυρόν ημίφως ανεφαίνοντο αστέρες τινές ευάριθμοι με λευκόν υποτρέμον φως ακόμη.

Η μάγισσα ηρεύνησε τον ουρανόν σοβαρά, ως Χαλδαίος θέλων να εμβαθύνει εις τα μυστήρια της φύσεως. Αίφνης η όψις της ηγαλλίασε και το βλέμμα της προσηλώθη ατενές εις τον Πολικόν αστέρα, τον αστέρα τούτον των ναυτιλλομένων και των μαγισσών.

– Τ’ άστρι της Κλαδευτήρας κι ο γυιος μου ο γυιόκας μου να πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα! εψιθύρισε με χαμηλήν φωνήν.

Κι εβύθισε την μίαν κληματόβεργαν εντός του ποτηρίου. Ηκούσθη βραχύς συριγμός και η γραία έριψε την κληματόβεργαν σβησμένην άνω του ώμου της, προς τα οπίσω.

– Τ’ άστρι της Κλαδευτήρας κι ο γυιος μου ο γυιόκας μου να πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα! επανέλαβε πάλιν στραφείσα εις αντίθετον διεύθυνσιν.

Κι έσβεσε την δευτέραν κληματόβεργαν. Αφού δ’ έπραξε το αυτό και διά την τρίτην, η κυρα Παγώνα έφερε το νερόν κι επότισε το παιδί.

– Τις γείτσες σου! ηυχήθη.

Και, χωρίς να προσέξει εις τας ευχαριστήσεις και τας θερμάς δεήσεις, όσας η νεάνις ευγνωμονούσ’ απηύθυνεν εις τον Παντοδύναμον διά την ψυχήν της, η κυρα-Παγώνα έλαβεν από του παραθύρου μικράν μαύρην χύτραν κι επλησίασε το παιδί. Διότι, εκτός των εξορκισμών της, η γραία εις πολλάς παθήσεις εδέχετο συνεπικούρους και αλοιφάς και φάρμακα διάφορα. Το μικρόν κατακαπνισμένον σπιτάκι της δεν ήτο μόνον θεραπευτήριον, αλλά και βοτάνων αποθήκη. Εντός τριών χαμηλών ερμαρίων περιέκλειε δέσμας απεξηραμένων φυτών, τα οποία αυτή ανεκάλυψε· ρίζας βαρυόσμους, των οποίων την θεραπευτικήν δύναμιν αυτή μόνη εγνώριζεν· εργαλεία χειρουργικά, κατεσκωριασμένα εξ αι­μάτων και πύου· έμπλαστρα διαφόρου μεγέθους, τολύπας βάμβακος και ξαντού. Μικρά υέλινα δοχεία εφύλασσον το βάλσαμον, τα μεταξώδη εκείνα λευκά πούπουλα, τ’ απο­σπώμενα από του στήθους των αγριοχήνων και ικανά να κρατήσουν το ορμητικώτερον ρεύμα του αίματος και να επουλώσουν πάσαν πληγήν. Χύτραι μικραί μετά μεγάλων έφερον διάφορα εκχειλίσματα και βάμματα και αλοιφάς ικανάς να κατατρώγουν τας σαπισμένας σάρκας, να ρευστο­ποιούν τα κόκαλα, ν’ αποσυνθέτουν τας τρίχας, να διαχω­ρίζουν τους υμένας, να ισοπεδώνουν και τας πλέον παλαιωμένας υπερσαρκώσεις. Η χύτρα την οποίαν εκράτει τώρα η κυρα-Παγώνα είχε ροδόμελι, τον υπόξανθον εκείνον και γλυκάζοντα πολτόν, τον οποίον μόνη κατεσκεύαζε, ανακατεύουσα μοσχοκάρυδα και συκάμινα μετά φύλλων ρόδου και μέλιτος και όξους και αποβράζουσα εν χωματίνω αγγείω. Δι’ αυτής η γραία της στυπτικής και καυτηριώδους αλοιφής επέχριε μετά τον κατάλληλον εξορκισμόν τους πάσχοντας λαιμούς και τας άφθας.

Μόλις η κυρα-Παγώνα επεράτωσε την επίχρισιν του στόματος του παιδιού, και η Ανθή εσηκώθη να φύγει.

– Όχι, κάτσε, καημένη, λιγάκι· είπεν η γραία με θωπευτικήν φωνήν. θα σου πω γι’ αυτό που συλλογιέσαι.

Και την ητένισε με βλέμμα παράδοξον, μ’ ένα χαμόγελον σατανικόν εις τα χείλη, το οποίον εκάρφωσεν επί του κατωφλίου την λυγερήν. Εντροπή κατέλαβεν αίφνης αυτήν και η καρδία της ήρχισε να κτυπά εν προσδοκία υψίστη. Δι’ αυτό που συλλογίζεται θα της ομιλήσει αληθινά! Ρίχνει λοιπόν εις τ’ άστρα η κυρα-Παγώνα και μανθάνει τα κρυφά συναισθήματα των ανθρώπων! Πώς ήτο δυνατόν να γνωρίζει εκείνο, που αυτή συλλογίζεται κατ’ εκείνην την στιγμήν! Εκείνο, που έχει εις της καρδίας τα βάθη και δεν τολμά ούδ’ αυτή η ιδία να φέρει εις τα χείλη της! Και τι τάχα θα της είπει; Τι μέλλει ν’ ακούσει από το στόμα εκείνο, που δεν ανοίγει παρά μόνον διά να τινάξει ορμαθόν εξορκι­σμών; Τι μέλλει ν’ ακούσει περί του αγαπημένου της; Ήτο αληθινά περίεργος να μάθει. Εφοβείτο όμως, μήπως ομιλήσει πολύ ελευθέρως περί του Γιώργη, περί του έρωτός της η γραία, κι εκυμαίνετο μεταξύ της ιδέας να μείνει και, να μη μείνει, προτιμώσα το εν και το άλλο διαδοχικώς.

– Όχι, θα πάω, θεια μου· θα πάμε στο πανηγύρι αύριο κι έχουμε δουλειές· είπε πηδήσασα αίφνης ορθία.

– Τα βαφτίσια θα ‘χετε;

– Ναι.

Αλλ’ ενώ έλαβε την απόφασιν να φύγει εκοντοστέκετο, μετανοούσα κι ευχομένη, όπως την κρατήσει η γραία και της ομιλήσει δι’ εκείνο, που της υπεσχέθη εις την αρχήν. Η κυρα-Παγώνα εμάντευσεν ευθύς κι εχαμογέλασε προσβλέπουσα αυτήν σταθερώς. Η Ανθή εθύμωσε διά τούτο κι εκοκκίνισεν ακόμη περισσότερον, εννοήσασα ότι απεκα­λύφθη η αδυναμία της. Μα πώς τα μαντεύει αυτά που έχει σφαλισμένα μέσα της, η μάγισσα! ε;

– Άκουσε, κόρη μου· το καλό που σου θέλω· ν’ αφήσεις αυτήν την πετριά. Ο Νικολός είναι γαμπρός κι όπου καλό μου θέλει!

Έτσι απήντησεν η κυρα-Παγώνα εις την ενδόμυχον εκείνην ερώτησιν της λυγερής. Και το γραώδες ερευνητικόν βλέμμα της έφερεν άνω κάτω τον νουν της παρθένου. Πετριάν; Ποίαν πετριάν έλεγεν η γραία; Ν’ αλλάξει τον Γιώργην με τον Νικολόν;

– Αφ’σ’ τα λόγια, θεια-Παγώνα! εψιθύρισεν η λυ­γερή εν αδημονία.

– Γιατί, θυγατέρα; Του σπιτιού σας άνθρωπος ο Νικολός!

Η Ανθή έμεινε κατάπληκτος. Δεν το είχε σκεφθεί ποτέ, ότι ο Νικολός, ένα τιποτένιο μπακαλόπαιδο, ηδύνατο να έχει δικαιώματα επ’ αυτής, απλώς και μόνον διότι ήτο άνθρωπος του σπιτιού της. Αλλ’ η κυρα-Παγώνα ήρχιζε να υποστηρίζει, ότι τούτο ήτο αρκετή υποχρέωσις. Και μετ’ ολίγον ανέλαβε πρόσωπον προξενητρίας και ήρχισε να ομιλεί, με σοβαρότητα αξίαν του θέματος, περί του μέλ­λοντος γαμβρού, πλουτίζουσα αυτόν με παντός είδους αρε­τάς. Εύρισκε χάριν και κομψότητ’ απαράμιλλον εις όλα: εις το κοντόν ανάστημα, την εξέχουσαν κοιλίαν, την κολοκυθένιαν μύτην, το εξανθηματικόν πρόσωπον του Νικολού.

Αι προξενήτριαι έχουν την χάριν του λόγου και την πειστικότητα φυσικήν, ως να εγεννήθησαν επίτηδες δι’ αυτό το έργον. Έχουν πάντοτε την καλωσύνην να ομολογούν, ότι αύται είναι αι μόνοι καλοθεληταί των ανθρώπων. Κο­πιάζουν, όχι διά τίποτε άλλο, παρ’ απλώς διά να κάμουν ένα καλόν που περνά από τα χέρια των. Βλέπουν τον γαμβρόν τόσον καλόν γνωρίζουν την νύμφην τόσον αγαθήν κι έχουν πεποίθησιν ότι αυτοί οι δύο θα κάμουν ένα αγγελικόν ανδρόγυνον. Διατί λοιπόν, Θεέ μου και Κύριέ μου, να μη φροντίσουν να το τελειώσουν! Θα κάμουν ένα καλόν, μεγάλο καλόν εις τους νέους, εις τας οικογενείας των, και θ ανα­παύσουν και αύται την ψυχήν των. – Διότι πάντοτ’ αι προξενήτριαι διά την ψυχήν των εργάζονται. Μία γωνία εξησφαλισμένη από πριν εις τον Παράδεισον είναι μικρόν πράγμα; Η ιδέα μόνη, ότι θα ζει η ψυχή μεταξύ πτερωτών αγγέλων και θα πλανάται αμέριμνος και ήσυχος εις τερπνούς λειμώνας, μεταξύ αγνών εκ γάλακτος και μέλιτος ποταμών, αντί να διαιτάται μαζί με κερασφόρους δαίμονας και δυστυ­χείς αμαρτωλούς, δεν είναι αρκετή αμοιβή διά μίαν αμαρτωλήν προξενήτριαν; Χωρίς να υπολογίσει κανείς και τα υλικά κέρδη εις τον επάνω κόσμον τα δώρα, που θα της προσφέρουν η νύμφη και οι συγγενείς και ο γαμβρός, άμ’ αποπερατωθεί το συνοικέσιον. Και τροχίζουν αι γραίαι την γλώσσαν των και κινούν τους πόδας και τρέχουν από του ενός εις το άλλο σπίτι· από του ενός εις τον άλλον ακούραστοι, μ’ ένα μυστηριώδες ύφος, με την εχεμύθειαν επί του προσώπου ζωγραφισμένην και λέγουν και όλο λέγουν. Σφυρη­λατούν τους λόγους των μετά μεγάλης ξεδιότητος· προφέρουν τας φράσεις των μετά μειλιχίου τόνου και δίδουν εις αυτάς, εν αγνοία των ίσως, ύφος άντικρυς αντίθετον προς την χωρικήν αυτών και αγροίκον ιδιότητα. Αι περίοδοι της ομιλίας των άλλοτε είναι έντονοι· άλλοτε εις αδύνατον ψιθυ­ρισμόν απολήγουσαι, κατά τας περιστάσεις πάντοτε και την εντύπωσιν, την οποίαν είναι ανάγκη να προξενήσουν εις τους ακούοντας. Αι λέξεις εξάγονται συνεσφιγμέναι από τα χείλη των συνδεδεμέναι αρρήκτως η μία μετά της άλλης, ώστε το υποθετικόν «αν πάρει» ο γαμπρός να εκλαμβάνεται παρά των συγγενών της νύμφης ως «αμπάρι». – Αν πάρει στάρι, έχει. – Αν πάρει κριθάρι, έχει. – Κι ενώ ομιλούν αίφνης προς την μητέρα με μυστικότητα, προσβλέ­πουν και την κόρην με βλέμμα συμπαθείας, προστασίας περισσής, ως να της λέγουν ότι δι’ αυτήν κοπιάζουν και της έχουν ένα καλόν γαμβρόν – καλόν σαν το χρυσάφι και ωραίον σαν το βασιλόπουλο!…

Έτσι ωμίλει τώρα και η κυρα-Παγώνα εις την λυγερήν. Με ποιητικήν έξαρσιν, η οποία εζωογόνει κάπως το μαραμένον πρόσωπόν της· με μάτια εκφραστικά· με κινήσεις των χειρών παραστατικάς και διά ζωηρού λόγου, γεμάτου από θελκτικάς εικόνας της ζωής, κατεπλούτιζε το είδωλόν της κι επέμενε ν’ αναστηλώσει τούτο επί της καρδίας της παρ­θένου.

Αλλ’ η γραία εβράδυνε να έλθει. Την θέσιν κατείχεν άλλο είδωλον, και όχι εκείνο το ευτελές και παλαιωμένον, το οποίον έκαμνον απαίσιον αι βαφαί και οι ψευδείς λίθοι, με τους οποίους το εστόλιζεν η προξενήτρια. Η Ανθή ήσυχος, έχουσα την ψυχήν πλημμυρισμένην από τον έρωτα του Γεωργίου, είχεν όρεξιν κατ’ αρχάς να γελάσει ακούουσα τους φουσκωμένους λόγους της κυράς Παγώνας και, από καιρού εις καιρόν, έλεγε με εμπαικτικόν θαυμασμόν:

– Έτσι ε, θεια μου! . ..

Αφού όμως είδεν ότι εκείνη επέμενεν εις τον σκοπόν της, ήρχισε να στενοχωρείται. Τα στήθη της εξωγκούντο από αγανάκτησιν. Αν δεν εγνώριζε καλά τον Νικολόν μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών, θα τον παρεδέχετο ως αυτό το βασιλόπουλον του παραμυθιού, που εφανερώνετο εκάστην νύκτα αστράπτον εις καλλονήν και χρυσοϋφάντους στολάς εμπρός εις την έκπληκτον βοσκοπούλαν. Τόσον τε­χνικοί και πειστικοί ήσαν οι λόγοι της κυράς Παγώνας. Αλλ’ εις την Ανθήν δεν έκαμνον άλλο παρά να φανερώνουν την επιτηδειότητα, την οποίαν είχεν εις το ψεύδος η γόησσα. Κι επειδή πριν, όπως και οι άλλοι χωρικοί, εθεώρει αυτήν είδος αγίας, άμωμον καθ’ όλα και ανελλιπή, αψευδή τύπον χριστιανής, τώρα εξεπλήσσετο, διότι την έβρισκεν άλλην. Από αυτήν, καθό φίλην της αληθείας, σχεδόν απόστολον του Θεού επί της γης, του Θεού που τιμωρεί το ψεύδος, επερίμενεν η λυγερή ν’ ακούσει επαίνους μάλλον περί του Γεωργίου, αν υποτεθεί ότι εγνώριζε τι, και όχι περί του Νικολού. Ποιος ημπορεί να είπει ότι το φεγγάρι λάμπει καλύτερα από τον ήλιον; Έλεγον όλοι ότι αύτη θέλει ν’ ακούει τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην διατί τάχα δεν θέλει και να τα λέγει;…

-Άφ’σ’ τα, θεια Γιαννού… πάψε πια!… είπε τέλος προς την γραίαν με μορφασμόν.

– Γιατί, θυγατέρα; Δε σ’ αρέσει ο άγουρος;

Και η γραία έλαβεν αίφνης απαισίαν έκφρασιν, εκείνην που λαμβάνουν πάντοτε τα μαραμένα λαδικά, όταν προσβλη­θούν – έκφρασιν οργής και χαιρεκακίας και απειλής συγ­χρόνως. Η ατυχής παρθένος ευθύς εσυμμαζεύθη, φοβηθείσα μήπως η αγανάκτησις την έκαμε να υπερβεί τα όρια του σεβασμού, τον οποίον ώφειλε να τηρεί προς την μάγισσαν. Εγνώριζεν ότι η οργή της δεν ήτο ακίνδυνος. Καλύτερον να έχει κανείς να κάμει με τον διάβολον παρά με τοιαύτα όντα. Η κυρα-Παγώνα ηδύνατο να εκδικηθεί αυτήν, να καταστρέψει όλην της την τύχην να μαράνει όλην της την ζωήν. Τι θα έχανε τάχα; Ένα λόγον ήρκει να εκστομίσει, ένα κόμβον να δέσει, είτ’ ένα καβαλιστικόν ψηφίον να χαράξει εις το τρίστρατον κι ετελείωναν όλα διά την Ανθήν. Από εύμορφην, όπως εσυνήθισαν να την θεωρούν όλοι εις την κωμόπολιν, θα την έβλεπον πλέον δυσειδή και φθειριώσαν και κανείς δεν θα ήθελε την σχέσιν της. Ούτε οι γονείς της· ούτε αυτός ο Γιώργης!… ο Γιώργης Βρανάς, του οποίου και την ζωήν ήτο ικανή να επιβουλευθεί η γραία, αφού εγνώριζε την αγάπην των! Και εις την σκέψιν αυτήν ανετριχίασεν ολόκορμος η λυγερή κι εσκέφθη να ζητήσει τρόπον συμβι­βασμού.

– Καλός και τίμιος είναι, εψιθύρισεν εντροπαλή κάπως· μα εγώ δεν είμαι, σε καιρό ακόμη.

– Ποιος το λέει; είπεν η κυρα-Παγώνα γελώσα απαισίως. Άμ’ έννοια σου, καλότυχη, κι ο κύρης σου τα τέλειωσε.

Η Ανθή επήδησεν εις την τελευταίαν λέξιν εξαφνισθείσα. Ητένισε την γραίαν με βλέμμα οργίλον και, αρπάσασα εις την αγκάλην το παιδίον, έφυγε δρομαία εκείθεν.

Η κυρα-Παγώνα εξεκαρδίσθη γελώσα και κινούσα την κεφαλήν μ’ έκφρασιν πίστεως ακράδαντου εις τα θελή­ματα και τας δυνάμεις της. Φθάνει να το θελήσει αυτή και τότε βλέπουμε!… Έπειτα, στρέψασα και ιδούσα τ’ ασπρόρρουχα ακόμη απλωμένα εις μίαν γειτονικήν αυλήν, εφώναξε με φωνήν επιπλήττουσαν:

– Μωρή Μαρία, Μαρία!… Έβγα, μωρή, γλήγορα, να μαζώξεις τα ρούχα! Θ’ αστερωθούν, κακομοίρα, και θα γιομίσετε ξανθίσματα!…

Β’ Ο ΔΙΜΒΡΙΩΤΗΣ

Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί!… Ήτο συχνή αναφώνησις θαυμασμού η αναφώνησις αύτη του κυρ-Παναγιώτη Στριμμένου δια τον Νικολόν Πικόπουλον, τον υπηρέτην του καταστήματός του. Και τώρ’ ακόμη, ενώ εκάθητο συμμαζεμένος όπισθεν του πάγκου του παίζων εις την μίαν χείρα το μακρύ κομβολόγι του, σύμβολον του εν Πελοποννήσω αρχοντολογίου, και με την άλλην κρατών την κεφαλήν του, τας αυτάς στερεοτύπους ιδέας εγύριζεν εν τω εγκεφάλω του και τας αυτάς λέξεις εις τα χείλη του:

– Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί!…

Και αληθινά ήτο έξυπνον παιδί ο μεσόκοπος ούτος Διβριώτης. Ο γέρων εβεβαιούτο ατενίζων το ενώπιόν του ογκώδες κατάστιχον, το κατεσχισμένον και απόζον εξ όλων των ειδών του εμπορίου, αλλά πλήρες αριθμών και ονομάτων, και το πλήθος των πέριξ του πραγματειών. Από της ορο­φής εκρέμοντο εις πυκνάς τάξεις μαντήλια διαφόρων χρω­μάτων και ζεύγη τσαρουχίων· ζεύγη καλτσών· σελάχια· ζωνάρια μάλλινα διά τους φουστανελλοφόρους· καπιστράναι και αλύσεις διά τους ίππους· φέσια και ψαθωτά σκιάδια· ένα πιτούρι ανδρικόν εδώ με ανοικτά σκέλη· ένα κοντογούνι γυναικείον με απλωμένας αγκάλας, υπόλευκον εκ της πολυκαιρίας· κι εναλλάξ πλέκτραι κρομμύων, δέσμαι ξυλοκανάτων και ξυλοπινακίων και απεξηραμέναι ρίζαι εντός χαρτοδεμάτων. Ανά τας γωνίας παρετάσσοντο επιδεικτικώς επί υψηλών κιβωτίων σάκοι ζάχαρης και καφέ, σησάμου και ορύζης, αμυγδάλου και φακής, φασολίων και ριζαρίου. Μίαν πλευράν κατείχε το καπνοπωλείον, διά πολυχρώμων χαρτίνων κροσσών φιλοκάλως διεσκευασμένον· με μαρμάρινον επίστρωμα επί του πάγκου και την ζυγαριάν απαστράπτουσαν εκ της καθαριότητος και τας πυραμίδας του καπνού, χρυσιζούσας και πεντοβολούσας προκλητικώς επί των ραφίων. Ετέραν πλευράν κατείχον τα οινοπνευματώδη ποτά, με μίαν στοίβαν χρωματιστών βαρελίων εις την άκραν· με τα ράφια πλήρη φιαλών μακρολαίμων, επιδεικνυουσών ποικιλίαν χρω­μάτων, κι ένα μεγάλον καθρέπτην εις το μέσον διά να καθρεπτίζονται οι προσερχόμενοι και δίδουν αρειμάνιον ήθος εις το αναμμένον υπό του ποτού πρόσωπόν των οι λεβέντες· μ’ ένα πάγκον εμπρός πλήρη φιαλών στρογγυλών και ποτη­ρίων και νερών αφθόνων. Εις την τρίτην παρετάσσοντο επί των ραφίων τα λεπτά είδη του εμπορίου: πανία και κασμίρια· χάρτινοι κύλινδροι με χρυσάς επιγραφάς και χρωματιστάς ταινίας· δοχεία κινίνης και φιαλίδια ενέχοντα πολλάς φαρμακευτικάς ουσίας· ραβδίσκοι γιάμπελης και δέσμαι βουρ­τσών και η κάσσα πλησίον και τα κατάστιχα. Εις την προς τον δρόμον τέλος, ανοικτήν όλην, εξετίθεντο όλα τα χονδρά είδη της μπακαλικής. Και τι εδείκνυον ταύτα παρά την ακμήν του καταστήματός του; Τι εμαρτύρουν παρά την εμπορικήν ικανότητα του Νικολού; Ο κυρ-Παναγιώτης ηδύνατο ανερυθριάστως να τ’ ομολογήσει, ότι η ακμή αυτή δεν ήτο ιδικόν του δημιούργημα· ότι δεν συνεισέφερεν ούτος άλλο τι παρά το χρήμα. Αλλά και το χρήμ’ αυτό πώς επολλαπλασιάσθη κι έγινε τόσον, ώστε να επαρκεί τώρα εις το ανοικτόν εμπόριόν του, παρά διά της αξίας του Πικοπούλου; Τι τάχα; Είναι ανάγκη να τα λέγει κανείς! Ο Στριμμένος ήτο, όπως όλοι οι εντόπιοι έμποροι: νωθρός, ολιγαρκής, ασκών το πνεύμα του μάλλον εις χονδράς ευφυολογίας, εις αστειότητας κενάς ή εφευρέσεις κακολόγους διά τους ομοίους του παρά εις εμπορικά τερτίπια. Παρεδέχετο ότι δεν ήτο προωρισμένος διά τοιαύτα πράγματα! Δεν του ήρεσεν ο θόρυβος του εμπορίου· εκείνη η διψαλέα και ωσεί εξ ενέδρας διαρπαγή του χρήματος και η αδιάκοπος βήμα προς βήμα πάλη μεταξύ των συναδέλφου του. Τον ήθελε τον κυρ-Παναγιώτην αυτός. Άλλην μίαν φοράν δεν τον εγέννα η μάνα του. Ηγάπα το κέρδος, δεν είναι ζήτημα· αλλά πολύ περισσότερον ηγάπα την ησυχίαν του. Άλλωστε το κέρδος ήρχετο τότε μόνον του. Ήρκει να κρεμάσει κανείς μίαν ζυ­γαριάν, να ράψει ένα κατάστιχον και ν’ ανοίξει, ολίγον το χέρι του εις τους χωρικούς διά να κάμει την δουλειάν του. Οι χωρικοί τρέχουν εις τα δάνεια, όπως οι πεταλούδες εις το φως!

Αλλ’ εις την ανάμνησιν αυτήν φρικίασις εκυρίευσε τον γέροντα και προσήλωσεν επιμονώτερον τα μάτια επί των πραγματειών, θέλων να λησμονήσει τους παλαιούς εκείνους καιρούς. Όχι· ο κυρ-Παναγιώτης δεν ήτο πλέον ο προ εικοσαετίας νωθρός και ολιγαρκής έμπορος. Παρά την ηλικίαν του, το σώμα κατείχετο υπό πυρετού ενεργείας τώρα, το δε πνεύμα του έτρεχεν ακούραστον και εν δαιμονιώδει φορά κατόπιν του κέρδους. Εβαρύνετο πλέον το στάσιμον και βραδύ εμπόριον· απέστεργε μετ’ αηδίας την εποχήν, ότε μόνος διηύθυνε το κατάστημά του. Τι να ενθυμηθεί κανείς και να μην αηδιάσει; Το μαγαζί του ήτο μικρόν τότε, μόλις το ήμισυ του σημερινού, με τοίχους γυμνούς και απόζοντας υγρασίας· με τας γωνίας ανεσκαμμένας υπό των ποντικών· με την οροφήν πλήρη αραχνών· με δεμάτια τινα γλυκορρίζης και πλατείας ταινίας κρεμασμένας από γωνίας εις γωνίαν χιαστί, διά ν’ αναπαύονται οι μυίγες και μη ταράττουν τους περί μακαριότητος συλλογισμούς του. Ένα ράφι μόνον έφερε κατασκονισμένα τινά φιαλίδια μετά πή­λινων πινακίων κι ένας πάγκος με δύο τρεις φιάλας μισοσπασμένας, εντός των οποίων εφυλάσσετο οινόπνευμα, το όποιον έχασε και χρώμα και οσμήν εκ της παλυκαιρίας. Τα συνήθη είδη του εμπορίου του ήσαν η ζάχαρη εις δεκάλεπτα χάρτινα χωνία μετά περισσής φιλοκαλίας τυλιγμένα· το θειαφοκέρι, των εννιά αδερφών το αίμα, η θεριακή, η γιάμπελη, η θειάφη προς χρήσιν των βρεφών, η αλογόπετρα, είδη τινά της βαφικής και η κάμφουρα. Η δε πελατεία του συνέκειτο από τα μικρά παιδία, τα όποια τον ηπάτον πολλάκις διά κιβδήλων νομισμάτων κατατρώγοντα τα ξηρά σύκα του· και από τας μαίας και ιάτρισσας, εις τας όποιας εχορήγει πιστώσεις. Και όμως ήτο πολύ ευτυχής, αν εκέρδαινε μίαν σβάντζικα την ημέραν!

– Ε, γυναίκα· βγάλαμε σήμερα το ψωμί μας· αύριο έχει ο Θεός· έλεγεν επιστρέφων το εσπέρας εις το σπίτι του.

Τώρα όμως ηπόρει και αυτός πώς συνέβαινε τούτο. Εγέλα διά την εμπορικήν του εκείνην ελαφρότητα· επείσμωνε μάλιστα πολλάκις, διότι δεν εγνώριζε να ωφεληθεί από την περίστασιν. Ήτο εποχή τότε! Ο συναγωνισμός εκοιμάτο και μαζί με αυτόν έρρεγχον μακαρίως και οι έμποροι της κωμοπόλεως. Τώρα μόνον εξύπνησαν, ότε επέδραμον οι ορεινοί, οι Διβριώται προ πάντων, και κατέλαβον το κέντρον της αγοράς κι ενόησαν τας ανάγκας του τόπου κι εσχημάτισαν περιουσίας! Αλλά τώρα είναι ακριβόν το χρήμα και κατήντησε σπανιώτερον το κέρδος! Οι εντόπιοι έμποροι ματαίως τρίβουν τα μάτια των, έκπληκτοι διά την πρόοδον των επιδρομέων, και τεντώνονται ν’ αποσείσουν την νάρκην και προσπαθούν να συναγωνισθούν· δεν είναι πλέον καιρός. Και ευτυχώς διά τον Στριμμένον, ότι είχεν ένα ορεινόν, ένα Διβριώτην. Οι ρευματισμοί και τα γηρατειά ήλθον πάντοτ’ εγκαίρως και τον ηνάγκασαν να προσλάβει εις την υπηρεσίαν του τον Νικολόν. Άλλωστε αυτός θα έμενεν ακόμη εις την πενιχράν κατάστασίν του, με τα βάζα της θεριακής και τους ραβδίσκους της γιάμπελης, και ο έξυπνος Διβριώτης θα εδαπάνα την εμπορικήν του ικανό­τητα διά το συμφέρον άλλου τινός.

– Και πώς δεν τον έδιωξα!… εσυλλογίσθη αίφνης ανήσυχος ο κυρ-Παναγιώτης.

Και αληθινά ολίγον έλειψε να διώξει από το κατάστημα του τον Νικολόν. Εφόσον είχε τους ρευματισμούς, ανείχετο ο γέρων να τρώγει ο χωρικός το ψωμί του. Αφού όμως έγινε καλά, εσκέφθη ότι του ήτο περιττός και δεν θα έκαμνε κακά να τον έστελλε να ζητήσει αλλού τύχην. Δεν το έκαμεν ευθύς, διότι, μόλις ήλθεν ο χωρικός, ηναγκάσθη να τον παπουτσώσει. Απεφάσισε λοιπόν να τον κρατήσει επί τινα καιρόν, μέχρις ότου πληρωθούν διά της υπηρεσίας του τα παπούτσια. Αυτός όμως ο ολίγος καιρός ήρκεσεν εις τον Νικολόν ν’ αποδείξει τα σπάνια εμπορικά προσόντα του. Μόλις εζώσθη την ποδιάν ο πονηρός Διβριώτης, έγινεν άλλος ευθύς. Μετά δύο ημέρας αν εισήρχετο κανείς, δεν θ’ ανεγνώριζε πλέον την εμπορικήν εκείνην τρώγλην του κυρ-Παναγιώτη Στριμμένου. Όλα τα παλαιά ζαχαροβάρελα, όλ’ αι σαρδελοκαδούλαι, οι κατατρυπημένοι σάκοι, όσοι εσήποντο άχρηστοι προ ετών εις το κατώγι του σπιτιού του, τώρα παρετάσσοντο κατά στοίβας υψηλάς εν τω καταστήματι, ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσιν να σταθεί.

– Τ’ είναι τούτο πώκαμες, μωρέ; είπεν ο κυρ-Παναγιώτης μειδιών διά την ελαφρότητα του νέου. Μου γιόμισες το μαγαζί με άδεια βαρέλια!

– Μην κοιτάς τι είναι – τι φαίνονται! απήντησεν ούτος.

Και αληθινά διά της τέχνης του ο Διβριώτης απεκά­λυπτε την άλλην ημέραν εις τους πελάτας του Στριμμένου ανοικτά τα στόματα των βαρελιών και γεμάτ’ από ζάχαρην, άλμης γεμάτα και άλατος κι ευωδιαζούσης σαρδέλας τα βαρέλια, και τους σάκους όλους μεστούς ορύζης και καφέ. Και όταν ο αφέντης του υπομειδιών ακόμη δυσπίστως είπεν, ότι ήρκει κανείς πελάτης να κτυπήσει με το πόδι τα βαρέλια διά να προδοθεί το κενόν αυτών, ούτος υπέδειξεν ευθύς πάγκους και κιβώτια, τα όποια είχεν έτοιμα να παρατάξει πέριξ, ως προτείχισμα εμποδίζον καθένα να πλησιάσει προς αποκάλυψιν του μυστικού του.

Και δεν περιωρίσθη εις αυτά μόνον ο Νικολός· αλλά κατόρθωσε μικρόν κατά μικρόν να καταστήσει πραγματικήν την φαινομενικήν εκείνην σωρείαν των εμπορευμάτων. Είναι αληθές ότι ο κυρ-Παναγιώτης κατ’ αρχάς αντεστάθη πεισματωδώς εις το ελεύθερον εμπόριον, όπου εζήτει να τον παρασύρει ο Διβριώτης. Δεν ήθελεν αυτός τώρα, γέρων άνθρωπος, τόσας πολλάς συναλλαγάς. Αρκετή ήτο η σκοτούρα που είχεν. Αλλ’ ο Νικολός ήτο διαβολεμένος νους. Παρίστανε το κέρδος τόσον φανερόν σχεδόν έρριπτε το χρήμα θαμβωτικόν και απαστράπτον τόσον εις τα θυλάκια του γέροντος, ώστε τον κατήντησεν ολίγον κατ’ ολίγον αδύνατον εις πάσαν άρνησιν. Ο Νικολός ήτο η ψυχή και αυτός η χειρ μόνον εις το εμπόριον.

– Μπάρμπα, να φέρουμε και τούτο – βγάνει το ένα άλλο ένα… Μπάρμπα, φεύγει σήμερα ο Κράγκαρης – γράψε να μας φέρει κι εκείνο…

Κι έγραφεν, έγραφε τώρα ο κυρ-Παναγιώτης εις τους εν Πάτραις εμπόρους: «στείλατε μου τούτο, στείλατε μου εκείνο»· και καθ’ ημέραν έβλεπον έκπληκτοι οι χωρικοί τους καρολόγους ξεφορτώνοντας πλήθος εμπορευμάτων προ του καταστήματός του. Και το μικρόν ολιγόφυλλον εκείνο δεφτέρι, όπου εσημείωνε πριν την θηριακήν της κυράς Κανέλλας και το καμένδριο της κυράς Γιαννούς και την βαφήν της θείας Λάμπραινας, μετεβλήθη τώρα εις βαρύ και ογκώδες κατάστιχον, όπου εγράφοντο ως χρεωφειλέται όλοι οι νοικοκυραίοι της κωμοπόλεως. Ω, ήτο διαβολεμένος άνθρωπος αυτός ο Νικολός του! Και δεν το έλεγε μόνον ο κυρ-Παναγιώτης τ’ ομολόγουν όλοι οι έμποροι, των οποίων έσυρεν ως ιξόβεργα ένα ένα τους πελάτας.

– Τσαχπιναριό του διαβόλου! έλεγον μεταξύ των.

Ήρχισαν δε να διασπείρουν διαβολάς, ζητούντες με κάθε τρόπον ν’ αποσπάσουν αυτόν από την υπηρεσίαν του γέροντος. Ο Νικολός ήτο δι’ αυτούς ο βουκόλος του παρα­μυθιού, τον οποίον η Τύχη ηυνόησε τόσον, ώστ’ εκείνο που εγγίζει να μεταβάλλετ’ αίφνης εις χρυσόν. Και ο γέρων έμπορος ήτο ο έξυπνος χωρικός, που επήρε εις το σπίτι του τον βουκόλον και εθησαύριζεν εκ της αφελείας του. Αλλά τον βουκόλον εκείνον είχεν αδικήσει η Γνώσις. Η πολύτιμος θεά, εκ πείσματος προς την αδελφήν της, είχεν αρνηθεί εις αυτόν τα μεγάλα δώρα της, διά των οποίων θα κα­θίστατο ικανός να γνωρίσει την τιμήν του χρυσού και να τον περιμαζεύσει. Ενώ τον Νικολόν Πικόπουλον ηυνόει τουναντίον και εις απίστευτον μάλιστα βαθμόν. Διατί λοιπόν να δαπανά την εύνοιαν αυτής προς όφελος άλλου και όχι του εαυτού του;

Αλλ’ ο γέρων έμπορος εγνώριζε πλέον το συμφέρον του· ανέπτυσσε καταπληκτικήν δεξιότητα εις τας εμπορικάς συναλλαγάς. Η πρώτη λοιπόν ωφελιμωτέρα συναλλαγή, την οποίαν έκαμεν, ευθύς μόλις ενόησε τον σκοπόν των αντιπά­λων του, ήτο να βάλει εις μερίδιον τον Νικολόν, δεχόμενος ως κεφάλαια τους γλίσχρους μισθούς και την μεγάλην ικα­νότητα του υπηρέτου. Κι ενώ υπομειδιών τώρα εγύριζεν αυτά εις τον νουν του, εύρισκεν ότι μία ακόμη συναλλαγή τοιαύτη του έμεινε να κάμει και ο εμπορικός του οίκος εξησφάλιζε διά παντός την προκοπήν του. Βέβαια· η εμπο­ρική ευφυία του Νικολού και η τύχη της οικογενείας του έμενον πλέον αρρήκτως συνδεδεμέναι, αν έδιδεν εις αυτόν την Ανθήν, την μοναχοκόρην του!

Είναι αληθές ότι, πριν γνωρίσει τον Νικολόν, το μόνον μέλημα του Στριμμένου ήτο η ευτυχία της Ανθής του, μικράς τότε και χαριτωμένης κορασίδος. Αφ’ ής όμως ημέρας ο Νικολός εισήλθεν εις τον εμπορικόν βίον του και παρέσυρεν αυτόν εις την εμπορικήν δίνην της συναλλαγής και του κέρδους, έγινε τούτο δευτερεύον ζήτημα. Δεν ήτο όμως λόγος, ότι δεν εσκέπτετο πάντοτε να δώσει ένα καλόν γαμβρόν εις την κόρην του. Και εύρισκε τώρα, ότι είχεν όλα τα προσόντα καλού γαμβρού ο Νικολός Πικόπουλος. Μαλακόν τρόπον, ώστε να μη δυσαρεστεί ποτέ την γυναίκα του, και αρκετήν επιχειρηματικότητα πνεύματος, διά ν’ αυξήσει καταπληκτικώς την περιουσίαν που θα εκληρονόμει. Κι επειδή εις αυτόν και μόνον τον κύκλον εστρέφοντο όλαι αι ιδέαι του κυρ-Παναγιώτη, έμεινεν ευθύς κατευχαριστη­μένος, μόλις το εσκέφθη. Διότι δεν ήτο σήμερον η πρώτη φορά που το εσκέπτετο. Προ πολλού είχε ριζώσει η ιδέα αυτή εις τον εγκέφαλόν του και τώρα, κατ’ αυτήν ίσως την στιγμήν, ήλπιζεν ότι όλα ετελείωναν!…

Ο κυρ-Παναγιώτης έτριψεν ευχαρίστως τας παλάμας, περιέπλεξε το κομβολόγι εις τον καρπόν της δεξιάς χειρός κι έλαβε πρέζαν ταμβάκου από μεταλλίνης ταμβακοθήκης. Ε, ναι, διάτανε! όλα θα τελειώσουν αυτήν την στιγμήν! Πάλιν καλά το έπλεξε το τερτίπι ο έμπορος! Κι επταρνίσθη θορυβωδώς, θριαμβευτικώς, όπως όταν επετύγχανε καμία εμπορική του επιχείρησις. Διότι αληθινά ήτο τερτίπι και αυτό. Δεν ηθέλησε να είπει τίποτε εις τον Νικολόν περί του σχεδίου του· είχε πλήρη βεβαιότητα ότι, οποιανδήποτε ώραν και αν του το επρότεινε, θα έπιπτε να του φιλήσει τα πόδια από ευγνωμοσύνην. Πρώτον, διότι εις αυτόν ώφειλε την θέσιν του. Έπειτα, διότι από μικρός και άσημος υπηρέτης έφθανε μέχρι του κυρίου του κι έπαιρνε γυναίκα την θυγατέρα του. Αυτόν τον ίδιον Στριμμένον από αφέντην θα τον καλεί πατέρα εις το έξης. Ήταν τάχα μικρά πρά­γματα αυτά;

Το ζήτημα ήτο πώς να προταθεί το συνοικέσιον εις την Ανθήν. Ο γέρων έμπορος δεν ήθελε να γίνει η πρότασις απ’ ευθείας παρ’ αυτού, ούτε παρά της γυναικός του. Μία τοιαύτη ομολογία δίδει θάρρος εις την κόρην χαλαρώνει τον οφειλόμενον σεβασμόν και βραχύνει την απόστασιν, η οποία πρέπει πάντοτε να υπάρχει μεταξύ τέκνου και γονέων. Άμα είπει κανείς εις την κόρην του ευθύς και αποτόμως, ότι θέλει να της δώσει άνδρα, ημπορεί να λάβει κι εκείνη το θάρρος να δείξει τον άνδρα τον οποίον θέλει. Αλλά τούτο είναι αντίθετον προς την οικογενειακήν υπεροχήν του χωρικού· συγχύζει την οικιακήν του αρμονίαν. Ο κυρ-Παναγιώτης ήθελε να μάθει η κόρη του το συνοικέσιον, χωρίς όμως να δώσει εις αυτήν να εννοήσει ότι ο πατήρ της το εσκέφθη κι εργάζεται δι’ αυτό.

Αλλ’ η κυρα-Παναγιώταινα η γυναίκα του τον απήλλαξεν αυτού του εφιάλτου. Είναι αληθές ότι η γραία δεν ήθελε τον Νικολόν διά γαμβρόν της· ένα ασχημάνθρωπον εκεί, που θα κάμει να φιλήσει και θ’ απειλεί να χάψει το καημένο το κοριτσάκι της! Αλλ’ έτρεφεν άμετρον σεβασμόν και υπακοήν εις τον γέροντά της και ό,τι απεφάσιζεν ούτος παρεδέχετο ανεξετάστως εκείνη. Εσκέφθη λοιπόν και ανέ­θεσε την εντολήν εις την κυρα-Παγώναν. Εις την κωμόπολιν εφημίζετο αύτη ως προξενήτρια, όπως και ως γόησσα. Ήτοι ικανή, έλεγον, να περάσει την κουκουβάγια για πέρδικα κι επετύγχαναν τα συνοικέσια, όσα ανελάμβανεν, όπως και τα γόητρά της. Συνεφωνήθη λοιπόν μεταξύ του ανδρογύνου, ενώ ο έμπορος θα έστελε τον Νικολόν εις το σπίτι της γραίας διά να εξορκίσει την χείρα του, αυτή να στείλει την Ανθήν με το παιδίον της Φρόσως εκεί. Τ’ άλλα έμενον πλέον εις την ικανότητα της γοήσσης.

Και ο κυρ-Παναγιώτης κατείχετο τώρα υπό μεγάλης ανυπομονησίας, μέχρις ου μάθει το αποτέλεσμα της επινοήσεως του. Ω, βέβαια· ότι επέτυχε δεν υπήρχεν αμφιβολία. Άλλωστε τι θα έκαμνε τόσην ώραν εκεί ο Νικολός;

– Έλα, δώσ’ μου τυρί!

– Κουβαράκια έχετε;

– Βάλε μου λάδι!…

Αι φωναί των αγοραστών διέκοψαν αίφνης τας ευχα­ρίστους σκέψεις του και τον εκάλεσαν εις την πραγματικό­τητα. Κανείς όμως άνθρωπος δεν μετέπεσεν από τας σκέψεις εις την πραγματικότητα μετά τόσης αταραξίας, όσον τώρα ο γέρων έμπορος. Διότι η πραγματικότης, εις την οποίαν ανεκλήθη, δεν ήτο ταπεινοτέρα των σκέψεών του. Έτρεξε πρόθυμος εις τας φωνάς των αγοραστών. Αλλά πού να προφθάσει τόσους! Ο ένας εζήτει καπνόν, άλλος πιπέρι, άλλος καφέ· κι εσκοτίσθη ο κυρ-Παναγιώτης και δεν ήξευρε τι να πρωτοκάμει.

– Αμέσως, παιδιά, αμέσως· έλεγε μετά νεανικής προ­θυμίας εις τους πελάτας του.

Αλλ’ έφθασεν αίφνης ο Νικολός και εις πέντε λεπτά όλους τους ηυχαρίστησε και το φανάρι άναψε και ρακήν επότισε τους εργάτας και όλα με το ένα του χέρι μόνον. Τώρα εγέμισε λάδι την φιάλην, την οποίαν έστειλεν η κυρα-Παγώνα ως πρώτην αμοιβήν των υπηρεσιών της. Με το ένα χέρι και να δίδει λάδι! μα δεν λέγεται η σβελτοσύνη του Νικολού!

Ο Στριμμένος έβλεπε κι εθαύμαζε τον μέλλοντα γαμβρόν του.

– Τι κάθεσαι τώρα; Δεν πας στο σπίτι; ενύχτωσε· του είπεν αίφνης εκείνος.

Βέβαια, δεν ήτο καιρός πλέον να νυχτώνεται εις το μαγαζί ο γέρων. Θα επήγαινεν εις το σπίτι ν’ αναπαυθεί. Ν’ αναπαυθεί, αλλά και να μάθει το αποβησόμενον. Κι ενδυ­θείς το ταλαγάνι του, είδος κοντού επανωφορίου από ξανθόν κασμίρι με κουκούλαν οπίσω και κόκκινα σειρήτια γύρω, και λαβών το χονδρόν ραβδί του έφυγε.

– Καλή νύχτα, παιδί μου· είπε προς τον Νικολόν ηπίως και στρέφων επανειλημμένως το βλέμμα εντός του καταστήματος, ως να εφοβείτο μη επιδράμουν κλέπται.

Ο Νικολός δεν απήντησεν εις τον χαιρετισμόν του γέ­ροντος. Ηρκέσθη να κινήσει την κεφαλήν, λοξώς ατενίζων αυτόν. Ήτο αληθινά παράξενος ολίγον ο Νικολός· απότομος κάπως. Αλλ’ ο κυρ-Παναγιώτης εύρισκε και εις το ελάττωμα τούτο επιφυλακτικότητα και σοβαρότητα αρμόζουσαν εις ένα έμπορον!

– Ήρθε το κορίτσι, γριά; ηρώτησε μόλις έφθασεν εις το σπίτι την γυναίκα του.

– Ήρθε, ναι…

– Ε, τι απόκαμαν; πώς το είδες;

– Τι να ιδώ; Θυμωμένη ήταν.

Αληθινά ήτο θυμωμένη η Ανθή. Οι λόγοι της κυράς Παγώνας και κατ’ εξοχήν αι τελευταίαι λέξεις της, ότι ο κυρ-Παναγιώτης απεφάσισεν οριστικώς τον γάμον, εκόλλησαν εις τον νουν της λυγερής και την εβύθισαν εις απελπισίαν. Εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε πλέον να λάβει υπό αστείαν έποψιν τους λόγους της γραίας προξενητρίας· ότι εκείνοι οι έπαινοι προς τον Νικολόν, αι τόσαι κολακείαι και περι­ποιήσεις· η τόση φροντίς διά το μέλλον της και το πονηρόν μειδίαμα, με το όποιον τας συνώδευε, δεν ήτο δυνατόν να προέρχονται από θέλησίν της μόνον. Η γραία ωμίλει κατ’ εντολήν άλλου. Και τον άλλον αυτόν τον εμάντευε πολύ καλά τώρα η Ανθή. Ήρχισε ν’ ανακαλεί εις την μνήμην της διαφόρους περιστάσεις, κατά τας οποίας ήκουσεν ομοίους λόγους και από της μητρός και απ’ αυτού του πατρός της το στόμα. Ενεθυμείτο ότι τας νύκτας, ενώ εκάθηντο μετά της μητρός της, ράπτουσαι και αναμένουσαι τον κυρ-Παναγιώτην, ήκουε τόσους επαινετικούς λόγους παρ’ εκείνης διά τον Νικολόν ότι ο πατήρ της, οσάκις εκάλουν τον Διβριώτην εις δείπνον κι έφευγεν ούτος έπειτα, την ητένιζεν επί λεπτόν υπομειδιών, ο γεννήτωρ, εις τα μάτια κι αίφνης εκτύπα με την οστεώδη χείρα του την τράπεζαν, αναφωνών ενθου­σιωδώς:

– Θα κάμει προκοπή αυτό το παιδί· έχει τύχη· θα πάει μπροστά!

Και η γραία προσέθετε με την έρρινον φωνήν της:

– Χαρά στον που τον καμαρώνει!…

Αυτά όλα τα ήκουεν αδιαφόρως τότε η Ανθή, ως να ήκουεν επαίνους διά την κυνηγετικήν ευφυίαν του Μούργου, του σκύλου των. Ήξευρε τον Νικολόν από πολλών ετών υπηρέτην του πατρός της· ρυπαρόν, άθλιον, απόζοντα πάν­τοτε πετρελαίου και σαρδέλας· ένα ζώον, τέλος, που έχει μόνον μορφήν ανθρώπου και δεν είναι προορισμένον διά τίποτε άλλο παρά διά να δουλεύει την οικογένειάν της. Και αυτόν τον άνθρωπον τώρα ήρχιζον να τον παριστάνουν ως έκτακτον τι και να θέλουν να τον πάρει άνδρα της. Ε, μα είναι να δαιμονίζεται κανείς!…

Με αυτάς τας σκέψεις έφθασεν η λυγερή εμπρός εις το σπίτι των γονέων της. Η κυρα-Παναγιώταινα, ανυπομονού­σα και αυτή, επερίμενεν εις τον ξύλινον εξώστην την θυγα­τέρα της.

– Ε, τι μαντάτα! εφώναξε μόλις την είδεν, ευθύμως δήθεν.

– Κακά και μαύρα· απήντησεν η λυγερή μετ’ αγανακτήσεως· να ’θε συντριφτώ εκεί που μ’ έστειλες!

– Γιατί, θυγατέρα; Εγώ για καλό σ’ έστειλα. Αλλ’ εκείνη, χωρίς ν’ ακούσει τους λόγους της μητρός της, εισήλθεν εις το σπίτι ολολύζουσα. Και καθ’ όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να κοιμηθεί. Περιεστρέφετο επί του στρώματος της ανήσυχος, έχουσ’ αδιακόπως δύο ινδάλματα προ των οφθαλμών της, τον Γιώργην και τον Νικολόν, και δύο αισθήματα εις την καρδίαν, την αγάπην και το μίσος της. Ναι, ησθάνετο μίσος διά τον Νικολόν, που ήρχετο με τα φίλτρα μαγίσσης και των γονέων την θέλησιν να εγκαθιδρυθεί εις την καρδίαν της, ν’ αποδιώξει εκείθεν τον Γιώργην, ο όποιος εκυβέρνα κι εδέσποζεν εκεί ακίνητος. Τον Γιώργην, που κατέλαβε την αρμόζουσαν θέσιν επάνω της μόνος, κατάμονος, δίχως μεσιτρίας, με την λεβεντιάν του, την καλλονήν του την παρθενικήν, την αγνότητά του την γόησσαν.

Ω, εκείνη η πρώτη ήμερα! Πέμπτη καλοθύμητη, εις τα τέλη του Ιουνίου, προ τριών ετών! Ύφαινε τότε εμπρός εις την θύραν του κατωγείου της η Ανθή και ο Γιώργης με το κάρον του έφερε πλίθες εις κτιζόμενον απέναντι σπιτάκι. Κι ενώ εξεφόρτωνε το κάρον του κι ενώ ο ιδρώς τον περιέβρεχε κι εχύνοντο τα χώματα των πλίθων απάνω του, αυτός δι’ εν μόνον εφρόντιζε, να την βλέπει και να γελά με τους κτίστας και να τραγουδεί με την γλυκείαν φωνήν του:

Ποτέ μου δεν εφίλησα κορίτσι με παράδες,

παρά με τα τραγούδια μου και με τους ταμπουράδες.

– Ήτο εγωιστική αυτή η ομολογία του Γιώργη· είχε φαίνεται μεγάλην ιδέαν διά την ευμορφιάν και την φωνήν του και τούτο επείσμωνε την Ανθήν. Τι τάχα! Υποθέτει πως δεν είναι και κορίτσια που δεν προσέχουν εις το τρα­γούδι του και μόνον την δουλειάν των κοιτάζουν;… Και χραπ! χραπ! έρριπτε την σαΐτα της και ανεκίνει το κτένι με πάθος, ώστε να τρίξει σύγξυλος ο αργαλειός.

Αλλ’ είχε μαγείαν η φωνή του μικρού καρολόγου· τα βλέμματα του ήσαν μαγνήται μοναχοί και, χωρίς ούδ’ αυτή να ηξεύρει πώς, της ήλθεν η επιθυμία να του χαμογελάσει, να του ειπεί κατιτί… Και μίαν ημέραν του ετραγούδησεν ήσυχα ήσυχα, ενώ η σαΐτα έγρυζεν υπό το σπασμωδικόν σφενδόνισμα και το κτένι έπιπτεν επί του πανίου με βίαν, παραφέρον πλήθος αποκοπέντων νημάτων:

Πέρασε – ξαναπέρασε κι αν δε σ’ ακούσω, βήξε·

και πάρε ζαχαρόκουκκα, στα κεραμίδια ρίξε!…

Αυτό το είπεν εις τ’ αστεία, έτσι, να γελάσει και να πειράξει τον λεβέντην. Αλλ’ εκείνος το επίστευσε κι επέρασε κι εξαναπέρασε. Μέχρις ου ηνάγκασε την λυγερήν να τρέχει νύχτα μεσάνυχτα εις το παράθυρον διά ν’ ακούει το τρα­γούδι του· να παραιτεί την εργασίαν της, να παραβλέπει της μητρός την επίβλεψιν και να τρέχει την ημέραν διά να τον ίδει διαβαίνοντα εις την αγοράν. Και τώρα, να, την κατάντησεν ώστε να θεωρεί μεγίστην συμφοράν τον αποχωρισμόν του. Αχ, Παναγία μου· σώζε τους απειλουμένους εραστάς!…

Θορυβώδεις κροταλισμοί απέσπασαν την Ανθήν από τας λυπηράς σκέψεις της. Εμισοξημέρωνε τώρα και η Φρόσω, η θεία της, την έκραξε να ετοιμασθεί διά την πανήγυριν.

Η εορτή του αγίου Γεωργίου ήτο αποκλειστική διά τους βλαχοποιμένας. Εόρταζον δι’ αυτής το τέλος της χειμερινής περιόδου και την αρχήν της εαρινής. Συνήρχοντο όλοι από αμνημονεύτων χρόνων εντός μιας μονής, τιμωμένης επ’ ονόματι του αγίου Γεωργίου, και καθ’ όλην την ημέραν επανηγύριζον θυσιάζοντες τον αϊγιωργίτην, εκλεκτόν αμνόν, τον οποίον επί τούτω έτρεφον. Τώρα όμως κατήντησε κοινή πανήγυρις και συρρέουν εκεί, από όλα τα χωρία των δήμων της Βουπρασίας και της Μυρτουντίας και της Ήλιδος, άνδρες, γυναίκες και παιδία, νέοι και γέροντες, δοξολογούντες τον μέγαν Στρατηλάτην και πανηγυρίζοντες μετά των βλαχοποιμένων.

Όμως η Φρόσω δεν επρόκειτο να πανηγυρίσει. Είχε τάμα να ρίξει εις την χάριν του αγίου το μονάκριβο παιδί της. Διότι απέκτησε πέντε έως τώρα παιδία η αγαθή χω­ρική, αλλά και τα πέντε τα έθαψεν εις την αχόρταστον γην. Εις αυτό μάλιστα το τελευταίον συνέβη κάτι όλως εξαιρετικόν, που την ηνάγκασε να λάβει όλας τας δυνατάς προφυ­λάξεις. Δεν είδε το συμβάν αυτή η ιδία – ο Θεός την εφύλαξεν – αλλ’ η κυρα-Παγώνα, η μάγισσα, που διαβάζει βουλωμένο γράμμα, το είδεν ολοφάνερα σαν με βλέπεις και σε βλέπω. Προπέρσι δηλαδή κατά τον Μάιον η Φρόσω και η κυρα-Παναγιώταινα και άλλαι γειτόνισσαι επήγαν εις του Μπάστα να πλύνουν. Είχαν μαζί των και την μάγισσαν, να την διασκεδάσουν. Από τα χαράγματα, που έφθασαν εις το λαγκάδι, δεν έπαυσαν το πλύσιμον και το τραγούδι έως το μεσημέρι. Τότε όμως η κυρα-Παγώνα τους είπε ν’ απο­συρθούν εις τους ίσκιους των δένδρων, διότι ήτο ώρα, κατά την οποίαν τα στοιχειά πλανώνται εις την γην και δεν ήτο δύσκολον να τας εύρουν και να τας κακοποιήσουν. Αλλ’ αι γυναίκες δεν ηθέλησαν ν’ ακούσουν τους λόγους της μαγίσσης κι εξηκολούθησαν την δουλειάν των. Η κυρα-Παγώνα απεσύρετο τότε κάτω από την σκιάν μιας πλατάνου κοντά εις την βρύσιν, όπου ήσαν τα χρειώδη των γυναικών και το παιδί της Φρόσως, εις την φασκιάν, κοιμώμενον ησύχως. Αλλ’ ενώ επλησίαζεν εκεί, κοιτάζει και τι να ιδεί; Το διηγείτο έπειτα κι έτρεμεν η γραία σαν το φυλλοκάλαμον. Μία γυνή υψηλή, πολύ υψηλή, ήτο εκεί, με μαλλιά κατάξανθα σαν από καθαρό χρυσάφι και μακρύτατα ώστε να σύρωνται κατά γης. Το λυγερόν σώμα της ενέδυεν επιχαρίτως μακρύ φουστάνι, λευκόν, λευκότατον και λεπτόν σαν από αέρα. Το πρόσωπόν της δεν εδυνήθη να ίδει η κυρα-Παγώνα· υπέθετεν όμως εκ του όλου παραστήματός της, ότι είχεν ωραία χαρακτηριστικά. Και η γυνή εκείνη εκράτει το παιδί της Φρόσως εις τας χείρας της και το εταλάντευε, τραγουδούσα συγχρόνως εις ήπιον και μαλακόν τόνον, ως να ήθελε να τ’ αποκοιμίσει:

Ρίγανη αγριορίγανη,

σφαραγγιά μονόκλωνη,

σκόρδο μονοκόλινο

κι άλλο ένα βότανο,

να τα ήξερ’ η μανούλα σου,

ποτέ παιδί δεν έχανε!…

Η γραία εστάθη ακίνητος εις την θέσιν της με ανοικτόν στόμα, ως να ήθελε και δι’ αυτού ν’ αντιληφθεί τους ήχους του τραγουδιού. Δεν εφρόντιζεν ούτε διά το παιδί, ούτε διά τίποτε άλλο, παρά διά το τραγούδι. Και τι τρεμούλιασμα ήτον εκείνο· τι λαχταριστόν τρεμούλιασμα! Όχι το μικρόν ηδύνατο ν’ αποκοιμίσει, αλλά και τα δένδρα και τα νερά. Η μάγισσα παρετήρει την γυναίκα και ηπόρει πώς ευρέθη εκεί έξαφνα και ποία να ήτο άραγε; Από τας συντρόφους της δεν ήτο βέβαια· ξένη πάλιν να ήτο, προσκυνήτρια, και αυτό δύσκολον εφαίνετο. Τόσον λαμπρόν φόρεμα και τόσον ωραία γυνή δύσκολα ευρίσκονται εις εκείνα τα μέρη. Η γραία ετόλμησε να πλησιάσει και να σύρει από το φόρεμα την γυναίκα. Αλλ’ ευθύς ισχυρόν ράπισμα, καταφερθέν επί της παρειάς της υπ’ αοράτου χειρός, την αφήκεν άφωνον επί ολόκληρον ώραν. Και, όταν συνήλθε, δεν είδε τίποτε εμπρός της, παρά το παιδί, που εκοιμάτο ησύχως επί των χόρτων. Έσπευσε τότε εις τας συντρόφους, διηγήθη το συμβάν, εξηγούσα εν πεποιθήσει ότι η γυνή εκείνη δεν ήτο άλλο τι παρά νεράιδα, ελκυσθείσα εκεί υπό της αγάπης, την οποίαν έχουν αύται προς τα μικρά, και συμβουλεύουσα την Φρόσω να βάλει εις πράξιν ευθύς τας παραγγελίας, όσας υπό τύπον τραγουδιού έλεγε το εξωτικόν.

Η Φρόσω, αν ήσαν αληθινοί ή όχι οι λόγοι ούτοι της κυράς Παγώνας, δεν εφρόντισε να μάθει. Ήρκει εις αυτήν ότι το παιδί της εκινδύνευε και πρόθυμη ηκολούθησε της πεπειραμένης γραίας τας συμβουλάς. Εκρέμασεν εις τον λαιμόν του το φυλαχτό, που της έκαμεν η μάγισσα ράψασα εντός μονοκόλινον σκόρδον και μονόκλωνην σφαραγγιάν και αγριορίγανην, όπως έλεγεν η νεράιδα, και ακόμη εξ ατομικής εμπνεύσεως προσθέσασα κόκκους μπαρούτης και ύψωμα κι εγκαίνια ναού, κερί του Επιταφίου κι επτά τρίχας αρκού­δας και τρία κλωνιά αρσενικού λιβάνου και κομμάτι από αστραπόβολον. Κι έταξε να το βαπτίσει εις τον άγιον Γεώργιον, του οποίου η μονή ευρίσκετο πλησίον.

Από τότε επέρασεν αρκετός καιρός· Αλλ’ η χωρική ούτε το συμβάν εκείνο, ούτε το τάξιμόν της ηδύνατο να λησμονήσει. Ο άγιος συχνά εφανερώνετο εις τον ύπνον της με το άσπρον του άλογον το κοντάρι του το μακρύτατον, την λάμπουσαν στολήν και την παρθενικήν του όψιν, μ’ ένα στεφάνι φωτεινόν εις την κεφαλήν, απαράλλακτα όπως εικο­νίζεται παρά των αγιογράφων, υπενθυμίζων εις αυτήν την υπόσχεσίν της. Και όσον επλησίαζον αι ημέραι της μνήμης του, τόσον περισσότερον εσύχναζε κι επιμόνως απήτει το οφειλόμενον.

– Σαν τον θυμούμαι, σηκώνεται το πετσί μου· τον είδα σαν με βλέπεις και σε βλέπω· διηγείτο περίφοβος εις τας γειτονίσσας της η χωρική.

Αλλά τόσον καιρόν δεν κατόρθωνε να οικονομήσει τα έξοδα που της εχρειάζοντο διά να εκπληρώσει το τάξιμόν της. Οι πτωχοί, βλέπεις, ευκολώτερον τάζουν παρά δίδουν. Διά τούτο τώρα εβιάζετο, μέχρις ου φθάσει εκεί, κι ήτο όλη εις νευρικήν εξέγερσιν. Ανεστάτωσεν από τας φωνάς της όλους εις το σπίτι του Στριμμένου κι έτρεχεν εδώ κι εκεί, αδημονούσα και συγχυζομένη διά την παραμικράν βραδύτητα.

– Τι σπουδή είναι αυτή, καλότυχη! έλεγεν η κυρά Παναγιώταινα εις την αδελφήν της εκπληττομένη.

– Έχω μια σιδερένια κουλούρα στο λαιμό μου και θέλω να τη βγάλω μίαν ώρ’ αρχήτερα· απήντα η Φρόσω.

Η λυγερή όμως δεν είχε φαίνεται την αυτήν της θείας της ανυπομονησίαν και ητοιμάζετο αργά, δίχως όρεξιν. Είναι αληθές ότι προ ημερών, ότε κατά πρώτον η Φρόσω ανήγγειλεν εις αυτήν, ότι θα την έπαιρνεν εις την πανήγυριν, η παρθένος εχάρη πολύ. Επόθει την ημέραν αυτήν διακαώς· ηρίθμει τας παρερχομένας ημέρας μίαν προς μίαν ανυπομόνως.

Και ήτο σπουδαίον τούτο διά την απλήν κορασίδα, συνηθισμένην εις την περιορισμένην ζωήν του σπιτιού. Θα έβλεπε πράγμα, το όποιον μόνον από τας διηγήσεις των γραϊδίων εγνώριζε και συνεκινείτο μέχρι δακρύων ακούουσα ενίοτε. Φαντασθείτε, καλέ! Ν’ ακολουθήσει και αυτή την λιτανείαν της εικόνος, την οποίαν χείρες παρθενικαί εστόλισαν με ρόδα και δενδρολίβανον… Δύο άνδρες θα φέρουν αυτήν εμπρός και θ’ ακολουθούν καλόγηροι και παπάδες ασκεπείς με την κόμην κυματίζουσαν και λαός φωνάζων το «Κύριε ελέησον » και σταυροκοπούμενος. Η λιτανεία θα σταματά από καιρού εις καιρόν. Τότε θα τρέχουν οι βλάχισσες να ρίψουν κάτω τ’ ασθενή παιδιά των, διά να περάσει επάνω η εικών και να τα ιατρεύσει· γέροντες βλάχοι ν’ ασπασθούν γονυκλινείς τους κροσσούς της και γραίαι δυσκόλως βαδίζουσαι επί των ράβδων των, να προσφέρουν θυμίαμα επί απλού τεμαχίου κεράμου. Και όταν η λιτανεία φθάσει εις την άκραν του λόφου, κάτω μιας μεγάλης αγριαπιδιάς, οι ιερω­μένοι θα ψάλουν την δοξολογίαν, ενώ τόσος κόσμος εκεί, άνευ διακρίσεως φύλου και ηλικίας, θα παραμένει ταπεινός, κλίνων την κεφαλήν υπό τα θριαμβευτικά τροπάρια… Ωχ, Αϊ-Γιώργη μου, μεγάλε και θαυματουργέ!…

Η λυγερή συνεκινείτο μετά δακρύων εις τας σκέψεις αυτάς. Ανεκίνει εις τον νουν της την χριστιανικήν παράδοσιν εφαντάζετο, ουχί άνευ τρόμου, την μεγαλοπρεπή παράστασιν του αγίου, καθ’ ην ώραν μόνος, με την προς τον Θεόν πίστιν του, καταβάλλει το θηρίον, το οποίον κρατεί την πηγήν, και ελευθερώνει την βασιλοπούλαν, ζητών παρά του πατρός της ως αμοιβήν να κτίσει μίαν εκκλησίαν, εντός της οποίας να ζωγραφίσει αυτόν, υπερήφανον καβαλλάρην, αρματωμένον με σπαθί και κοντάρι ολόχρυσον. Συνέπασχε μετά της βασι­λοπούλας, συνέχαιρε μετά του πατρός και εν συνδυασμώ αλλοπροσάλλω έβλεπε την ράχιν του αγίου Γεωργίου, την λιτανείαν των αγροτών, παρελαύνουσαν εν πολυχρώμω λάμ­ψει, κι εύρισκε τον εαυτόν της εκεί μέτοχον του θορύβου και του αλαλητού της. Τα χριστιανικά της αισθήματα ενετείνοντο· ησθάνετο ροπήν ευγνωμοσύνης μεγάλην προς τον άγιον, όχι τόσον διά το θαύμα του, όσον διότι εγίνετο πρό­ξενος τόσης χαράς και αγαλλιάσεως των χριστιανών! Των χριστιανών και αυτής της ιδίας, την οποίαν, όταν επιστρέψει από το πανηγύρι, θα τριγυρίσουν αι φίλαι της περίεργοι, ν’ ακούσουν τας εντυπώσεις της. Και πόσαι, πόσαι θα λυπηθούν και θα κλαύσουν, διότι δεν ήσαν μαζί της!

Έτσι εσκέπτετο επί τόσας ημέρας η Ανθή. Και μά­λιστα εν τη νεανική της φαντασία εσχημάτιζε την πεποίθησιν, ότι άλλη ευτυχεστέρα ημέρα δεν θα ευρίσκετο καθ’ όλην της την ζωήν. Αλλά τώρα, όταν έμαθε τας σκέψεις των γονέων της περί του Νικολού, κατέπεσεν όλη αυτής η προθυμία, διελύθη όλη της η περιέργεια. Θα επήγαινε, ναι, αλλ’ απλώς διά να συνοδεύσει την θείαν της και μη την αφήσει μόνην. Ητοιμάσθη και κατέβη εις την αυλήν, όπου ανέμενε το κάρον, επεστρωμένον με μίαν απλάδαν και προσκέφαλα και τον ντορβάν μα τας λαμπάδας και την φιάλην του ελαίου διά την βάπτισιν.

– Μα πού είναι ο Νικολός; ηρώτησεν αίφνης αδημο­νούσα η Φρόσω· θα τον καρτεράμε τώρα κι αυτόν;

– Θα παρακοιμήθηκε· είπε μειδιών ο κυρ-Παναγιώτηςστείλτε κανένα να του μιλήσει.

Ορίστε πάλι· καλέσματα θέλει κι αυτός! Αλλοίμονον εις εκείνον, που δεν έχει τον άνθρωπόν του, να κάμνει την δουλειάν του όταν θέλει, εσκέφθη η Φρόσω. Και ήτο τούτο πλαγία διαμαρτύρησις κατά του Σπυροκόκκια, του νωθρού εκείνου και βλακωδώς αδιάφορου ανδρός της, ο όποιος άλλο από τον αγρόν του δεν εγνώριζε, δεν εφρόντιζε καθόλου διά τα οικιακά του, παρά άφηνε την γυναίκα του ν’ αγωνί­ζεται μόνη και να τρέχει εδώ κι εκεί, με ξένους σαν έρημη! … Αλλά και τι να κάμει η αγαθή χωρική; Επειδή δεν εφρόντιζεν ο πατήρ, δεν ήτο λόγος ν’ αφήσει και αυτή το μικρόν της να χαθεί. Εκάλεσεν ένα παιδί του δρόμου και, με την υπόσχεσιν ότι θα το πάρει μαζί της, το έστειλε να είπει του Νικολού να ταχύνει.

– Ποιος Νικολός θα ρθει, θεια; ηρώτησεν ανήσυ­χος η Ανθή.

– Ποιος Νικολός; Ο δικός σας· απήντησε κατακόκ­κινη από στενοχωρίαν η Φρόσω.

Η Ανθή ησθάνθη ευθύς ένα ισχυρόν νυγμόν εις την καρδίαν και ανετριχίασε σύσσωμος. Η λυγερή έφριττεν εις μόνον τ’ όνομα του Νικολού κι εκείνοι ήθελαν να υπάγει μαζί του εις την πανήγυριν· να καθίσει γόνα με γόνα επί του κάρου· να έχει αυτόν εμπρός της ημέραν ολόκληρον και να είναι καταδικασμένη ν’ ακούει την φωνήν του, την χονδράν και βάναυσον φωνήν του, η οποία ομοιάζει με αλό­γου χλιμίντρισμα! Και αυτό βεβαίως θα ήτο σχεδιασμένον από τους γονείς της. Μετά την συνάντησίν τους εις το σπίτι της γοήσσης, ήρχετο το ταξίδι του κάρου· μετά τας προ­τάσεις, ήρχετο η φανέρωσις του συνοικεσίου. Έτσι πάν­τοτε γίνεται εις τα χωρία. Άμα συμφωνήσουν τα ενδιαφε­ρόμενα μέρη, κάμνουν ένα τραπέζι από κοινού, πηγαίνουν εις καμίαν πανήγυριν, εις διασκέδασιν τινά κατά την παραλίαν του Αγίου Αθανασίου, οπόθεν επιστρέφουν όλοι μαζί εις το σπίτι της νύμφης την εσπέραν. Τούτο γίνεται διά να γνωρισθούν κάπως καλύτερον οι μελλό­νυμφοι και να κοινοποιηθεί με τρόπον το συνοικέσιον. Αργότερα, ήτο βεβαία η Ανθή, ότι θα ήρχιζον τα γεύματα και τα δείπνα εις τον γαμβρόν, αι αποστολαί κανενός γλυκίσματος από μέρους της πενθεράς, είτε το ράψιμον ασπρορρούχων από μέρους, της νύμφης, μέχρις ου γίνει ο επίσημος αρραβών. Ω, πολύ κακά ήρχισεν αυτό το παιγνίδι· πολύ κακά!…

Ενώ ανεκίνει ταύτα εις τον νουν της η λυγερή, εφάνη ερχόμενος μακρόθεν ο Νικολός Πικόπουλος. Είχε την αριστεράν χείρα οπίσω επί της μέσης στηριγμένην. Και τούτο, όχι διότι έπασχε· το ερυσίπελας είχεν εξαλειφθεί πλέον χάρις εις τους εξορκισμούς της κυράς Παγώνας και τα εκ καπνοφύλλων και όξους επιθέματα. Αλλά μεταξύ των εμποροϋπαλλήλων, τους οποίους ηυτύχησε να γνω­ρίσει κατά την βραχείαν μέχρι Πατρών εκδρομήν του, θεωρείται η στάσις εκείνη ως η μάλλον αρμόζουσα εις τον έμπορον. Να βαδίζει κανείς αργά· να έχει κόμην λαμποκοπούσαν υπό του ελαίου· το ημίψηλον ολίγον στραβά· την αλυσίδα του ωρολογίου χονδράν, κατάφορτον από πετράδια και δακτυλίδια και ζώνουσαν επιδεκτικώς το επιγάστριον· την μίαν χείρα στηριζομένην οπίσω, ως να εκουράσθη από το μέτρημα των χρηματοδεμάτων, ενώ η άλλη θα παίζει αδιαφόρως λεπτόν ραβδίον· ω, δίδει σοβαράν περί αυτού ιδέαν εις το χυδαίον πλήθος, τον πα­ριστά και εις τον δρόμον απησχολημένον υπό των εμπο­ρικών κεφαλαίων του. Ας αφήσωμεν δε ότι ανεβάζει και την θέσιν του ως υποψηφίου γαμβρού. Εγνώριζε πολύ καλά να ωφελείται απ’ αυτά τα εμπορικά τερτίπια ο Νικολός Πικόπουλος, ο επιχειρηματίας Διβριώτης, ο αναχωρήσας με μισό τσαρούχι από την άγονον πατρίδα του και τώρα μελλόνυμφος της θυγατρός του αφέντη του. Ε, ναι, διάβολε! Ας μη λέγει τίποτε ο γέρο Στριμ­μένος. Εννόησεν αυτός προ πολλού μέχρι τίνος σημείου εσκόπει να φέρει τον συνεταιρισμόν του ο έμπορος. Δεν χρειάζεται δα και μεγάλη εξυπνάδα διά να μαντεύσει κανείς τι θέλει να ειπεί ο κυρ Παναγιώτης, όταν, ακούων καμίαν νέαν του επινόησιν, ενθουσιά και κτυπά προστατευτι­κώς τον ώμον του λέγων:

– Έ, μωρέ παιδί μου· κάνε δουλειά σου και δε χά­νεις· εγώ γέρασα πια!…

Ούτε κανένα γρίφον προτείνει εις αυτόν η αφεντικιά του, η κυρα-Παχναγιώταινα, όταν του επαναλέγει συχνά, ότι εις τον γάμον του – γάμον αυτού και της Ανθής βε­βαίως – θα χορεύσει με το ένα πόδι. Μόνον αυτό το αγριοκάτσουλο, η Ανθή, δεν ηξεύρει τι σκέπτεται ακόμη· Αλλ’ αυτό δεν ήτο και άξιον λόγου. Ποίος την ερωτά; Εκείνον, τον οποίον θα της δώσουν οι γονείς άνδρα, εκείνον και θα δεχθεί. Αυτό έμεινε τώρα, να ερωτούν και τα κορίτσια!… Έπειτα δεν ήτο τάχα άξιος αυτής ο Νικολός; Ήτο και καλύτερός της. Πόσας άλλας προτάσεις του έφερον μέ­χρι τούδε και από τα χωρία και από τα καλύτερα σπίτια της κωμοπόλεως! Να, ηδύνατο να μετρήσει ένα ένα… Και το μπακαλόπαιδο εις την σκέψιν ταύτην επρότεινεν επιδεικτικώτερον την κοιλίαν του κι έπαιζε την ράβδον ταχύτερον εις το χέρι.

Ατυχώς όμως δεν έκαμνε τας ιδίας σκέψεις και η λυγερή, η κόρη του αφέντη του. Αι περί του καλού ιδέαι της παρθένου δεν συνεβιβάζοντο καθόλου με το ολοστρόγγυλον σώμα, τον πληθωρικόν τράχηλον, τον οποίον δεν έφθανε να περιλάβει όλον τον κολλαρισμένον περιλαίμιον, τας πλαδαράς παρειάς, εκ των οποίων προέκυπτον απειλητικαί τρίχες μ’ όλον το μέχρις αποδάρσεως ξύρισμα, τον ψαρόν μύστακα, τον οποίον δεν εστάθη ικανή ούτε του σύκου η συνδετική ουσία να καθυποτάξει. Μόλις είδεν αυτόν πλησιάζοντα, εγύρισε το πρόσωπον δυσαρέστως.

– Εγώ δεν έρχουμαι· είπε δυνατά εις την θείαν της.

– Τι, δεν έρχεσαι; ηρώτησε κατάπληκτος η Φρόσω.

– Ναι, δε μπορώ…

Και ανέβη ταχέως εις το σπίτι, όπου εξερράγη εις λυγμούς και δάκρυα. Ματαίως ο πατήρ, η μήτηρ, η Φρόσω, παρεκίνουν αυτήν να υπάγει εις την πανήγυριν και την ηρώτων την αιτίαν των θρήνων της.

– Πήγαινε, μωρή θυγατέρα, να ξανοίξει κι ο νους σου· είπεν η κυρα-Παναγιώταινα.

– Όποιος θέλει ας πάει· να ο δρόμος! απήντησεν η λυγερή.

Και σηκωθείσα με πείσμα, εμπήκεν εις το παρακείμενον δωμάτιον κι εξεδύθη τα εορτάσιμα φορέματά της φορέσασα τα καθημερινά.

Αλλά η άρνησις αύτη της παρθένου έφερε πάλιν εις δύσκολον θέσιν την Φρόσω. Ακούς εκεί, ενώ ητοιμάσθη κι εστολίσθη καλά καλά, αίφνης ν’ αλλάξει γνώμην! Δεν υπάρχει αμβιβολία· κάποιος διάβολος απεφάσισε να εμποδίσει την χωρικήν από την εκπλήρωσιν του ιερού σκοπού της. Επίτηδες διά να την κολάσει ήλθε και συνεμπήκε τόσον αποτόμως εις την ώραν που θα εξεκίνουν. Τα συνηθίζει αυτά ο αναθεματισμένος Σατανάς! Πόσας φο­ράς παρουσιάζεται εις τους παπάδες, κατά την ώραν που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν διά να ιερουργήσουν, και σηκώνει προσκόμματα, πότε τους σκύλους ερεθίζων εναντίον των, πότε εις ανεμοστρόβιλον μεταβαλλόμενος συναρπάζει το καλυμμαύχι των και τους απομακρύνει της εκκλησίας· πότε παρουσιάζει λάκκους ανυπάρκτους εμπρός εις τα μάτια των και είναι ηναγκασμένοι ν’ απαγγέλλουν τροπάρια και προσευχάς Οι άγιοι πατέρες καθ’ όλον τον δρόμον, διά ν’ απαλλαγούν από τον πειρασμόν. Και η αγαθή χριστιανή εσταυροκοπείτο κατακόκκινη από τον θυμόν και μόλις συνεκράτει τας βλασφημίας, τας οποίας ητοιμάζετο να ξεστομίσει διά το παρουσιασθέν εμπόδιον. Τώρα τι να κάμει; Με ποιον να υπάγει εις την πανήγυριν; Κι επανελάμβανε τας πρεσβείας της εις την Ανθήν. Αλλ’ η λυγερή έμενεν αμετάπειστος.

– Μωρή, πηγαίνετε μονάχοι σας· είπεν η κυρά Παναγιώταινα παρακινούσα την αδελφήν της να υπάγει μόνη μετά του Νικολού.

– Τι θες, να μου κρεμάσουν κουδούνια; Ή δεν τα ξέρουμε τα Λεχαινά! απήντησεν η Φρόσω θυμωδώς, φοβούμενη τα δύσφημα στόματα των χωρικών.

Αίφνης αγαλλίασις κατέλαβε την ψυχήν και το πρό­σωπον της εχαροποιήθη, ως να συνέλαβε καλήν ελπίδα. Βέβαια καλά το ενεθυμήθη. Αν υπάγει εις το σπίτι του Παντελή του Φούρναρη, κάποια από τας θυγατέρας του θα την ακολουθήσει. Μάλιστα η Βασιλική, η μεγαλυτέρα, τον σταυρόν της κάμνει διά πανηγύρεις και σεργιάνια. Η Φρόσω ετάχυνε το βήμα και ανέβη τέσσερα τέσσαρα τα σκαλοπάτια του Παντελή. Ευθύς δ’ έβαλεν εις ενέργειαν όλην την ευγλωττίαν της, φοβούμενη άρνησιν εκ μέρους της μητρός, διότι δεν έκαμεν από πριν την πρόσκλησίν της, αλλ’ ήρχετο τόσον αποτόμως. Μόλις αντίκρισε την Παντελιού, ήρχισε τας παρακλήσεις μισοκλαίουσα σχεδόν, διότι ο διάβολος έβαλεν εμπόδια εις τον ιερόν σκοπόν της. Έλεγεν ότι, αν της αφήσει μίαν των θυγατέρων της να την συνοδεύσει, θα έκαμνε πολύ, μα πολύ θεάρεστον έργον και θα έσυρε τας ευλογίας του αγίου εις το σπίτι της. Άμα δ’ εννόησε κάπως κλονιζομένην την μητέρα εις τας αντιρρή­σεις της, εστράφη προς τας παρθένους και διά ζωηρού λόγου ήρχισε την περιγραφήν της πανηγύρεως, θέλουσα να κεντήσει άμετρον την περιέργειάν των. Ω, θα περάσουν ωραία εκεί! Θα ιδούν τόσον κόσμον! Τους βλάχους, τις βλαχοπούλες με τ’ αργυρά γιορντάνια και τα χαϊμαλιά· τα βλαχόπουλα με τα γαντζούδια και τους τοκάδες καταφορτωμένα, που να λέγεις πως τρέμει ο τόπος, όταν περι­πατούν. Και το εκκλησιδάκι, το συνήθως τόσον σοβαρόν, με τους μαύρους μουχλιασμένους τοίχους του και τον άξεστον ρυθμόν του, και αυτό θ’ αφήσει την σοβαρότητα και θα φανεί στολισμένον με άνθη περί την θύραν και τα παράθυρα και στεφάνια και κηρίνας ζώνας. Και πέριξ αυτού αληθινή μυρμηκιά ανθρώπων και φωναί του κρασοπώλου, που έχει στήσει το πρόχειρον κρασοπουλειό του κάτω παχυσκίου αγριελαίας· του μικρεμπόρου, που πλανά­ται εδώ κι εκεί με το εμπόρευμά του· του ζαχαροπώλου, που ακολουθεί παρά πόδας τα παιδία και φωνάζει ελ­κυστικά « κοκκοράκια γλυκά!… μελένια παστέλια!…», ενώ άλλος εκεί φωνάζει δυνατά «άσπρο μαύρο! άσπρο μαύρο! ». Και τι είναι αυτό το άσπρο μαύρο; Ένας κύκλος με άσπρας και μαύρας ταινίας κι ένας ρόμβος με τα ίδια χρώματα, ο οποίος γυρίζει σαν ροδάνι εις τ’ αυλάκι και τέλος πίπτει εις μίαν πλευράν, άσπρην ή μαύρην, και χάνεται ο παράς…

Και τα παιδιά! Α, τα παιδιά είναι αλλού. Συνά­ζονται τα πονηρά εκεί, που υποθέτουν ευκολώτερον το κέρδος, εις την Κρησάρα ν, και ρίπτουν εκεί τας πεντάρας των. Αλλ’ εκείναι έχουν, θαρρείς, συνεννόησιν με τον ξένον και πηδούν έξω σαν ακρίδες και χάνουν τα καημένα τα μικρά. Και κάτι παλικάρια, ωχ, κάτι λεβέντες! που να τους πιει κανείς στο ποτήρι, οπίσω από το εκκλησιδάκι δοκιμάζουν την ευστοχίαν των όπλων των βάνοντες σημάδι τον σταυρόν εκεί κανενός τάφου· – ακούς τον σταυρόν!…

Δεν ήτο ανάγκη να είπει περισσότερα η πονηρά χω­ρική. Όλαι αι θυγατέρες του Καινούργιου, καταμαγευμέναι από τα λόγια της, ήσαν πρόθυμοι να την ακολουθή­σουν. Ματαίως η μήτηρ προσεπάθει να τας εμποδίσει, ισχυριζομένη με γέλια και με χάχανα ότι ο Δημήτρης, ο πρωτότοκος υιός της, θα τας έδερνεν όλας και αυτήν την ιδίαν, άμα εμάνθανε τούτο.

– Α, μπα, καλότυχη! Ο Δημήτρης δεν είναι τέτοιος, τον ξέρω· έχει αγαθή ψυχή· είπεν η Φρόσω διά να κολακεύσει την μητέρα κι επιτύχει τον σκοπόν της.

Η γραία τω όντι εις τον έπαινον εκείνον του υιού της εσίγησε και δεν έφερεν αντίρρησιν. Εφρόντισε μόνον πως να συγκρατήσει την προθυμίαν των άλλων θυγατέρων της, δώσασα μόνον εις την Βασιλικήν την άδειαν ν’ ακολουθήσει την χωρικήν εις την πανήγυριν.

Γ’ ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΤΑΙ

Το σπίτι του Παντελή Καινούργιου ήτο πλιθόκτιστον, μετρίου ύψους και δυσαναλό­γου πλάτους, με αυλήν απεριποίητον κι ένα αχυρώνα όπισθεν, με ξυλίνην ταράτσαν προς τον δρόμον, εις την ο­ποίαν έφερε σκάλα χονδροειδής, έχουσα σκαλοπάτια κέ­δρινα, παλαιωμένα και ανώμαλα. Τα μυστρίσματα των τοίχων ήσαν αλλού κρημνισμένα και αλλού πρισμένα υπό των βροχών, ως εμβαλώματα λευκά και γαιώδη εναλλάξ· αι γωνίαι καταφαγωμέναι· οι στύλοι της ταράτσας και τα διαζώματα και το πάτωμα σαρακοφαγωμένα, μισοσπα­σμένα κι επικλινή. Κατ’ αντίθεσιν όμως, τα παράθυρα κι αι θύραι ήσαν γαλαζοβαμμέναι, το εσωτερικόν επιμελημένον, το πάτωμα καθαρόν, παντού δε παρετάσσοντο εντός δοχείων πετρελαίου, μισοσπασμένων σταμνών, σκωριασμένων τυροβολίων και ξυλίνων χονδροειδών κιβωτίων άνθη παντοδαπά, πλούσια εις το χρώμα και την χάριν. Εδώ εδέσποζεν ο βασιλικός με όλας του τας τάξεις, από του αγαπημένου σγουρού μέχρι του πλατυφύλλου, του εκπλήττοντος περισσότερον διά του μεγαλείου παρά διά της ευωδίας του· εκεί τα γαρύφαλλα εις στοίβας κοκκίνας η χιονώδεις· αλλού η αρμπαρόρριζα, ο δυόσμος και η μαντζουράνα εις σμαραγδούντα κι ευωδιάζοντα στρώματα. Κάτω των παραθύρων εκρέματο εις αφθόνους και μακράς πλεξίδας χαλκοπρασίνους ο αμάραντος και παραπλεύρως το μεταξάκι αντετίθετο καλλιτεχνικότατα με την θριαμβευτικήν κατακόκκινην όψιν του· εις τας γωνίας της ταράτσας το κρούσταλλον περιτριγυρίζον νανοφυείς κλώνους με την λευκαυγή μάζαν του μόλις εφαίνετο, καθώς και το γεράνι το βρωμόχορτον επεδείκνυε τα χνοώδη φύλλα του μεταξύ των πλοκάμων του κισσού, ο όποιος ανέβαινεν επί του τοίχου κάτωθεν, περιέβαλλε το περίστυλον κι εσκάλωνεν ανδρειωμένος επί της στέγης. Η γεροντική όψις του σπιτιού εφαιδρύνετο έτσι· εμετριάζετο η σοβαρά και θλιμμένη εκείνη έκφρασις, η απαντωμένη εις τα παλαιωμένα κτί­ρια, κι ενόμιζε κανείς ότι επίτηδες εγκατελείφθη απεριποίητον υπό καλλιτέχνου κατοίκου. Επειδή δε κατά τας ιδέας των χωρικών η φιλόκαλος ή μη διακόσμησις ενός σπιτιού φανερώνει τα μέλη και τας διαθέσεις των κατοί­κων, καθώς και ο κατά την ώραν του γεύματος θόρυβος την οικονομικήν των κατάστασιν, ο Παντελής Καινούργιος εφανερώνετο εκ τούτου ότι είχε πολλάς θυγατέρας.

Όχι και πολλάς. Θεέ μου! Πέντε μόνον θυγατέ­ρας είχεν ο παλαιός ψωμάς της κωμοπόλεως, εκτός της Βασιλικής, η οποία, νεμομένη τα πρωτοτόκια, έλειπε τώρα εις την πανήγυριν μετά της Φρόσως. Αλλά κι αι πέντε αυταί, κληρονομήσασαι τα κάλλιστα και μόνα σχεδόν προτερήματα του ανδρογύνου Καινούργιου, την ακράτητον δηλαδή φλυαρίαν της μητρός και την ελαφρότητα και αφροντισίαν του πατρός, ήσαν ικαναί ν’ αναστατώσουν το σπίτι και όλην την γειτονίαν. Και το ανεστάτωνον καθ’ ημέραν με τους γέλωτας και τα τραγούδια των, τας συναναστροφάς και τους χορούς των μετά των άλλων ομηλίκων.

Σήμερον όμως εγίνετο ο μεγαλύτερος και πανηγυρικότερος θόρυβος εις το γεροντικόν σπίτι. Ήτο εορτή μεγάλη, πανηγυρική εορτή του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου, και εις τα χωρία αι τοιαύται ημέραι δεν παρέρχονται α­παρατήρητοι. Αι θυγατέρες του Καινούργιου, από την παραμονήν καλέσασαι τας φίλας και τας γειτονίσσας, συνεκρότουν τώρα πολυθόρυβον συναγωγήν εις την σάλαν.

Κατείχεν αύτη ολόκληρον σχεδόν το επάνω πάτωμα του κτιρίου. Μόλις καλάμινον διάφραγμα ενός μέτρου, από του οποίου εξείχον όρθιοι κάλαμοι, με τα λογχοειδή φύλλα και τους θυσάνους των ακόμη, και καδρόνια απε­λέκητα, άφηνε χώρον ελάχιστον διά το μαγειρείον και την αποθήκην. Εις την μίαν γωνίαν της σάλας πλατύ, επιβλητικόν έστεκε το κρεβάτι του γεροντικού ανδρογύνου, επεστρωμένον με σινδόνια μεταξωτά και προσκέφαλα κεντητά, κι επάνωθέν του, επί του τοίχου, φρουρός άγγελος εκρέματο το εικονοστάσιον, από ξύλον χονδροειδώς σκαλισμένον, με διάφορα εικονίσματα, κι εμπρός άσβεστη εκρέ­ματο η κανδήλα. Παραπλεύρως έστεκεν ο κομός, λαμπρός από το έλαιον διά του οποίου προσφάτως είχεν αλειφθεί, με το θυσανωτόν τραπεζομάνδηλον σκληρόν από την κόλλαν, με δύο ανθοδόχας γεμισμένας από χρωματιστάς άκανθας και πτερά, με κουτία καταφορτωμέν’ από θαλάσσια όστρακα και με καθρέπτην μέτριον, τυλιγμένον διά κίτρινου τουλίου εις το επιχρυσωμένον πλαίσιόν του. Αντίκρυ ηνοίγετο ο καναπές με το πολύτοξον έρεισμά του, βαθύς, αναπαυτικός, προκλητικότατος από τα πουπουλένια προσ­κέφαλα και τα δαντελλωτά και πολύχρωμα καναπελίκια του. Κι εδώ ή εκεί πέριξ κατείχον τα κενά κασέλαι και φορτσέρια διάφορα, επεστρωμένα διά χρωματιστών απλαδίων, ώστε να φαίνεται του ενοίκου ο πλούτος και συγχρόνως ν’ αναπαύονται οι προσερχόμενοι.

Τώρα εις το κέντρον της σάλας πολλαί παρθένοι, εύμορφοι κι άσχημοι αναμίξ, με απροσποίητον αφέλειαν και χάριν πιασμέναι, ηκολούθουν διά του βήματος και της φωνής τον ήχον του ντεφίου, το όποιον έπαιζεν ερρύθμως στρογγυλοπρόσωπος χωρική. Εις τας άκρας, επί των κιβωτίων, αι μεσόκοποι κι αι γραίαι συνώδευον εις το τραγούδι τας νέας και παρηκολούθουν μ’ εξεταστικόν και πεπειραμένον βλέμμα κριτού τον χορόν, τα βεργολυγίσματα και τους ακκισμούς των, αναπολούσαι μετά τινος βαρυθυμίας άλλην, ιδικήν των εποχήν, τους χορούς και τους θριάμβους των. Μεταξύ τούτων παρεκάθηντο και μητέρες των χορευουσών, αι οποίαι προσείχον εις τα κινήματα των θυγατέρων των και διώρθωνον τας παρατη­ρουμένας ελλείψεις, ενδιαφερόμενοι μεγάλως διά την τελείαν εκμάθησιν… Ούτε τα παιδιά έλειπον, παρά εγέμιζον θορύβου και φωνών το σπίτι, άλλα κυλιόμενα επί του πατώματος μεταξύ του κύκλου των χορευουσών και φλυαρούντα, άλλα κλαίοντα επί των γονάτων των μητέρων των. Και υψηλά, επί της σκαιάς οροφής, μεταξύ των χον­δρών πατερών και των ξύλων της, πρόσχαροι αι χελιδόνες ετσιτσίριζον μέσα εις τας φωλεάς των, είτ’ εκυνηγούντο περιπετώσαι μέχρι των κεφαλών των παρθένων και ρίπτουσ’ αιφνίδιον μεταλλικόν ψέλλισμα. Και όμως όλου τούτου του θορύβου υπερείχεν η φωνή των λυγερών, εύηχος, αρμονική, μιγνυμένη προς τους δούπους του ντεφίου και τους αργυρούς ήχους των κροτάλων και τους μονοκρότους κτύπους των ποδών εις εν όλον μεθυστικόν κελάδημα…

– Ε, να που σας την ήφερα!…

Η υψηλή Ζαχάρω εφάνη αίφνης εις την θύραν της σάλας, σύρουσα από της χειρός εν θριάμβω την Ανθήν. Η λυγερή ήθελε να σταθεί, να χαιρετίσει δεξιά και αριστερά, να φιλήσει τας φίλας της και ν’ αναπνεύσει τέλος από τον δρόμον· αλλ’ η σύντροφός της δεν την άφηνε καθόλου. Παρεκίνει, σχεδόν επέβαλεν εις αυτήν να πιασθεί εις τον χορόν και συγχρόνως έλεγεν εις τας άλλας κορασίδας:

– Δεν ξέρτε τι τράβηξα ώσπου να την καταφέ­ρω!…

– Μπα, καλότυχη!… γιατί;

– Δεν ξέρω πως είμ’ έτσι· δεν είμαι καλά· απήντησεν η Ανθή μετά νωχελείας.

Και αληθινά δεν ήτο καλά η λυγερή. Ησθάνετο αδυναμίαν, φρικώδη αδυναμίαν καθ’ όλον το σώμα και, άμα εκινείτο ολίγον, εκουράζοντο οι πόδες της, ως να εσηκώθη μόλις από πολυήμερον ασθένειαν. Αλλά και την ψυχήν είχεν υπερμέτρως θλιμμένην η κόρη και την κεφα­λήν βαρείαν και την όψιν αλλαγμένην. Μετά την ταραχήν της χθες, την οποίαν υπέφερεν από τους λόγους της κυράς Παγώνας, ήλθον τα σημερινά και την κατέβαλον. Εκτός της πανηγύρεως και των θεαμάτων της, τα οποία θ’ απελάμβανεν, αν επήγαινεν εκεί, επερίμενε και κάτι καλύτερον. Ο Γιώργης την είχεν ειδοποιήσει, ότι θα επήγαινεν εις την πανήγυριν μετά των φίλων του· ότι θα επιλάλει μά­λιστα και την κουλούραν. Και η Ανθή ελογάριαζε να τον απολαύσει εκεί, μέσα εις τον κόσμον και τον θόρυβον, όπου δεν προσέχει κανείς τι κάμνει ο άλλος, μακράν των βλεμμάτων της μητρός της· να στριμωχθεί πλησίον του μέσα εις την κυματούσαν φοράν της λιτανείας, να του προσμειδιάσει από πλησίον και ν’ ακούσει ένα του λόγον αγάπης από εκείνους, τους οποίους μόνος αυτός γνωρίζει να προφέρει με τόσην γλύκαν να τον καμαρώσει, τέλος επί του Μαύρου του, διαπρέποντα μεταξύ των λοιπών παλληκαρίων. Αλλ’ ο Νικολός, παρουσιασθείς αίφνης εμπρός, διέλυσε και αυτήν της την ελπίδα. Α, πάρα πολύ σκαν­δαλωδώς ήρχισε να συνεμπαίνει εις την ζωήν της αυτός ο άνθρωπος!…

Και η λυγερή από ώρας εις ώραν εσχημάτιζε μεγαλυτέραν την αποστροφήν της κατά του Νικολού και, χω­ρίς να θέλει, με την υποψίαν εκείνην της χωρικής, μήπως αμαρτάνει εν αγνοία της, ανεθεμάτιζε την ώραν, κατά την οποίαν ευρέθη εις τον δρόμον, ο όποιος τον έφερεν εις την κωμόπολιν. Εδοκίμασε ν’ ασχοληθεί εις διευθέτησιν του σπιτιού· Αλλ’ ούτε το σώμα, ούτε το πνεύμα είχε πρόθυμον εις τούτο. Όλα της έπταιον γύρω, όλα την ετάρασσον, και τα έπιπλα και τα φορέματά της και τα παιδία μακρινής συγγενούς της, ελθόντα εκεί διά φίλευμα, όπως είχον συνηθίσει, και τα κλωσσοπούλια, τα οποία διά χαριτωμέ­νων πηδημάτων αναβαίνοντα την σκάλαν απέσπων ακρα­τήτους άλλοτε τους γέλωτάς της. Τώρα έδειρε τα παιδία, έδιωξε με φωνάς και κατάρας τα κλωσσοπούλια, έσχισε το φόρεμα της σύρασα αυτό αποτόμως από τινος καρφιού όπου επιάσθη κι έρριπτεν εδώ κι εκεί τα έπιπλα, ενώ τα ετακτοποίει. Η μήτηρ της, η οποία την παρηκολούθει διά του βλέμματος κάτι μαντεύουσα, ηπόρει δι’ αυτά όλα και της έλεγεν από καιρού εις καιρόν με μαλακόν τρόπον:

– Τι έπαθες, θυγατέρα· με την κακή σου είσαι σήμερα;

– Με την κακή μου και με την ψυχρή μου! απήντα σκαιώς η Ανθή.

Την μεσημβρίαν δεν εκάθησεν εις το γεύμα. Οι γέ­ροντες γονείς, οι όποιοι ως μονάκριβην την επεριποιούντο περισσότερον κι εταράσσοντο εις την παραμικράν κακοδιαθεσίαν της, την εκάλεσαν επανειλημμένως να φάγει. Υποθέτοντες ότι η δυσθυμία της εκείνη προήρχετο από μετάνοιαν, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, υπέσχοντο εις αυτήν να υπάγουν μίαν άλλην ημέραν όλοι, να καλέσουν και άλλας οικογενείας φιλικάς, να ψήσουν αρνιά και να διασκεδάσουν εκεί, κάτω από τας μεγάλας ελαίας της μονής. Ο κυρ-Παναγιώτης μάλιστα υπέσχετο να φέρει και τα ταβούλια από το Τραγανό και να χορεύσει εμπρός χάριν της Ανθής του. Αλλ’ η λυγερή έμενεν αμετάπειστος. Προσεποιήθη κόπωσιν, κεφαλόπονον και αυτή δεν ήξευρε τι προσεποιήθη κι έμενεν έξω εις το κατώφλιον της θύρας, ως χήρα κλαίουσα την μοίραν της.

Το απόγευμα ήλθεν η Ζαχάρω και ήθελε να την πάρει εις τον χορόν. Η Ανθή ηρνείτο επιμόνως· δεν ήξιζε τον κόπον να υπάγει. Ο χορός και η συναναστροφή θέλουν όρεξιν και αυτή δεν είχε καθόλου, μα καθόλου! ούτε ν’ ανοίξει το στόμα της. Αλλά και η Ζαχάρω επέμενε παρα­καλούσα. Την όρεξιν θα την κάμει εκεί, άμα ιδεί τις άλλες να χορεύουν και ακούσει το ντέφι να βροντά και να κελαδεί ως έμψυχον εις τας χείρας της Χαραλάμπαινας. Πόσοι κάθηνται εις το τραπέζι δίχως όρεξιν και όμως, άμα ιδούν τα φαγητά, τρώγουν!… Έπειτα να ξεδώσει· αν έχει τίποτε, να το ρίψει έξω… Η λυγερή εν τούτοις ισχυρίζετο ότι, άμα είναι βαμμένη η καρδιά του ανθρώπου, χίλια να κάμει, του κακού πηγαίνουν. Μα πάλιν τι θα κάμει να κλεισθεί εκεί; αντέτεινεν η Ζαχάρω. Από το σπίτι του Καινούργιου θα έβλεπε τουλάχιστον τους πανηγυριστάς· Αλλ’ από το ιδικόν της τι θα έβλεπε; Η αγορά θα είναι έρημη σήμερον ο κόσμος είν’ έξω, εις τις γειτονιές…

Ήτο αγαθή η Ζαχάρω κι επέμενε να διασκεδάσει την θλίψιν της φίλης της. Παρίστανεν ως όλως έκτακτον το θέαμα των πανηγυριστών, όταν επιστρέφουν εις την κωμόπολιν, άλλοι εξηντλημένοι, χαλαρώς κρατούντες τους χαλινούς των αλόγων και κείτοντες την κεφαλήν βαρείαν εκ του πότου και του δρόμου· άλλοι εξημμένοι και αρει­μάνιοι, επιδεικνύοντες τον στολισμόν και την ευτυχίαν των …

Η Ανθή κατεπείσθη τέλος και ηκολούθησε την νεά­νιδα εις το σπίτι του Καινούργιου. Και τώρα η Ζαχάρω, καταμαγευμένη διά την επιτυχίαν της αυτήν, έξαλλος εκ του θορύβου της συναναστροφής και πρόθυμη να χαρο­ποιήσει την φίλην της, ηνάγκαζεν αυτήν να σύρει πρώτη τον χορόν. Κι αι άλλαι νεάνιδες παρεχώρουν προθύμως την θέσιν των εις την Ανθήν. Απέκαμαν πλέον! Εχόρευαν τέσσαρες και πέντε φορές κάθε μία…

Η λυγερή εχόρευσε τω όντι με χάριν και αφέλειαν πολλήν. Έλειπεν όμως από αυτήν η ευθυμία, η όρεξις εκείνη, η πτερώνουσα τους πόδας. Ούτε κινήσεις είχεν αρκετάς, ούτε το βεργολύγισμα εκείνο το βαρύ της εποχής, το όποιον παρομοιάζει την χορεύουσαν με παγώνι, όταν σκύπτει να ποτισθεί εις την πηγήν. Τούτο δεν διέφυγε το εξησκημένον μάτι των άλλων γυναικών και ήρχισαν μεταξύ των να φέρουν εν ψιθυρισμώ τας κρίσεις των. Τι έπαθε, καλέ; πως χορεύει έτσι η Ανθή!… Από όλας δε περισσότερον παρετήρησε τούτο η σπιτονοικοκυρά και το έδειξε χαιρεκάκως εις την μεσόκοπον γείτονά της, την αδελφήν του Γιώργη του Βρανά. Όχι, δεν ηδύνατο να συγχωρέσει τοιαύτα λάθη εις τον χορόν η αγαθή Παντελιού. Αν εχόρευον έτσι αι θυγατέρες της, η Βασιλική της αν εχόρευεν έτσι, δεν θα την άφηνε ποτέ πλέον να χορεύσει. Και βλέπεις, αδελφή, ότι επάχυνεν ακόμη αυτή η κόρη· βλέπεις τι άσχημη έγινε; πού πρώτα, που ήτο μια πανώρια λυγερή!… Έπειτα, τι κάμνει τάχα πως δεν την μέλει και χαληλώνει τα μάτια σαν την Παναγιά; Αυτά δεν χωνεύονται πλέον!… Και, ζωηρευθείσα αί­φνης, εψιθύρισεν εις το αυτί της συντρόφου της:

– Ξέρεις, αδελφούλα μου, που, αν είν’ αλήθεια τα λόγια του κόσμου, ο Γιωργάκης δεν κάνει καλά να πάρει αυτή την ψευτοπαναγιά!…

Κι ενδιεφέρετο η χονδρή και πληθωρική γυνή περί του μέλλοντος του Γιώργη του Βρανά και ανησύχει διά την τύχην του. Η μητρική καρδία της δεν ηδύνατο ν’ ανεχθεί τοιαύτην του νέου ατυχίαν. Δεν εχάθηκαν δα από τον κόσμον τα κορίτσια· είναι άλλα που τον παρακαλούν· αρκεί να θέλει μόνον!… Και ήσαν οι λόγοι ούτοι πλαγία ομο­λογία των συμπαθειών, τας οποίας έτρεφε προς τον Γιώρ­γην, και των προσδοκιών της, ως καλού γαμβρού διά την θυγατέρα της, την Βασιλικήν. Την ηξεύρει δα όλον το χωρίον την Βασιλικήν, την πρωτότοκόν της, τι προκομμένη είναι και τι εύμορφη! Ας μη λέγει τίποτε η Παντελιού, διότι είναι μητέρα και να μην υποτεθεί ότι θέλει να επαινέσει την κόρην της…

– Μπα σε καλό σας! Γάμο έχετε; ηκούσθη αί­φνης και ώρμησεν εις την σάλαν η Βασιλική.

Φωναί εύθυμοι εδέχθησαν ευθύς την παρθένον, δεκαεπταετή ξανθόμαλλον και λευκήν παρθένον· ευχαί εγκάρ­διοι και δεξιώσεις, ως να έλειπεν από χρόνου μακρού.

– Καλώς την· καλώς ώρισες!

– Βοήθειά σου ο άγιος!

– Και του χρόνου με τον καλό σου!…

Η Βασιλική ηυχαρίστει όλας διά τας ευχάς· ησπάζετο τας φίλας της, άπλωνε την χείρα εις άλλας κι εσπόγγιζε το κάθυγρον πρόσωπόν της κι εγέλα πετώσα όλη από χαράν. Ήτο φύσει εύχαρις και λάλος η νεάνις· ένας από τους ελαφρούς εκείνους παρθενικούς χαρακτήρας, τους οποίους δύναται τις ασφαλώς να παρομοιάσει με τας σουσουράδας· πετούν, φλυαρούν, γελούν αδιακόπως και ο νους των διατελεί εις αδιάκοπον ζήτησιν της μεταβολής του βίου, το δε σώμα παρακολουθεί πρόθυμον. Η μελαγχολία δεν έχει θέσιν εις αυτάς· η λύπη δεν έχει διάρκειαν. Περί της Βασιλικής ελέγετο μεταξύ των γυναικών, που παρεστάθησαν εις την γέννησίν της, ότι μόλις έπεσεν εγέλα και ηκτινοβόλει από ευτυχίαν το πρόσωπόν της, ως να ήρ­χετο με λαμπράς εντυπώσεις από τον άλλον κόσμον κι εχαίρετο διά την αλλαγήν του βίου.

Και τώρα δι’ αυτήν την βραχείαν αλλαγήν του βίου, τας νέας σκηνογραφίας, που εξετυλίχθησαν εμπρός εις τα μάτια της, της θορυβώδους πανηγύρεως, του εσμού αυτής και των θεαμάτων, ήτο τόσον χαρούμενη κι έφρισσεν όλη ανήσυχος υπό τας φιλόστοργους χείρας της μητρός της, η οποία την επεριποιείτο με συγκίνησιν.

– Μες στο μεσημέρι εκινήσατε να ’ρθείτε· έλεγε κάπως ηγανακτισμένη η Παντελιού. Δεν αφήνατε λίγο να δροσίσει!…

– Πού άφηνε ο Νικολός! απ’ την ώρα που τον πά­τησε τ’ άλογο εδαιμονίστηκε!

– Τι, ποιο άλογο τον πάτησε;

– Όχι, καλότυχη, τον πάτησε· τον επήρε εκεί με τον αέρα το άλογο του Γιώργη του Βρανά και τον έρριξε κάτω. Αλλ’ αυτός εφοβήθη τόσον, ώστε όλο και άλογα έβλεπε γύρω του και ηνάγκασε τας γυναίκας να φύγουν γρήγορα γρήγορα!…

Ο χορός διεκόπη τώρα και όλαι αι νεάνιδες εκύκλωσαν την Βασιλικήν, περίεργοι ν’ ακούσουν τας εντυπώσεις της. Εις το πάθημα του Νικολού Πικοπούλου, ο όποιος, διά το κωμικόν παράστημά του, συχνά επροκάλει τας ειρωνείας των κορασίδων, οι γέλωτες ήχησαν με θο­ρυβώδη ασυμφωνίαν.

Αλλ’ η εγκαρδιότερον των άλλων γελώσα ήτο η Ανθή. Έπασχε τόσα από αυτόν τον άνθρωπον, ώστε της εφαίνετο πολύ ευχάριστον το πάθημά του. Εξεδικείτο έτσι η αδυ­ναμία της· εθριάμβευεν επί τη ιδέα, ότι ο Γεώργιος ήτο ο εκδικητής αυτής και μετεμελείτο, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν ν’ αντιληφθεί με τα ίδια της τα μάτια την εξου­θενωτικήν εκείνην πτώσιν του μισητού της. Η ψυχή της λυγερής ευρίσκετο εις απολαυστικήν έκστασιν, φανταζομένη τον Νικολόν κυλιόμενον εις το χώμα κι έπειτα σηκωνόμενον περίτρομον, με τα φορέματα κατασκονισμένα, και φεύγοντα ευθύς μακράν της πανηγύρεως, ενώ ο Γεώργιος ωρθούτο επί του αλόγου του θριαμβευτής και υπερήφανος… Και ολίγον κατ’ ολίγον δόσις φθόνου εγεννάτο μέσα της διά την Βασιλικήν· φθόνου, τον οποίον ησθάνθη ευθύς μόλις έμαθεν ότι η νεάνις αντικατέστησεν αυτήν εις την πανήγυριν και τον οποίον εσίγασαν μετ’ ολίγον αι σκέψεις περί του λυπη­ρού μέλλοντός της.

Αλλ’ ανέκαθεν η Ανθή δεν έτρεφε μεγάλην συμπάθειαν προς την Βασιλικήν. Το εύθυμον και γελαστόν ήθος της παρθένου, αι περιποιήσεις τας οποίας απέδιδε προς αυτήν, πάντοτε παρεξηγούντο υπό της λυγερής. Ενόμιζεν ότι όλα ήσαν εμπαιγμοί και φιλέκδικος διάθεσις μόνον. Η Βασιλική ήτο αδελφή του Δημητρίου, του στενότερου φίλου του Βρανά, και τούτο την ανησυχεί μεγάλως. Πρόληψις τις εβασίλευεν εις το πνεύμα της, ότι εκείνη μίαν ημέραν θ’ αντικαθίστα αυτήν εν τη καρδία και τη ζωή του αγαπητού της. Πολλάκις έκλαυσε δι’ αυτήν την ιδέαν· πολλάκις απηλπίσθη και ωμολόγησεν εις τον Γεώργιον πλαγίως, ότι δεν ήθελε να συχνάζει εις το σπίτι του φίλου του. Ο νέος εννόησε τους φόβους της και προσεπάθησε να τους διασκεδάσει. Αλλ’ η φιλία του Βρανά και του Δημη­τρίου υπήρχε πάντοτε ακμαία και αδιάρρηκτος και υπήρχον εκ τούτου και οι φόβοι της λυγερής. Τώρα ενόμιζεν ότι η Βασιλική υπερέβαλεν αυτήν καθ’ όλα· ότι της έκλεψε μίαν έκτακτον απόλαυσιν και μετενόει διότι δεν ηκολούθησε την θείαν της, αλλά παρεχώρησε την θέσιν της εις εκείνην, να κόβει τώρα και να ράβ’ η γλώσσα της!

Ναι, να κόβει τώρα και να ράβ’ η γλώσσα της Βασι­λικής! Τούτο εκέντα πολύ την ζηλοτυπίαν της λυγερής. Να βλέπει τόσας εκεί μορφάς προσηλωμένος εις εκείνην περιέργως· ενωτιζομένας τους λόγους της λαιμάργως, εκπληττομένας διά τα περίεργα συμβάντα της πανηγύρεως· και να ηξεύρη ότι εις την θέσιν της θα ήτο αυτή τώρα, θα εκίνει αυτή την προσοχήν και όχι η Βασιλική. Τούτο εξηρέθιζε τον φθόνον της ακόμη περισσότερον.

– Αμ’ την κουλούρα; Ποιος επήρε την κουλούρα; ηρώτησαν αίφνης την Βασιλικήν αι γυναίκες.

– Ο Γιώργης ο Βρανάς!

Και μετά φλύαρου λεπτομέρειας, ευτυχισμένη, διότι ήτο εις θέσιν να λέγει, όλο να λέγει και ν’ ακούεται μετά προσοχής, η ελαφρά νεάνις ήρχισε να διηγείται τα του ιππι­κού αγώνος. Α! είναι το καλύτερον της όλης πανηγύρεως αυτό! Φαντασθείτε· μόλις εδόθη το σημείον και όλη εκείνη η μυρμηκιά του θεωμένου πλήθους ν’ ανυπομονεί, να στενο­χωρείται, να παθαίνεται, ως εν και μόνον σώμα. Ο κάμπος ηπλούτο επικλινής, ολίγον ομαλός όμως, καταπράσινος, με ολίγα σφερδούκλια εδώ κι εκεί· με μίαν αγριαπιδιάν εις την μέσην κι ευρύς, απεριόριστος εις το βλέμμα των θεατών. Ένεκα της μεγάλης αποστάσεως, δεν διέκρινε τις κατ’ αρχάς άλλο τίποτε παρά μελανά μόλις στίγματα, σκιάς άνω του εδάφους, φερομένας υπό του ανέμου. Μικρόν κατά μικρόν έπειτα διεκρίθησαν οι πόδες των αλόγων, κινούμενοι εμπρός οπίσω μετά ταχύτητος, ως φτερωταί μύλου, και τέλος διεγράφησαν και οι καβαλάρηδες, ως λευκά συννεφάκια ανά την απέραντον έκτασιν. Ο νικητής όμως ήτο αδύνατον να διακριθεί ακόμη. Η φορά των αλόγων εν τη καταπλη­κτική ορμή των ήλλασσε κατά λεπτόν και οι πρώτοι ήρχοντο έσχατοι και οι έσχατοι επροπορεύοντο, ώστε κατήντησεν αμφίβολον το τέλος. Το πλήθος ανυπόμονον έκαμνε τας κρί­σεις του, έλεγε τας εικασίας του καθείς, ωσεί θέλων να ταχύνει το αποτέλεσμα.

– Να το ψαρί, την άρπαξε!

– Μπα, δε βλέπεις το μπάλιο που το φέρνει κατά πόδι;

– Θα το περάσει, ορέ, θα το περάσει!

– Α! α! α! α!…

Κι εφώναζον οιστρηλατούμενοι, κινούντες χείρας και πόδας, ως να μετείχον και αυτοί του αγώνος… Αίφνης να· πίπτει ένας καβαλάρης και φεύγει το άλογόν του μακράν τριποδίζον. Δύο άλλοι, βλέποντες φανεράν την αποτυχίαν, αποσύρονται του αγώνος· αλλά, διά να μη ντροπιασθούν, φεύγουν μακράν των θεατών. Και αρχίζουν ούτοι πάλιν φωνάζοντες:

– Του Ζόγγα επήρ’ ο ένας, του Ζόγγα!

– Κι ο άλλος του Μάζη…

– Πάει να κάμει συμπεθεριό!…

Και γελούν, αιωνίως γελούν, σαρκάζοντες τους νικη­μένους… Τ’ άλογα τρέχουν ακόμη εν δαιμονιώδει φορά, με την κεφαλήν τεντωμένην εμπρός, το σώμα όλον ευθύ­τατον, ως ιπτάμενοι κόρακες. Και τα φορέματα των καβαλάρηδων κυματίζουν, φουσκώνουν από τον άνεμον αι πλατείαι χειρίδες των υποκαμίσων και η φουστανέλλα πλαταγεί θορυβωδώς.

Άλογα τέσσαρα έμενον τώρα διαφιλονικούντα το γέρας. Το λευκόν ήρχετο προς τα εμπρός με τον καβαλάρην κολλημένον, ως κάνθαρον, επάνω του. Αίφνης πλησίον του επέρασε το μαύρον με το λευκόν αστέρι εις το μέτωπον κι εβάδιζε τώρα κατ’ ευθείαν εις το τέρμα. Αλλά μετ’ ολίγον άλλο με τρίχωμα βαθύ ασπρόμαυρον ήλθε παρα­πλεύρως ζητούν την νίκην… Και οι θεαταί εξηκολούθουν τας συζητήσεις κι έλεγαν τα συμπεράσματα των ανυπό­μονοι:

– Ανδραβιδιώτης είναι το αστεράτο;

– Ναι, του Σκαμνάκη…

– Και τ’ άλλο, το σιδέρικο;

– Γαστουνιώτης.

– Θα τη φάει τη χυλόπιτα!

Και ολίγον έλειψε να έλθουν εις ρήξιν εξ αιτίας του, μη παραδεχόμενοι να ντροπιασθεί το άλογον του τόπου των. Αλλ’ αίφνης ο ψαρής, ο προπορευόμενος εις την αρχήν του αγώνος, εστάθη εις την μέσην του δρόμου ακίνητος παρά τας παροτρύνσεις του αυθέντου του και, κρατών υψωμένην την κεφαλήν, παρετήρει όλα τα σημεία, ως να ηρεύνα τον ορίζοντα. Έπειτα εστράφη αποτόμως προς τα οπίσω, συναποφέρων άκοντα και τον κύριόν του.

– Άφ’σ’ τον πάει για βρούβες· είπαν.

Έμεναν πλέον τρία εις το πλάτωμα. Τα δύο επήγαιναν εμπρός και, ολίγον όπισθεν, σχεδόν επί τα ίχνη των, εβάδιζε το τρίτον. Ήρχετο τούτο κανονικώς τρέχον, μη παραλλάσσον τον βηματισμόν, ως να ήτο βέβαιον περί της νίκης του, και άφηνε τ’ άλλα να κοπιάζουν αδίκως. Και, ωσεί προλαμβάνον την σκέψιν των θεατών, δι’ ενός πηδήματος επέρασεν αίφνης μεταξύ των αντιπάλων του κι επλησίασε σπεύδον τον κρατούντα επί κοντού την κουλούραν, της νίκης το έπαθλον.

– Μωρέ, γεια σου, πουλί μου! εφώναξαν οι θεαταί κατενθουσιασμένοι, φιλούντες το άλογον επί του τραχήλου.

Ενώ ο Γιώργης Βρανάς, ο καβαλάρης και κύριος του, ωχρός, συγκεκινημένος, ωρθούτο κι επεδείκνυεν εις το πλήθος την κουλούραν εν εξάλλω αποθεώσει…

– Παναγία μου, τι όμορφος που ήταν! Άγγελος γραμμένος· εφώνησεν η κόρη με απροσποίητον θαυμασμόν.

Αλλά και οι ακροαταί αυτής δεν ήσαν ολιγώτερον ενθουσιασμένοι. Η νίκη ενός αλόγου δεν θεωρείται μικρόν κατόρθωμα μεταξύ των χωρικών. Ο νικητής τιμά όχι μόνον τον εαυτόν του, αλλά και τον κύριόν του και το χωρίον ακόμη, από το όποιον κατάγεται. Η νίκη του διά των μυρίων στομάτων των παρατυχόντων πανηγυριστών διαθρυλείται εις τα πέριξ χωρία, ως μέγα γεγονός. Οι από Πατρών μέχρι Πύργου συναντώμενοι καρολόγοι μεταδί­δουν το όνομα, το χρώμα κι εν γένει τα χαρακτηριστικά του, αυξάνει δε την τιμήν του εις ενδεχομένην πώλησιν, ως εν από τα καλύτερα προσόντα του. Οι χωρικοί εις τα χωρία των επί εβδομάδας, επί μήνα όλον συζητούν μετ’ εν­διαφέροντος τα προσόντα αυτού και τας αφορμάς, διά τας οποίας οι άλλοι υστέρησαν, ως ιστοριογράφοι την ήτταν μεγάλων στρατηγών. Διά τούτο τώρα αι νεάνιδες κι αι άλλαι γυναίκες ετράπησαν εις θορυβώδη διαδήλωσιν υπέρ του Γεωργίου και του αλόγου του.

Μόνον η Ανθή δεν ωμίλει, δεν εθορύβει, δεν ενθουσιάζετο. Τι αν ησθάνετο μικράν χαράν εις τα στήθη της διά τον θρίαμβον του Γεωργίου; Η λύπη της ήτο μεγάλη τώρα, διότι δεν ήτο εκεί και αυτή να τον απολαύσει εις την έξαλλον αποθέωσίν του, και μεγαλύτερα η αγανάκτησίς της εναντίον του Νικολού, ο όποιος έγινεν η αιτία τούτου, κι εναντίον της Βασιλικής, που τον απήλαυσε. Και τι τάχα καμαρώνεται αυτή, η «άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το βερζί, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ρίξε μου τα μαλλάκια σου ν’ ανέβω απάνου», ε; Τι καμαρώνεται και χοροπηδά και ομιλεί τόσον ελευθέρως περί του Γεωργίου!… Ή μήπως της επόνεσε και αυτής το δόντι; – μωρέ μού­τρα!… Η λυγερή, ζηλότυπος εις την αγάπην της, περίφοβος διά το είδωλόν της, εσκέπτετο ότι καλύτερον θα έκαμνεν, αν δεν ήρχετο εκεί, και ωργίζετο εναντίον, της Ζαχάρως, η οποία την έφερε διά ν’ ακούσει αυτούς τους λόγους, να μαυρίσει περισσότερον την καρδίαν της, και ήθελε να φύγει. Αλλ’ οι έπαινοι περί του Γεωργίου και του αλόγου του εξηκολούθουν μεταξύ των γυναικών και η λυγερή ανέβαλλεν από στιγμήν εις στιγμήν, αρεσκομένη ν’ ακούει καλολογίσματα διά τον καλόν της.

– Δεν ξέρω, έλεγε τώρα η γριά Μήτραινα· ο μαύρος είναι φαλάγγι!

– Και τι όμορφο νοητάκι! εγώ, αν ήθελε ο Γιώργης, θα του έκανα ένα χαϊμαλί· επρόσθεσεν η Βασιλική ενθου­σιωδώς.

Η λυγερή δεν εκρατήθη πλέον. – Ξετσίπωτη! εψιθύρισε με πείσμα και διηυθύνθη προς την θύραν διά να εξέλθει. Αλλά δυνατός πυροβολισμός, αντηχήσας έξω, ηνάγγκασεν αυτήν να ορμήσει μετά των άλλων γυναικών με βοήν και πάταγον εις την σάλαν.

– Παγγυριώτες, κορίτσια, παγγυριώτες!…

Ευθύς άδειασεν η σάλα. Αι γραίαι, αι μεσόκοποι, αι νεανίδες συνωστίζοντο τώρα επί της ξύλινης ταράτσας, προβάλλουσαι τας κεφαλάς και διαφιλονικούσαι τας θέσεις εν ανταλλαγή φωνών και γελώτων, μεταξύ των οποίων ηκούοντο και κλαψίματα στενοχωρηθέντος είτε πατηθέντος παιδίου.

– Την κουλούρα! Έχουν την κουλούρα!… εφώναξε μικρά κορασίς, κτυπώσα τας παλάμας εξ υπέρμετρου χαράς.

Τω όντι ο όμιλος του Βρανά και των φίλων του ήρχετο φέρων θριαμβευτικώς την κουλούραν. Μετά τον ιππικόν αγώνα οι νέοι επήγαν εις την στάνην του γέρω Γκόρα, όπου ο πλούσιος ούτος πατριάρχης με τα κοπέλια και τους υιούς του υπηρέτει εν αδόλω χαρά τους πολυαρίθμους ξένους του. Έφαγον με όρεξιν το σουβλιστόν αρνί, το πουγανιστόν κατσίκι και την γευστικήν τυρόπιταν του γέρω Γκόρα κι ερόφησαν αφθόνως το κρασί του. Μετά τας διαχύσεις της χαράς και της ευθυμίας των, αποχαιρετίσαντες τους βλαχοποιμένας, εκίνησαν διά την κωμόπολιν. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν ήτον ολιγότερον συγκεκινημένος του Κοροίβου, του αρχαίου Ολυμπιονίκου, εισερχομένου εις την γενέτειραν πόλιν. Το άλογόν του ήτο νικητής· άρα ήτο και αυτός νικη­τής. Και όχι μόνον αυτός, αλλά και όλοι οι σύντροφοί του!

Και ήρχοντο τώρα εξημμένον έχοντες τον νουν υπό του πότου οι νέοι, ορθόν το σώμα υπό του θριάμβου, ανά τέσσα­ρες, με τας χείρας ενωμένας επί των ώμων, εις ένα σώμα πολυσύνθετον εξ αλόγων και ανδρών. Εις το μέσον του πρώτου στοίχου διεκρίνετο, διά το πλούσιον της στολής και το υψηλόν ανάστημά του, ο Βρανάς, κρατών εις την μύτην του μαχαιριού του ανθοστολισμένην την κουλούραν, της νίκης του άθλον, και το άλογόν του, μεγαλοπρεπώς βαδίζον, ανακινούν εδώ κι εκεί στεφανηφόρον κεφαλήν, ως να εννόει τον θρίαμβον τον οποίον κατήγαγε. Και τ’ άλλα τ’ άλογα μετ’ ευρύθμου βαδίσματος έφερον τους υπερήφανους καβαλάρους των, τραγουδούντας εναλλάξ το τραγούδι του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου:

Άγιε μου Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,

σαν άγιος μοιάζεις στη θωριά, σαν ήλιος στη λαμπρότη,

παρακαλώ σε, αφέντη μου και τίμιε μου στρατιώτη!

Οι πανηγυρισταί έτσι επλησίασαν εμπρός εις το σπίτι του Καινούργιου. Απέναντι υπήρχεν ευρύς σπιτότοπος, κατεστραμμένος κήπος μ’ ερείπια εις το βάθος και αρκετάς πέριξ συκομορέας. Επί μιας τούτων εκυμάτιζεν υψηλά κόκκινη σημαία κι εκρέματο φιάλη γεμάτη κρασίου, κάτω δε εις την σκιάν των άλλων δένδρων διεσπαρμένα ξύλινα καθίσματα εμαρτύρουν ότι εκεί ήτο πρόσκαιρον κρασοπωλείον. Το πρόσκαιρα αυτά κρασοπωλεία είναι συνήθη εις τα χωρία κατά τας επισήμους ημέρας και χρησιμεύουν ως κέντρα ευθύμου συναθροίσεως, αφού τα καφενεία και τα καταστήματα της αγοράς μένουν κλειστά. Πτωχοί χωρικοί, από του Σεπτεμβρίου αποθηκεύοντες προς ιδίαν χρήσιν κρασί εις τα σπίτια των, πωλούν εξ αυτού ολίγον κατά τας τοιαύτας ημέρας, ποριζόμενοι δι’ ελαχίστου εμπορεύματος αρκετά κέρδη. Τούτο λοιπόν έκαμεν εκεί ο Αριστείδης, μεσόκοπος χωρικός, έχων λευκόν σκουφάκι από μανδαπολάμι εις την κεφαλήν, σηκωμένας τας χειρίδας του υποκαμίσου μέχρι των ώμων, τας δε του μεϊντανίου καρφωμένας χιαστί όπισθεν διά καρφίδος, ποδιάν βρεγμένην επί της φουστανέλλας κι ελευθέρους καλτσών τους πόδας. Ο τραυλός ούτος χωρικός εφαίνετο ότι εγεννήθη διά το επάγγελμα του κρασοπώλου· οι δε συμπατριώται του έλεγον ακόμη ότι κρασί επώλει και εις την κοιλιάν της μάνας του. Αδιακόπως έφερεν επί του προσώπου το χρώμα του κρασίου, επί δε των φορεμάτων, και όταν ακόμη ήτο αργός, την βαθείαν οσμήν του. Ήτο πολύλογος, ακούραστος εις την εξάσκησιν του επαγγέλματος του, μουσκευμένος μέσα κι έξω. Τώρα ησχολείτο εις την εξόφλησιν παλαιών λογαριασμών, τους οποίους είχε με τον Κουτσαναστάσην, αγαθόν κρασοπατέρα, σκεφθέντα αυτήν την στιγμήν κατά την μέθην του να πληρώσει τα χρέη. Αλλά του εφαίνοντο εξογκωμένα κι εζήτει από τον Αριστείδην να κατεβάσει τας απαιτήσεις του. Ο κρασοπώλης ανυπομονών κι εξοργισμένος επροσπάθει να τον πείσει ότι ήσαν αλάθητα τα κατάστιχά του και του επανέλεγε με την τραυλήν φωνήν του:

– Τον καιρό που το πίνεις!… τον καιρό που το πίνεις!… τον καιρό που το πίνεις!…

Μόλις όμως είδε τους πανηγυριστάς πλησιάζοντας, ο Αριστείδης παρήτησε τον Κουτσαναστάσην να λύνει με τρόμον χειρών και ψιθυρισμόν αδιάκοπον την χρηματοσακκούλαν του και, αρπάσας την κρασοκανάταν και ποτήρια, ήλθε προς αυτούς. Οι νέοι πορετήρησαν ευθύς, μόλις πλησιάσαντες, τ’ ωραίον και πλούσιον σύμπλεγμα των γυναικών επί της ταράτσας και ο ενθουσιασμός των έγινεν ακράτητος.

– Χρόνια πολλά, θεια!… χρόνια πολλά!… εφώναζον, χαιρετώντες με το ποτήρι τας γραίας.

Αλλ’ αν διά της φωνής απετείνοντο προς τας μαραμένας εκείνας μορφάς, ο λογισμός αυτών και το βλέμμα επέτα κι έθιγε διψαλέον τ’ ανθηρά κάλλη, των οποίων τα πονηρά μάτια ελαμπύριζον μεταξύ του πρασίνου κισσού, ως αδάμαντες επί στρώματος σμαράγδου. Κι έκφρονες πλέον εκέντων τ’ άλογά των εις διάφορα γυμνάσματα· διεσκέλιζον μαζί τα καθίσματα και τους πάγκους, έκοπτον διά μιας φεύγοντες τους κλάδους των δένδρων ή, στρεφόμενοι περί την κοιλίαν των ζώων, ήρπαζον τα χαμαί ξυλάρια κι επανέστρεφον επί της σέλλας ακλόνητοι. Κι αι τόσαι εκεί λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν πληγωμένην υπό της λεβεντιάς εκείνης· συνελάμβανον ιδέας παραδόξους, πόθους γλυκερούς, οι οποίοι κατά την εξέλιξίν των ήτο δυνατόν, ήτο εύκολον, ναι, ν’ απολήξουν εις την ευτυχίαν της ζωής των.

Υπάρχει εις την ζωήν της νεάνιδος κάποια στιγμή, κατά την οποίαν αίφνης και απροσδοκήτως από το παραμικρόν γεγονός αφυπνίζεται το λανθάνον ένστικτον. Τότε το πατρικόν σπίτι φαίνεται εις αυτήν στενόν, φυλακή αυτό­χρημα· αι σοβαραί όψεις των γερόντων ανυπόφοροι, η ζωή εκείνη, από την οποίαν έφυγαν πλέον αι ονειροπολήσεις, αι πλάναι, αι αδιάκοποι περί μεταβολής ελπίδες, πολύ μο­νότονη. Την γαλήνην του πατρικού ασύλου η νεάνις απο­στέργει μετά βαρυθυμίας, όπως αποστέργει το πουλί τον κλωβόν του. Βιάζεται να φύγει το τρυφερόν πουλάκι, να καθήσει επί άλλου κλαδίσκου, τον όποιον φαντάζεται χλοερότερον, σκιερότερον, ευτυχέστερον πάντοτε του πατρικού. Και ονειροπολεί αδιακόπως τον άγνωστον σταυραετόν, εκείνον που θ’ ανοίξει μίαν ημέραν τας ισχυράς πτέρυγάς του και θα την συνεπάρει μακράν, εις άλλον βίον, εις άλλην φωλεάν. Τούτο συνέβαινε τώρα και εις τας ψυχάς των παρθένων. Εύρισκον πολύ αρμοδιότερα τα σπιτάκια των νέων εκείνων, διά να περάσουν την ζωήν των, πολύ ευτυ­χέστερον τον εαυτόν τους, αν τους επερίμεναν εμπρός εις την θύραν διά να τους δεχθούν μόλις πεζεύσαντας και να τεθούν αφρόντιδες υπό τας περιποιήσεις και τας διαταγάς των.

Η Ανθή δεν εσκέπτετο τούτο ολιγότερον των άλλων. Τουναντίον ήτο εκεί εμπρός της ο αγαπημένος και ήσαν ζωηρότεροι οι πόθοι και τα όνειρά της. Αν αι άλλαι δεν ήξευρον τον λυτρωτήν σταυραετόν, αυτή τον εγνώριζε κι έβρισκε μάλιστα ότι εβράδυνε να έλθει. Αχ, κινήσου, καημένε σταυραϊτέ! Άνοιξε τα φτερά σου κι έλα πάρε την· φέρε την εις άλλους τόπους, όπου αφθονεί ο κισσός και ο μόσχος, και μη την αφήνεις εις αυτόν τον μπούφον Νικολόν, ο οποίος θα την μαράνει με το πρώτον φίλημα του!… Και η λυγερή, με σπαρταρίζον μάτι, ως να ητένιζε σημείον φωτεινόν, ητένιζε τον Γεώργιον Βρανάν, ανηρεύνα μετ’ αυξούσης φροντίδος τα μεσσήνια – τας μεσσηνιακάς εκείνας δερματίνας περικνημίδας, τας οποίας συνηθίζουν οι καβαλλικεύοντες φουστανελλοφόροι διά την προφύλαξιν των καλτσών – την φουστανέλλαν χυνομένην κατάλευκην επί της σέλλας, τον λυγηρόν κι ευρύν κορμόν, τον οποίον περιέβαλλον επιχαρίτως τα μερεντίτικα μεϊντανογέλεκα, και σχεδόν εψηλάφει ευφροσύνως την χαριτωμένην του νέου κεφαλήν, με το υπόξανθον μουστάκι και τα γαλανά μάτια. Εσύρετο δε υπό του πόθου κι εθεώρει μεγίστην ευτυχίαν να της ήτο εύκολον να πλησιάσει εκεί, ν’ αρμόσει μίαν φεύγουσαν λωρίδα του μεσσηνίου, να ταξιθετήσει τας ανεστραμ­μένος πτυχάς της φουστανέλλας, να στρώσει επιμελέστερον το κεντητόν μαντήλι του σελαχίου, να ρίψει επί του ώμου την σκορπισμένην φούνταν του φεσίου του. Όχι, δεν ήθελε να τον βλέπουν ξένα μάτια έτσι άτακτον τον καλόν της! Και εις την λέξιν αυτήν φρικίασις εκυρίευε την σάρκα της Ανθής, ευτυχία επλημμύρει την καρδίαν της. Εφαντάζετο διά μίαν στιγμήν τον εαυτόν της πλησίον εκείνου· ότι τον εψηλάφει γλυκύτατα· ότι ηκροάτο τους λόγους του· κι εθεώ­ρει μάγον μόνον όνειρον το τοιούτον. Αν κι εγνώριζε τον προς αυτήν έρωτα του Βρανά, δισταγμός κάποιος εισέδυεν εις την ψυχήν της. Διά της αγάπης της εμεγάλυνε τον νεανίαν· εταπείνωνε τον εαυτόν της κι εύρισκεν ότι τοιούτος λεβέντης, όχι, δεν ηδύνατο να ζευγαρωθεί με αυτήν, την σταχτοπούταν!… Και η χαρά της λυγερής μετετρέπετο εις μελαγχολικήν χαράν, ευδαιμονίαν θλιμμένην, η οποία ενάρκωνε το σώμα, παρέλυε το πνεύμα κι έφερε σχεδόν δάκρυα εις τα μάτια της.

Αίφνης η λυγερή εσκίρτησεν, ως να ήλθεν εις την πραγματικότητα. Ο Βρανάς την έβλεπε κατάματα μ’ έκφρασιν μεγάλης ευτυχίας. Έπειτα έσυρεν από του σελαχίου αργυρόλαβον μαχαιράκι, έκοψεν ένα κομμάτι από την κου­λούραν κι έφερε το άλογόν του κάτω από την ταράτσαν.

– Χαιρέτα, Μαύρε!

Το άλογον χαιρετά τω όντι ανακινούν επάνω κάτω την νοήμονα κεφαλήν του και ο νεανίας όρθιος εις τις σκάλες της σέλλας προσφέρει το κομμάτι εις την λυγερήν. Εις αυτήν, ναι, την Ανθήν, και όχι άλλην· διότι τ’ αποσύρει ευθύς, μόλις απλώνει την χείρα να το πάρει αυτή, η ξετσίπωτη Βασιλική. Αλλ’ η Ανθή μένει ακίνητος. Όχι, Γιώργο μου, όχι· δεν είναι καλό αυτό που κάνεις· δεν είναι φρόνιμον ό,τι ζητείς να κάμει η αγάπη σου! Να μην ήτο κόσμος, ναι, έπαιρνεν ευχαρίστως όχι την κουλούραν μόνον, αλλά σε τον ίδιον, όλον εις την αγκαλιά της· αλλ’ εκεί, ενώπιον τόσων βλεμμάτων, όχι! Τι θα ειπούν έπειτα οι γονείς; Τι θα πλάσει ο κόσμος; Τι θα γίνει το όνομά της; Καλή είναι η αγάπη, αλλά και το τιμημένον όνομα πολύ καλύτερον!… Και η λυγερή, παραλυμένη, ηύχετο να σχισθεί η γη κάτω από τους πόδας της, διά να κρύψει αυτήν μετά της εντροπής της· να μεταβληθούν εις λίθους τα βλέμματα των τόσων εκεί θεατών, να την θάψουν ολοζώντανην και διά παντός.

– Πάρ’ το! εφώναζον οι νέοι από κάτω.

– Πάρ’ το! έλεγον κι αι γυναίκες.

Αλλ’ η Ανθή ένα μόνον ησθάνετο να της λέγει «πάρ’ το!»· τον Βρανάν, ο οποίος εξηκολούθει να κρατεί υψηλά το κομμάτι της κουλούρας με τρέμουσαν εκ του κόπου χείρα και να την ατενίζει υπομειδιών με μάτια κάπως παραπονούμενα, διότι ηρνείτο να πάρει εκείνο, μέρος του θριάμβου, τον όποιον δι’ αυτήν κατήγαγε. Κι ελυπείτο να λυπήσει αρνούμενη τον νεανίαν η λυγερή· κι εσύρετο εις το βλέμμα του, ως εις μαγνήτην.

Αλλά τα τόσα βλέμματα την επίεζον. Υπέθετεν ότι αι περίεργοι πέριξ μορφαί εσάρκαζον την πράξιν της· ότι τα μειδιώντα εκείνα χείλη εκινούντο, προητοιμάζοντο εις δυσφημίαν του ονόματος της. Κι αίφνης, εις την ιδέαν αυτήν ανδριευθείσα, διά σπασμωδικής δυνάμεως ετινάχθη προς τα οπίσω, παρεμέρισε το πλήθος των γυναικών και εισήλθε κλαίουσα εις την σάλαν.

Δ’ ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΗΓΑΔΙ

Τώρα κείται παρημελημένον, με σκορπισμένα χείλη, κατεστραμένα σκαλοπάτια, γεμάτον από ξύλα και πέτρες, ως πηγή κατηραμένη. Οι βρύσες, χύνουσαι κατά συνοικίας άφθονον και υγιεινόν νερόν, εστέρησαν αυτό και του τίτλου, τον οποίον ευγνωμόνως του απέδιδον οι κάτοικοι· ο δ’ επαρχιακός δρόμος, διελθών από πλησίον, εγύμνωσεν αυτό του μυστηρίου, εφυγάδευσε τον προστάτην θεόν του και το εξέθεσεν εις τας κακοβούλους διαθέσεις των διαβατών. Τα παλικάρια του τόπου δεν συγκινούνται πλέον εις την όψιν του και οι λυγερές ούδ’ ενθυμούνται καν την ύπαρξίν του. Ερωτήσατε όμως τους προ είκοσι, προ εικοσιπέντε ετών νέους, οποίας στιγμάς του βίου των οφείλουν εις αυτό· ίδετε τας μαραμένας όψεις των γραιών, πώς ζωηρεύονται, όταν προφέρουν τ’ όνομά του. Ο γυμνός εκείνος χώρος ανακαλεί εις αυτούς εποχήν ολόκληρον, όπως η όψις τάφου επαναφέρει εις την μνήμην με όλας τας συνη­θείας της ζωής του προσφιλή νεκρόν. Επανευρίσκουν μυστικάς χαράς, εκεί κατασπαρείσας· εκφραστικά βλέμματα, εκεί αφεθέντα· λόγους αγάπης, κρύφια εναγκαλίσματα, διακοπέντα αίφνης από το βήμα διαβάτου και μη επαναληφθέντα ποτέ πλέον· πόθους εκεί αναφανέντας κι εκεί μείναντας ως φυτόν μαρανθέν κατά την βλάστησίν του. Όλος εκείνος ο βίος της νεότητος ο μυστικός, ο αφανής, ο κρύφιος, ο διαρρέων λάθρα διά της καρδίας και της ψυχής, πλανάται ακόμη δι’ αυτούς εκεί, τους ψηλαφεί γλυκύτατα, τους προσμειδιά κι ευρίσκουν οι απόμαχοι ούτοι της νεότητος την δρόσον, την ευεργετικήν δύναμιν του απομάχου πλέον εκείνου ποτισώνος.

Διότι το Καλό Πηγάδι ήτο ο μόνος ποτισών της κωμοπόλεως τότε. Ακόμη από των χρόνων της Τουρκοκρατίας το νερόν εσπάνιζεν εκεί. Και όχι διότι εστερείτο ο τόπος πηγαδιών. Αλλ’ όλα ήσαν «άτυχα», είχον γλυκύ είτε υφαλμυρόν νερόν, όλως ακατάλληλον προς πόσιν. Πρώτος ο Χασάν Αλής κι έπειτα ο Σιμάν αγάς, πλούσιοι Τούρκοι, ήνοιξαν δύο μεγάλα πηγάδια, μετά τον Τζαφέρην, τον γεφυρώσαντα τον Στρεμμένον, ευεργετήσαντες κατά πολύ τους κατοίκους. Αλλ’ ο Σιμάν αγάς υπήρξεν ευτυχέστερος εις την εκλογήν του εδάφους. Οι νεράιδες, αι έφοροι των πηγών, επλούτισαν το πηγάδι του με όλα τα δώρα των. Έκαμαν το νερόν του διαυγές, ψυχρόν, ευκολοχώνευτον και νόστιμον, ώστε όλοι οι κάτοικοι από αυτό να υδρεύονται. Κι επήγαιναν καθ’ ημέραν, από τας πρώτας μεταμεσημβρινάς ώρας μέχρι βαθείας νυκτός, αι γυναίκες κι αι παρθένοι να γεμίσουν τις στάμνες των, έφερον οι νέοι να ποτίσουν τ’ άλογά των, ήρχετο και ο γέρων νεροκουβαλητής με το γαϊδουράκι να γεμίσει τα μικρά του βαρέλια. Έτσι συνηντάτο εκεί ποικιλία χαρακτήρων και παρήγετο ποικιλία γεγονότων. Η γυναικεία φλυαρία επετείνετο εις το ακρότατον σημείον, τα νέα της ημέρας συνεζητούντο και ανελύοντο μετ’ ακριβολογίας πε­ρισσής· η κακολογία, η οποία εις τας μικράς κοινωνίας εμπλέκει, όπως η αράχνη τα ζωύφια εις ασφυκτικόν ιστόν, ονόματα τινα επίφθονα και οικογενείας, εύρισκεν εκεί ελεύ­θερον στάδιον ενεργείας. Αλλ’ εύρισκεν ελεύθερον στάδιον ενεργείας εκεί και ο έρως από παρθένους απλοϊκάς και αφελείς, όπως η Ρεβέκκα, την οποίαν συνήντησεν ο ταμίας του Αβραάμ εις την πηγήν του Ναχώρ· η συζυγική πίστις από γυναίκας, όπως η Πηνελόπη του δημοτικού τραγουδιού, η ποτίζουσα τον μαύρον του ξένου χωρίς να τον ατενίζει εις τα μάτια· η φιλία από νέους με ρωμαλέα και ανδροπρεπή αισθήματα.

Και αυτήν την εσπέραν η ιδία εικών εφαίνετο εις το Καλό Πηγάδι. Όλος ο πέριξ τόπος κατείχετο υπό συμμιγούς και αδιακόπου θορύβου. Όμιλοι γυναικών ήρχοντο και όμιλοι απήρχοντο με τις στάμνες γεμάτες εις την κεφαλήν ή τας χείρας ή επί των ώμων· χαιρετισμοί αντηλλάσσοντο κατά διαφόρους εκφράσεις· γέλωτες κι επικλήσεις και φωναί συνηχούν με τους κωφούς κτύπους των αγγείων και τους οξείς ήχους των σίκλων· βλέμματα πονηρά διεσταυρούντο και κραυγαί εκπλήξεως μετά μορφασμών και μειδιαμάτων υπόπτων εκυκλοφόρουν.

Επί των υψηλών χειλέων του πηγαδιού και κάτω επί του πέτρινου αλωνίου σμήνος ολόκληρον εχειρονόμει κι εφλυάρει και υδρεύετο εναλλάξ. Πέντε δέκα σίκλοι ανέβαινον διά μίαν στιγμήν από τα έγκατά του· δέκα είκοσι χείρες τους ήρπαζον ευθύς και κατά διαφόρους διευθύνσεις τους εκένουν εντός των χασκόντων αγγείων. Εκ της σπουδής της υδρεύσεως και εκ της αμίλλης, όπως μη υστερήσει η μία της άλλης, παρήγετο σύγχυσις περισσοτέρα. Τα σχοινιά των σίκλων περιεπλέκοντο· αι γεμάται στάμναι εκενούντο κρυφίως εις άλλας υπό τινος πονηράς, βιαζομένης, είτ’ εχύνοντο κατά γης υπό άλλης σκανδαλιάρας, είτ’ εξηφανίζοντο καθόλου, είτ’ εθραύοντο πολλάκις εξ αλληλοσυγκρούσεως. Τότε ήρχιζον οι διαπληκτισμοί, αι κατάραι, εις τας οποίας εγέλων κι εφώναζον εμπαικτικώς αι κάτω αναμένουσαι την σειράν των γυναίκες.

– Να τι σου κάνει η Κεβή· – τη βλέπεις!

– Και δεν ακούς γλώσσα που σώβγαλε!

– Σα δεν παίρνεις να της σπάσεις τη βίκα στο κε­φάλι!…

Είχον κουρασθεί να περιμένουν τόσην ώραν με τις στάμνες προ των ποδών και τας χείρας σταυρωμένας και προσεπάθουν να διασκεδάσουν εξανάπτουσαι την έριν διά των λόγων. Παρέκει δύο γραίαι, αφού διά συναξαρίου ευχών έπεισαν μίαν παιδίσκην να γεμίσει τους σίκλους των, προσεστραμμέναι πλησίον, εβλέποντο και, «ψι… ψι…», συνωμίλουν στόμα με στόμα περί σπουδαίας δήθεν υποθέσεως. Πλησίον δ’ εκεί δύσμορφος και αστείος νεανίας έφερεν υπερήφανον άλογον να ποτίσει κι εζήτει ένα σίκλον. Αλλ’ αι γυναίκες όλαι ηρνούντο να του δώσουν και ο νέος εστενοχωρείτο και παρεκάλει χαριτολογών:

– Μωρ’, δώστε μου, να με ιδείτε καλό γαμπρό!… Αι γυναίκες εγέλων διά τούτο κι αι παρθένοι εξεκαρδίζοντο. Μα τι νόστιμα που τα λέει ο Φωτάκης!… Αλλ’ ο νέος εβιάζετο· εβαρύνθη μόνον να λέγει κι αίφνης ήρπασεν ένα σίκλον, ανασυρθέντα εκείνην την στιγμήν από το πηγάδι, και, παρά τας φωνάς της αντλούσης κοντούλας γεροντοκόρης, έφερεν αυτόν εις το στόμα του ζώου του.

– Έτσι να δροσίσω κι εγώ εσένα, κυρά μου! είπε με ιλαρότητα ο νέος.

Γέλως θορυβώδης εξερράγη από τους λόγους αυτούς. Αλλ’ η μία των γραιών εμόρφασε δυσαρέστως.

– Τι ξετσιπωσιές, αδερφή! είπε

– Αμ’ δεν άκουσες τα χθεσινά; Μπα, που δεν ξέρει πια πως να μας βαστάξει ο Θεός!… επρόσθεσεν η άλλη.

Και ήρχισαν τα δύο λαδικά να σχολιάζουν διά λόγων κλαυθμηρών, μετά ψευδευλαβείας περισσής, την χθες εμπρός εις το σπίτι του Καινούργιου σκηνήν. Η αλήθεια είναι ότι ούτε η μία ούτε η άλλη ήσαν εκεί. Ήκουσαν το γεγονός λεγόμενον εις τας μακρινάς γειτονίας των καθεμία και τώρα, αφού συνηντήθησαν, έκριναν αναγκαίον ν’ ασχοληθούν ολίγον και περί αυτού… Ακούς, καλέ, να μένει αυτή καρφωμένη εις την ταράτσα κι εκείνος από κάτω να της δίδει την κουλούρα εμπρός σε τόσον κόσμο! Πού ηκούσθη άλλοτε τέτοιο πράγμα… Ε, τι να ειπεί! Δεν το επερίμενε ποτέ αυτό από την Ανθήν η γρια-Κωσταντινιά· την ήξευρε τόσο φρόνιμη!… Αλλ’ η γριά-Βαγγελιώ εβεβαίωνε, ότι δεν είναι να πιστεύει κανείς ούτε τα ίδια του τα μάτια. Απ’ το σιγαλό ποτάμι να φοβάσαι. Α! εκείνη πάντα το έλεγε, πως χρήματα ημπορεί ν’ απόκτησεν ο Στριμμένος, μα φρόνιμο κορίτσι δεν απόκτησε! Μπα, Παναγία μου· δεν πάνε να κάμουν τουλάχιστον κρυφά ό,τι κάνουν, παρά φανερά εβγήκαν εις τους δρόμους σαν τα σκυλιά!

Κι εξήφθησαν μικρόν κατά μικρόν αι στρεβλαί ψυχαί των λαδικών κι έγιναν οι λόγοι των ακουστοί πέριξ, ώστε να προσελκύσουν και άλλας γυναίκας. Κύκλος εσχηματίσθη γύρω των από μεσοκόπους, από παρθένους και παιδίσκας ακόμη. Και όλαι ήσαν κατά πάντα σύμφωνοι με τας γραίας. Ούτε η ηλικία, ούτε το νεάζον πνεύμα, ούδ’ αυτή η ψυχή η ακμάζουσα, ούτε τα ίδια συναισθήματα ήρχοντο να υπερα­σπίσουν τους δύο εραστάς. Τουναντίον καθεμία εφρόντιζε πώς να σωρεύσει περισσοτέρας κατηγορίας εναντίον των, πώς να φανεί ότι αποδοκιμάζει τοιαύτα κινήματα. Εκοκκίνιζον τα πρόσωπα των μεσοκόπων, σκανδαλιζομένων υπό του πειρασμού· εφοβούντο αι μητέρες, μήπως αι τοιαύται σκηναί προσβάλουν την ηθικήν των θυγατέρων των, του χωρίου ολοκλήρου, κι εκόπτοντο τώρα και ανεθεμάτιζον σχεδόν την κυρα-Παναγιώταινα, που δέχεται τας τοιαύτας παρεκτροπάς της θυγατρός της.

– Εγώ, αν μώκανε τέτοια το κορίτσι μου, το ’σφαζα στο κατώφλι της πόρτας μου· είπε τραγικώς χειρονομούσα εύσωμος γυνή.

– Κακομοίρα μάνα, Θεός σχωρέσ’ την! Το ’λεγε πάντα: «ο κόσμος, μωρέ παιδιά μου, χάλασε· έτσι που πάμε, θα μας έρθει κι άλλη νεροποντή»! επρόσθεσεν η γρια-Βαγγελιώ με τόνον θρηνώδη, ενθυμουμένη τας περί νέου κατακλυσμού προφητείας της μητρός της.

– Αμ’ σώπα, καλότυχη! στον καιρό το δικό μας που να γένουν τέτοια πράματα!… αντέκρουσε μωρόσοφον γραΐδιον.

– Εγώ, να, εγώ, μωρές, με βλέπετ’ εμένα; έκραξεν αράθυμη η γρια-Κωσταντινιά. Ως την ημέρα που τον πήρα το συχωρεμένο Κωσταντή, δεν τον είδα στα μάτια… Άμα καταλάβαινα πως ερχόταν, φράστ! εγώ έφευγα στους γειτόνους, να κρυφτώ ως που να φύγει …

– Όχι, σαν τώρα κάνε, που μ’ οποίον βρεθούν στέ­κουν και μιλούν στους δρόμους!…

Η συνομιλία των γυναικών ελάμβανε διαφόρους φά­σεις κι εζωηρεύετο. Εν τούτοις επί του πηγαδίου διεξήγετο ακόμη θορυβώδης ο περί της υδρεύσεως αγών και εξηκολούθουν ακόμη να πηγαινοέρχονται αι χωρικαί από τα μονο­πάτια.

– Για ιδέστε πώς έρχεται, η σιγαλοπαπαδιά! είπεν αίφνης μία γυνή δεικνύουσα προς την είσοδον του χλοερού δρομίσκου, του φέροντος από της κωμοπόλεως εις το πηγάδι.

Αι γυναίκες διέκοψαν την συνομιλίαν των και ητένισαν όλαι με μειδίαμα χλευαστικόν την Ανθήν. Ήρχετο η λυγερή κρατούσα την στάμναν επί του αριστερού ώμου και άλλην διά της χειρός, ακολουθούμενη υπό μικράς ανυποδήτου παιδίσκης, φερούσης τον σίκλον. Δεν είχε τίποτε το προσποιητόν επάνω της, όπως ήθελον να φανερώσουν διά του επωνύμου σιγαλοπαπαδιά αι κακολογούσαι γυναίκες. Επί του προσώπου, επί του βαδίσματος και εφ’ όλου αυτής του ατόμου υπήρχε θλίψις τις, η ισχυρά εκείνη θλίψις και κόπωσις, η απαντωμένη μόνον εις τους γνωρίσαντας την αληθινήν δυστυχίαν. Τα μάτια της παρθένου διετήρουν βεβαίως την γλυκείαν αυτών και μαγικήν διαύγειαν Αλλ’ υπόμαυροι στεφάναι διαγραφόμενοι κύκλω και τριανταφυλλένια ερυθρότης επί των ακροβλεφάρων επρόδιδον ότι πολλά έχυσαν δάκρυα· σπασμώδης δε τις τρόμος του κάτω χείλους, υπόχρως πελιδνού, και η νωθρότης του σώματος εμαρτύρουν αρκετά την δοκιμασίαν της ψυχής της.

Τω όντι η λυγερή υπέφερε πάρα πολύ. Εκτός του κλονισμού, τον οποίον ησθάνθη από τα λόγια της κυράς Παγώνας, και των διαθέσεων των γονέων της περί συνοικεσίου, η χθεσινή εμπρός εις το σπίτι του Καινούργιου σκηνή πολύ την ελύπησε. Πρώτον ότι κατεντροπιάσθη εμπρός τόσου πλήθους, φανερωθέντος πλέον του προς τον Γιώργην έρωτός της, και δεύτερον δυσηρέστησεν αυτόν αρνηθείσα να λάβει το προσφερόμενον κομμάτι της κουλούρας. Και, ενώ αποσυρθείσα της ταράτσας ανελύετο εις δάκρυα και λυγμούς, δεν ηδύνατο κανείς να είπει ασφαλώς αν έκλαιεν από τον θυμόν, διότι εδόθη τ’ όνομά της έρμαιον της κακο­λογίας των χωρικών, ή από θυμόν εναντίον της, διότι δεν έλαβε του νέου το δώρον.

Αλλ’ εκ της συχνοτέρας προσηλώσεως του νου της λυγερής εις εν και μόνον σημείον της σκηνής εκείνης, εις την πικραμένην όψιν και τ’ οργίλον ήθος του Βρανά, μόλις είδε την άρνησίν της, έκαμνε καθένα να πιστεύει ότι περισσότερον εστενοχωρείτο διά το δεύτερον. Ναι, εκάκιζε τώρα τον εαυτόν της η Ανθή, διότι εδείχθη τόσον υπερήφανος και ασυγκίνητος εις τον έρωτά της. Τι ηθέλησε τάχα να κάμει με αυτό; Να φράξει τα κακά στόματα; Εις εκείνα αρκεί ότι είδον κάτι· δεν είχον ανάγκην να ιδούν περισσότερα. Αι κακαί γλώσσαι έχουν την καλοσύνην να συμπληρώνουν μόναι των τα κενά. Αν ηυχαρίστει τουλάχιστον τον Γιώργην, αν εδέχετο την προσφοράν του, θα είχε καν αυτόν· δεν θα τον ηνάγκαζε να φύγει ευθύς μακράν, μακρύτερον όσον το δυνατόν, καταπληγώνων με τα σπιρούνια το άλογόν του, μη θέλων ν’ ακούσει ουδέ τους συντρόφους του.

– Έπρεπε να το πάρω κι ας χανόταν ο κόσμος· έλεγεν αποφασιστικώς.

Αλλ’ ευθύς ήρχετο δριμύς έλεγχος της αποφάσεως της αυτής το παρθενικόν κοκκινάδι επί του προσώπου και σχεδόν την απέπνιγε. Τι να κάμει; Να το δεχθεί εκεί, εμπρός τόσου κόσμου· να προδώσει μόνη το αίσχος της· να λησμονήσει τους γονείς, τ’ όνομα της! Όχι! ποτέ! ας εχάνετο καλύ­τερα η αγάπη…

Αλλά και πάλιν δεν το εύρισκε καλόν τούτο. Πως να χάσει την αγάπην της, διά την οποίαν έπαθε τόσα πολλά; Πως ν’ αφήσει να της φύγει δυσηρεστημένος ο Γιώργης, διά τον οποίον καθ’ ημέραν τόσας επιπλήξεις εδέχετο παρά των οικείων της; Πως να τον υποφέρει ξένον και αδιάφορον, αφού συνήθισε να τον θεωρεί αφοσιωμένον πλέον σύντροφον; Ω, όχι! Θα κάμει τ’ αδύνατα δυνατά να τον συναντήσει· να του είπει την αιτίαν, διά την οποίαν δεν έλαβε την προσφοράν του: «Μη μου χολιάς, Γιωργάκη μου, γι’ αυτό… Δε με θες να είμαι φρόνιμη;» Και να του διηγηθεί την νέαν, την μεγάλην συμφοράν, η οποία τους ηπείλει. Έτσι η λυγερή σκεπτομένη έφθασεν εις το σπίτι της.

– Αμ’ έλα, περπέσα· συμμαζέψου πια! είπεν η κυρα-Παναγιώταινα, μόλις είδε την θυγατέρα της, με μαλακήν, δήθεν επιπλήττουσαν φωνήν.

– Δεν ήμουν πουθενά· στη Βασιλική ήμουν είπε δειλώς η Ανθή, φοβούμενη μήπως έμαθε τίποτε η μήτηρ της.

– Εσύ γυρίζεις κι η μοίρα σου δουλεύει, καλότυχη! Έλα, πιάσε μου, γιατί θα ’χομε το γαμπρό απόψε.

– Ποιο γαμπρό;

– Έλα δα, καλομοίρα· και τον ξέρεις και τον ξέρω· σώπα!.. .

Η Ανθή ανετριχίασεν όλη. Δεν ήξευρε διατί, δεν ηδύνατο να φαντασθεί πώς, αλλά πάντοτε, οσάκις επρόκειτο περί σπουδαίου τινός γεγονότος της ζωής της, το πρώτον πράγμα που έβανε κατά νουν ήτο ο Νικολός Πικόπουλος. Από της ημέρας του αγίου Ιωάννου, ότε μετά το βγάλσιμο των ριζικαρίων εξήρχετο με γεμάτον αμίλητου νερού το στόμα εις τους δρόμους, διά ν’ ακούσει τ’ όνομα εκείνου, τον οποίον έμελλε να κάμει σύζυγον, μέχρι της μεταμεσημ­βρινής ώρας του Τριημέρου, ότε υπό την επιρροήν της αλμυροκουλούρας ονειρεύετο, ο Νικολός επρωτοστάτει κι εν τω ύπνω κι εν τη εγρηγόρσει της παρθένου. Ο Γιώργης Βρανάς δεν εφανερώνετο έτσι ενώπιον της· όχι. Έπρεπε ν’ αγωνισθεί η ιδία, να τον κράξει σχεδόν διά του νου και τότε να προσέλθει. Ενώ ο Νικολός ήρχετο ευθύς αυτόκλητος. Η λυγερή ελυπείτο, εστενοχωρείτο διά τούτο και τον απέπεμπε με πεί­σμα, όπως αποδιώκει κανείς σκύλον από το σπίτι του. Αλλά και αυτός με πείσμα επανήρχετο. Έτσι και τώρα εις τους πρώτους λόγους της μητρός της, ο Νικολός εφάνη με όλην του την σιχαμερήν παράστασιν εις τον νουν της λυγερής.

– Σαν το διάτανο φανερώνεται μπροστά μου! εσκέ­φθη.

Και είχε την έκφρασιν αδίκως ταλανιζομένης υπάρ­ξεως. Όχι, δεν τον ήθελε τον Νικολόν. Εκείνα τα μικρά και πονηρά μάτια του, τα προσηλούμενα άπληστα και αρπα­κτικά παντού, όπου ητένιζον· εκείνη η βάναυσος συμπερι­φορά του· η σπουδή του εις οποιονδήποτε μέρος και αν ήτο, και εις την εκκλησίαν ακόμη, να ομιλεί περί χρημάτων και συμφέροντος, δεν ήσαν ικανά προσόντα διά να κινήσουν εις συμπάθειαν την νεαράν ψυχήν της παρθένου.

– Γρήγορα, γρήγορα! Το φαγί στο τραπέζι! ηκούσθη αίφνης κι εφάνη εις την θύραν ο κυρ-Παναγιώτης.

Και οπίσω του ήρχετο ο βαρύς όγκος του Νικολού Πικοπούλου. Οι συνέταιροι εφαίνοντο εύθυμοι πολύ, ως να ετελείωσαν καμμίαν επικερδή υπόθεσιν. Τούτο εμάντευσε με το πρώτον βλέμμα η κυρα-Παναγιώταινα και πλήρης χαράς ήλθε κι εφίλησε τον Νικολόν. Ήτο τούτο ομολογία φανερά, απόδειξις του τρυφερού συνδέσμου, ο οποίος έσμιγε τώρα και τας τέσσαρας εκείνας υπάρξεις εις εν· ότι ο Νι­κολός Πικόπουλος, ο παμπόνηρος Διβριώτης, απετέλει πλέον αναπόσπαστον μέλος της οικογενείας του αφέντη του. Τα φιλήματα δεν δίδονται εύκολα εις τα χωρία. Η Ανθή το εγνώριζεν· απελπισία την κατέλαβεν ευθύς και ήτο ετοίμη ν’ αποσυρθεί εις το μαγειρείον διά να κλαύσει. Αλλά, πριν προφθάσει να κάμει βήμα, δύο χείρες την ενηγκαλίσθη­σαν και φίλημα ετέθη επί του παρθενικού μετώπου της.

– Νύφη που θα σου γένη, ε!…

Ο γέρων έμπορος, κρατών εις τας χείρας την θυγα­τέρα του, επεδείκνυεν αυτήν εις τον Νικολόν μετά τινος υπερηφανείας, όπως έκαμνεν όταν εδείκνυε το εμπόρευμά του εις κανένα αγοραστήν. Ο παλαιός υπηρέτης έστεκε χάσκων, με τα μικρά μάτια του προσηλωμένα μετ’ ορέξεως επί της παρθένου, ως επί θηράματος. Δεν ήξευρε τι να κάμει, πως να φερθεί εις την περίστασιν αυτήν της νέας θέσεώς του, ως γαμβρός ανεγνωρισμένος του αφέντη του. Εσκέπτετο αν δεν ήρμοζε να υπάγει και αυτός ν’ αποθέσει φίλημα επί της μελλούσης γυναικός του. Βέβαια έπρεπε· πώς την φιλεί τάχα ο αφέντης του; Αυτός ήτο ο γαμβρός και αυτή ήτο η γυναίκα του!… Και αποφασίσας εβάδισε προς την παρθένον με την φρικίασιν εκείνην της προσδοκίας του φιλήματος, με την ταραχήν των πρωτόπειρων εραστών. Αλλά το φίλημα έμεινεν εις τα χείλη του Νικολού. Η κόρη, ελευθερωθείσα της πατρικής αγκάλης, έρριψεν αστραπηβόλον βλέμμα εις τον ατυχή νυμφίον κι έφυγε μακράν.

Την επομένην η κεντητή ανδρομίδα εκινείτο αμελώς επί του ανατολικού παραθύρου του σπιτιού του Στριμμένου. Και ηδύνατο να κάμει τον σκοπόν, διά τον οποίον εβάλθη παρά της Ανθής εκεί, και κάθε άλλο, μία σινδόνη λόγου χάριν μ’ ένα κόμβον εις την μέσην ένα χρωματιστόν μαν­τήλι δεμένον επί του θριγκού· αλλ’ οι διαβάται και αι γειτόνισσαι έμπαιναν εις πειρασμόν και θα εβασανίζοντο, μέχρις ου ανακαλύψουν την αιτίαν. Ένας κόμβος τόσος δα εις το σεντόνι! α, κάτι τρέχει αφεύκτως… Διά την ανδρομίδαν όμως εγνώριζον όλοι, ότι ήτο το αγαπητόν κατόρθωμα της παρθένου. Ότι επί εξάμηνον ειργάσθη επ’ αυτής, χωρίς να σηκώσει κεφάλι, μετά φιλοπονίας και ζήλου, κι εκέντησε διά πολύχρωμων νημάτων πουλιά και ψάρια επί κατακόκκινου ουρανού μετά λεπτοτέχνου αβρότητος, ώστε να είναι αύτη το καλύτερον από τα προικιά της. Δεν θα είχον λοιπόν άλλο να την κατηγορήσουν παρά πως είναι επιδεικτική.

– Κάθε τρεις και λίγο μας την κρεμά, τάχα να ιδούμε την προκοπή της! …:»

Από αυτά ας λέγουν όσα θέλουν. Την αλήθειαν να μη λέγουν ήθελεν η λυγερή. Να μην ηξεύρουν δηλαδή, ότι η ανδρομίδα εκείνη, της οποίας το πολύχρωμον ζωηρόν μαλλί εσπινθηροβόλει μέχρις αποτυφλώσεως υπό τον ήλιον, επληροφόρει τον Γιώργην Βρανάν διά την αγωνίαν της, την σπουδήν την οποίαν είχε διά να ιδεί αυτόν και του ομιλήσει.

Αι λυγεραί των χωρίων δεν ήξευρον ακόμη την γλώσσαν των ανθέων. Αι συνεννοήσεις των, σπάνιαι άλλωστε, διότι η αυστηρά ηθική εθεώρει ως καταισχύνην τον έρωτα, εγίνοντο εις τας κοινάς συναθροίσεις διά των βλεμμάτων, ικανών από κάθε άλλο μέσον να εκφράσουν τα αισθήματα της ψυχής, από τα οποία εζωογονούντο. Εκτός αυτών όμως, αν υπήρχεν άμεσος ανάγκη συνεννοήσεως, αν απειλουμένη καταστροφή έρωτος ηνάγκαζε τας παρθένους να εξέλθουν της αυστηράς επιφυλακτικότητος, δεν έλειπον και αι γραίαι αι παμπόνηροι ή τα μικρά παιδία, τα οποία πολλάκις δι’ αφε­λών ψελλισμάτων μετέφερον τα φλογερά αισθήματα των εις τους λεβέντες. Αλλά και το βεργολύγισμα, ο ακκισμός, το μισόκλειστον μάτι εις τον δρόμον ήσαν αρκετά μέσα συνεν­νοήσεως.

Η κεντητή ανδρομίδα της Ανθής προ αρκετού καιρού εχρησίμευεν ως ο ευγλωττότερος μαντατοφόρος των αισθη­μάτων της εις τον Γιώργην Βρανάν. Αι θλίψεις είτ’ αι χαραί της λυγερής, οι φόβοι είτ’ αι επείγουσαι αποφάσεις της εκρύπτοντο αφανείς εις τας πτυχάς της και έφθανον μέχρι του νεανίου, ο οποίος την ημέραν δι’ ενός βλέμματος, είτε την νύκτα δι’ ενός διστίχου, αφελώς δήθεν ψαλλομένου, και κάποτε, ναι, υπό τον ζόφον της νυκτός, υπό την βαρείαν της σκάλας σκιάν, τα εδιόρθωνεν όλα…

Αλλ’ αυτό; Πώς να διορθωθεί αυτό; Πώς ν’ αποσοβηθεί ο κίνδυνος ο μέγας που ηπείλει τώρα τους δύο εραστάς; Η Ανθή όλην εκείνην την ημέραν ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν. Οποιανδήποτε εργασίαν και αν ήρχιζεν, ήτο ανίκανη να την τελειώσει. Δύο τρεις βελονιές εις το κέντημά της, δύο τρεις σαρωματιές εις το σπίτι και πάλιν έτρεχεν εις το παράθυρον κι εκοίταζε μη που φανεί ο αγαπημένος της. Και πάλιν η ανησυχία και πάλιν ο δισταγμός κατέτρωγε την ψυχήν της. Θα περάσει δεν θα περάσει!… Ναι, δεν θα περάσει σήμερον ο Γιώργης από πείσμα, διότι δεν εδέχθη το δώρον του. Ω, τον είδεν αυτή πως ωργίσθη! Ενθυμείται ποίαν έκφρασιν έλαβεν η όψις του και ποίαν οδύνην το βλέμμα του, ενώ έφευγε. Σπανίως τον είδε κατά το πολυχρόνιον διάστημα του έρωτός των οργισμένον· αλλ’ οσάκις τον είδεν, ενεθυμείτο μετά ρίγους ότι έχυσε πολλά, πάρα πολλά δάκρυα μετανοίας η ατυχής. Όχι, δεν θα περάσει!…

Αλλ’ επέρασε· ναι. Κατά το απόγευμα ο Βρανάς επέρασε κάτω από το σπίτι, αργά βηματίζων, κατηφής, με κεφαλήν σκυμμένην, ως να εμέτρει το μήκος των παπου­τσιών του. Η λυγερή περιχαρής ώρμησεν εις το παράθυρον, εκρεμάσθη σχεδόν όλη έξω κι εφώναξεν, αποτεινομένη δήθεν εις την απούσαν παιδίσκην:

– Μωρή Γκόλφω!… Κάμε, μωρή, γλήγορα, κι έχου­με να πάμε στο πηγάδι!…

Ο Βρανάς δεν εκινήθη, δεν εσήκωσε μάτια ν’ ατενίσει το αγγελικόν πρόσωπον, το οποίον μετά φόβου και αφοσιώσεως τον προσέβλεπε· δεν έκαμε κανέν κίνημα παραδοχής ή αρνήσεως εις τους λόγους της λυγερής, αλλά παρήλθεν, εξακολουθών να μετρά το μήκος των παπουτσιών του πάν­τοτε… Ω, ήτο φοβερά οργισμένος!…

Και τώρα, εις την τοιαύτην του Βρανά εικόνα ωφείλετο κατά μέγα μέρος η κατήφεια και η ταραχή της λυγερής. Ηύχετο, όταν φθάσει εις το Καλό Πηγάδι, να εύρει ολίγας γυναίκας, να μείνει τελευταία και μόνη εκεί, διά να μη ενοχληθεί εις την μετά του Γιώργη συνάντησίν της. Αφού όμως είδε τόσον πλήθος ακόμη, κατελήφθη υπό αθυμίας. Όλα στραβά λοιπόν πηγαίνουν σήμερα!… Επλησίασεν αργά εις το πηγάδι, απίθωσεν εις μίαν άκραν τις στάμνες και, αδιάφορος εις τον θόρυβον και τας φωνάς των υδρευομένων, ανέμενε, το βλέμμα πλανώσα ρεμβώδες εις την σκιάν της αμπελοφύτου πεδιάδος.

Ποία μελαγχολία εις την φύσιν πέριξ! Υπέθετε κανείς ότι ήτο πιστή εικών των θλιβερών συναισθημάτων της παρ­θένου. Κάτω προς την θάλασσαν ύπωχρος ουρανός με ανταυ­γείας κοκκινωπάς εδώ κι εκεί ως τζανφές. Επάνω προς τα βουνά της ανατολής ουρανός βαθυγάλανος με ολίγους αστέ­ρας και προς την δύσιν μίγμα λευκοπρασίνου και αργυρού αιθέρος φωτεινού, στίλβοντας, μέσω του οποίου ελούετο μέγας, λαμποκοπών ο Αποσπερίτης. Η γαλήνη αύτη του αιθέρος εκούραζε την λυγερήν· αι σκιαί των πουλιών, πετώντων εις τας φωλεάς των, αντενακλώντο μαύραι, ως πέν­θιμοι στοχασμοί εις το βλέμμα της. Αι αγριάμπελοι, καταβαίνουσαι εις ξανθάς περιπλοκάδας από των ελαιών εις τας βάτους· αι βάτοι αύται αι ανθισμέναι, αι οποίαι περιέφρασσον ως κατάχλωρον φωλεάν το Καλό Πηγάδι· τα επί του αύλακος νανοφυή χόρτα, τα κάρδαμα και οι ερυθροί κώνοι της δρακοντιάς πλέοντες εις τα θολά νερά· το χόρτον το σμαραγδούν κατά δισκάρια γύρω εις το αλώνι και τα βελούδινα φύλλα της κυκλαμιάς, μόλις προέχοντα εις τας σχισμάδας των πετρών, ναι, όλα δεν έκαμνον άλλο παρά να κλαίουν την θλιβερήν τύχην του έρωτός της, αυτήν την Μοίραν της… Η καημένη η λυγερή, άδικα που θα χαθεί!… Και εις την ιδέαν αυτήν της συμπαθείας των αψύχων και ευτελών πραγμάτων η Ανθή περισσότερον συνεκινείτο, ησθάνετο την καρδίαν της συντριβομένην, είχε διάθεσιν να κλαύσει!…

– Έλα· γιόμισε τώρα να πάμε και θα μας μαλώσ’ η κυρά!…

Η Ανθή συνήλθεν. Ήτο μόνη με την παιδίσκην, η οποία την εβίαζε να πάρουν νερό και να φύγουν. Η λυγερή έσπευσεν, ανέβη εις τα χείλη του πηγαδιού και μετά ταχύτητος ανεβάζουσα και κατεβάζουσα τον σίκλον εγέμισε τας στάμνας. Ήρχισε τώρα ν’ αδημονεί διότι ο Γιώργης δεν εφαίνετο. Εσυλλογίζετο μετά τρόμου μήπως ο Βρανάς κρα­τήσει την οργήν του και δεν έλθει να την συναντήσει. Τώρα, ότε είχον όλην την ανάγκην της συμπνοίας και αγάπης των, διά να σκεφθούν και απομακρύνουν την συμφοράν, τώρα ευρέθη και αυτός να είναι χολιασμένος. Αχ, καλά την λέγουν την αγάπη ψυχοβγάλτρα!. ..

Η λυγερή παρέβαλλε μετά θλίψεως την γαλήνην της ψυχής της, την οποίαν είχε πριν αγαπήσει, με το καθημερινόν τώρα βάσανον. Τι καλά που ήτο τότε! Δίχως φόβους, δίχως σκέψεις, χωρίς όνειρα την νύκτα, χωρίς φροντίδας την ημέραν! Η αγάπη της ηπλούτο κι εμοιράζετο εις τους γονείς και τους συγγενείς της· εις τα άνθη και τας φίλας της και εις τους χορούς και τα τραγούδια. Τώρα όλα τα ελησμόνησεν· από όλα αυτά εσήκωσε την αγάπην της και την έρριξεν όλην εις ένα και μόνον άνθρωπον. Τότε η αγάπη της ήτο ελαφρά κι εύθυμος, ως δρόσος μαργαριτώδης, που κάθηται εις όλα τα φύλλα της τριανταφυλλιάς· ενώ τώρα εκάθητο βαρεία επί της καρδίας της ως μολύβι και την κατέθλιβε και την ελιποψύχει… Και μήπως τουλάχιστον είχε την βεβαιότητα ότι θα εκέρδιζεν επί τέλους την αγάπην της! Όλα τα περί αυτήν από τινων ημερών εφαίνοντο ότι συνεμάχησαν εναντίον του πόθου της. Και ο Βρανάς αυτός ακόμη συνεμάχει εναντίον της. Να που δεν ήρχετο, παρά την άφηνε μόνην ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνον…

Έτσι μεμψιμοιρούσα και μισοκλαίουσα έλαβε τις στά­μνες κι εγύριζεν εις το σπίτι απηλπισμένη. Αίφνης εις την καμπήν των βάτων διέκρινε μακρόθεν τον Βρανάν, ερχόμενον μετά του αλόγου του από την εξοχήν. Δόξα σοι ο Θεός!

– Τράβα μπροστά κι έφθασα· είπεν εις την παιδίσκην. Και, στρέψασα γύρω ερευνητικόν βλέμμα, εκρύβη σπεύδουσα κάτω από την συκιάν του Πλευρού. Η συκιά εφυτεύθη προ αμνημονεύτων ετών. Είναι γιγαντιαία, με κλάδους πίπτοντας κάτω μέχρι του εδάφους και σχηματί­ζοντας πυκνόν θόλον, κάτω του οποίου δύνανται ασφαλώς να κρυβούν δέκα άνδρες. Αντιθέτως όμως προς τον όγκον αυτής, κάμνει καρπούς μικρότατους, σχεδόν ως λεπτοκάρυα, μετατρέποντας το βαθυπράσινον χρώμα των εις κεχριμπαρένιον κατά τον Νοέμβριον και Δεκέμβριον. Αλλ’ ούτε ο σπάνιος καρπός, ούτε η βαθεία σκιά της είναι ικανά να ση­κώσουν τον φόβον των χωρικών. Διότι η συκιά είναι στοι­χειωμένη. Προ πολλών ετών, επί Τουρκοκρατίας ακόμη, γραία τις έρριψεν εις την ρίζαν της μικρόν αβάπτιστον παιδί, καρπόν αθεμίτου έρωτος. Το παιδί απέθανε μετ’ ολίγον εκεί υπό του ψύχους και της πείνης· οι σκύλοι δε και οι χοίροι της γειτονιάς ενήργησαν καταλλήλως την ταφήν του. Έκτοτε όμως μέχρι σήμερον ακούονται εκεί κατά τας νύκτας και τας μεσημβρινάς ώρας των καλοκαιριών κλαψίματ’ αδιά­κοπα. Οι ελαφροΐσκιωτοι λέγουν ότι συναντώσι συχνάκις μικρόν βρέφος εν σπαργάνοις είτε μικρόν τουρκόπουλον γυμνόν με φεσάκι εις την κεφαλήν ή σπιθαμιαίον αράπην με φωσφορίζοντα μάτια και λευκούς οδόντας μεταξύ εβενόχρου μορφής. Είναι το στοιχειό του παιδιού. Διά τούτο οι χωρικοί αποφεύγουν την συκιάν και αφήνουν τους καρπούς της ως φθοροποιούς.

Και η Ανθή δεν θα επήγαινε ποτέ εκεί δι’ όλον τον κόσμον. Η ανάγκη όμως να ίδει και ομιλήσει εις τον Γιώργην και ο φόβος μήπως φωραθεί υπό τινος έσπρωξαν αυτήν υπό τους σκοτεινούς κλάδους, όπου ανέμενε τρέμουσα, μέχρις ότου έλθει ο εραστής της.

– Να μη σ’ είδε κανείς; ηρώτησεν, ευθύς μόλις τον είδε, κατάχλωμη.

– Όχι· ποιος θες να με ιδεί;

Ο Βρανάς απήντησε συνωφρυωμένος, μη θέλων να την ατενίσει εις τα μάτια. Έφερε βαρείαν την προσβολήν της προτεραίας ο νέος. Η αλήθεια είναι ότι γνώριζε τον έλεγχον, εις τον οποίον υπόκεινται όλοι εις τας μικράς κοι­νωνίας, γυναίκες και άνδρες· Αλλ’ εθεώρει ότι διά κάθε άλλον ήτο ούτος παρά διά τον εαυτόν του. Το αλογάκι και το κάρον του τα είχε· την μανούλα του την είχεν, είχεν ένα σπιτάκι πατρικόν διά να μένει, στιβαρούς βραχίονας να δουλεύει και δεν είχε χρέος ουδέ πεντάραν. Τίμιος ήτο· ειλικρινής ήτο, ώστε να βασίζονται όλοι εις τον λόγον του και όχι εις τας κακολογίας των άλλων. Είχεν ακόμη και την αγάπην του, αγνήν, αληθινήν αγάπην, περί της ειλικρι­νείας της οποίας δεν αμφέβαλλεν αυτός και δεν έδιδε το δικαίωμα ν’ αμφιβάλλει και κανείς άλλος. Είχε την πεποίθησιν ότι μίαν ημέραν, με τον κατάλληλον καιρόν, ο κυρ-Παναγιώτης Στριμμένος θα τον έκραζε να τον κάμει γαμβρόν του. Ναι· διατί τάχα; Ποίος θα ετόλμα να είπει ότι δεν ήτο κατάλληλος διά τούτο; Ποίος θα ήτο τόσον αναιδής ψεύστης; Τάχα πως δεν ήταν πλούσιος; Μπα· η Ανθή τον ηγάπα τόσον και αυτός ηγάπα τόσον την Ανθήν!…

Ο Βρανάς έτσι έμενεν αδιάφορος εις τον κόσμον, ήσυχος εις τον έρωτά του και τίποτε άλλο. Οι καρολόγοι δεν ζητούν και πολλά πράγματα. Αρκετήν εργασίαν, ολίγον κρασί, κάμποσα τραγούδια και πολύν έρωτα.

Ο Βρανάς δεν ανεπαύετο μόνον οσάκις ήκουε κακολογίαν τινά περί της Ανθής. Τότε εξηγείρετο οργισμένος και απεστόμωνεν όλους. Α! η Ανθή ήτο γυνή, αδύνατον πλά­σμα, και είχε καθήκον αυτός να προφυλάξει τ’ όνομά της. Και το έκαμνε πάντοτε. Αν όμως καμίαν φοράν παρέβλεπε τον έλεγχον του κόσμου, αν επεριφρόνει τα κακά στό­ματα, είχε την απαίτησιν η απόφασίς του να μην αντι­κρούεται υπό της παρθένου. Ενόμιζε τότε ότι εύρισκεν εις αυτήν έρωτα αγνόν και αφοσιωμένον, μη οπισθοδρομούντα προ των κοινωνικών εμποδίων. Πολλάκις εδοκίμασε τούτο και πολλάκις η λυγερή ηκολούθησεν αυτόν τυφλή, αμέριμνος διά τον κόσμον, τον οποίον εγνώριζεν έτοιμον να την λιθοβολήσει, οδηγουμένη από την σκέψιν ότι δεν ηδύνατο να κάμει δίχως εκείνον. Ο νέος τότε, βλέπων την άμετρον αυτής αγάπην, μετενόει διότι απήτει πολλάς θυσίας, έκλαιε διά την τόσην αφοσίωσιν.

– Είναι αγγελούδι!… αγγελουδάκι! … έλεγεν εν­θουσιασμένος.

Ήρκει όμως εις την ευκολοσάλευτον καρδίαν του Βρανά μία και μόνη άρνησις της παρθένου να μεταβάλει όλας τας πεποιθήσεις του. «Δε μ’ αγαπά, όχι· δε μ’ αγαπά!… Γιατί τάχα δεν κάνει αυτό που της είπα!…» Κι ευθύς ο έρως του μετέπιπτεν εις μανίαν. Η Ανθή ήτο προδότις και αυτός ήτο επί πολύν καιρόν το παίγνιον!…

Εις τοιαύτην σύγχυσιν σκέψεων και αισθημάτων ευρίσκετο ο νέος από χθες, αφ’ ης ώρας η νεάνις ηρνήθη να δεχθεί το δώρον του. Κάποτε είχε διαλείψεις σωφροσύνης το πνεύμα του· και τότε μόνος ωμολόγει ότι η απαίτησίς του εκείνη ήτο παράλογος και ότι η Ανθή καλά έκαμε διά μίαν στιγμήν να παραβλέψει τον έρωτα χάριν του ονόματός της. Αλλ’ αύται ήσαν βραχείαι. Ο πυρετός πάλιν επανήρχετο, τα νεύρα του εταράσσοντο και εσκέπτετο άρρητ’ αθέμιτα περί έρωτος και αφοσιώσεως. Ναι, δι’ αυτόν, τον Γιώργην Βρανάν, όλα έπρεπε να τα παραβλέψει η λυγερή! Είχε τάχα άλλον καλύτερον;… Και ωρκίζετο να μη την ίδει πλέον, να μη της ομιλήσει.

Επέμενεν εις τον όρκον του ο Βρανάς μέχρι της με­σημβρίας της επομένης. Αίφνης όμως, θαυμάσας και αυτός διά την σταθερότητά του, μεταμελόμενος διά την τόσην σκληρότητα, η οποία εφαντάζετο ριγών ότι ήτο ικανή και να θανατώσει την Ανθήν, απεφάσισε να περάσει από το σπίτι της. Ήκουσε τότε την πρόσκλησιν της παρθένου· εγνώρισε τον παλμώδη και παρακλητικόν τόνον της φωνής της και απεφάσισε να υπάγει προς συνάντησίν της. Αλλά να υπάγει σοβαρός, συνοφρυωμένος, ως δικαστής, διά να ζητήσει λόγον των πράξεών της. Κι έμενε τώρα όρθιος, άκαμπτος, το σώμα στηρίζων επί του κορμού της συκής, ολίγον προσεστραμμένην κρατών την κεφαλήν αντιθέτως της λυγερής και διά του βλέμματος ακολουθών τας κινήσεις ενός φυλλαρίου, το οποίον παρέφερεν ο άνεμος.

Η Ανθή έμενε και αυτή σιωπηλή, με αμφίβολον έκφρασιν επί της μορφής, και παρηκολούθει τας κινήσεις του φυλλαρίου, ματαίως προσπαθούσα να συναντήσει το βλέμμα του φίλου της.

– Γιατί με κάνεις έτσι; εψιθύρισεν αίφνης· γιατί με κάνεις έτσι; Τι σώκαμα;…

Και εξερράγη εις λυγμούς και δάκρυα. Ο Γιώργης την ητένισε μικρόν συνεκινήθη, εμαλάχθη… Α! τον αγαπά· ναι, τον αγαπά ακόμη! Ημπορεί να πιστεύσει ότι δεν τον αγαπά η μαυρομάτα του;

– Σώπα, καημένη κι εσύ… μην κάνεις έτσι!

Την ενηγκαλίσθη και την εφίλησεν εις τα μάτια. Η λυγερή εγέλα μεταξύ των δακρύων και των παραπόνων της. Αστεία τάχα είναι αυτά; να φορτώνεις την καρδιά κανενός χολή! Κι εκείνος εγέλα ευτυχής, διότι εχαροποιήθη εκείνη, διότι εξαστέρωσε πάλιν ο ουρανός, ο οποίος έχυνε πριν όμβρους! Ου, κλαψιάρα!…

Η λυγερή εν τη ευδαιμονία της ελησμόνει πλέον την αιτίαν της συναντήσεώς των, τον απειλούντα αυτούς κίνδυνον. Ποιος συλλογίζεται τέτοιαν ώραν Νικολόν και γονείς!…

Επί τέλους η λυγερή εξεστόμισε το φοβερόν μυστικόν. Εις τας αρχάς επεριφρόνει τους λόγους της κυράς Παγώνας. Αλλά χθες οι γονείς της ώρισαν ορθά κοφτά, ότι θα την έδιδαν του Νικολού. Μάλιστα κάπως ήρχισαν κι έξω να το διαδίδουν…

Εφ’ όσον η λυγερή ωμίλει, ο Γιώργης ήκουε και μικρόν κατά μικρόν, εχαλάρωνε τους βραχίονας απ’ επάνω, της και αίφνης τους αφήκε να πέσουν. Όταν ήκουσε τ’ όνομα του γαμβρού, μειδίαμα χλεύης εφάνη επί των χειλέων του. Επέμενεν όμως να την βλέπει κατάματα, με ύπωχρα τα χείλη, με τον πόνον αυξάνοντα εις την καρδίαν, ξηροκαταπίνων από καιρού εις καιρόν ως να επνίγετο.

– Και συ τι λες; την ηρώτησεν αίφνης.

Η λυγερή τον ητένισε καλά εις τα μάτια· έπειτα έκλινε την κεφαλήν προς τα κάτω.

– Τι να ειπώ εγώ; εψιθύρισε διπλώνουσα τ’ άκρα της ποδιάς της από αδημονίαν.

– Θα τον πάρεις αυτόν που σου δίνουν;

Η λυγερή έκρυψε το πρόσωπον εις την ποδιάν της και ήρχισε να κλαίει ησύχως. Ο Βρανάς ήρχισε ν’ αφαρπάζεται υπό του συνήθους πυρετού του. Αι πεποιθήσεις του εκλονίζοντο. Η δυσπιστία ήρχισε πάλιν ν’ αναφαίνεται και να τον δαγκώνει, απαλά είναι αληθές ακόμη, πονετικά όμως…

– Ε, θα τον πάρεις; επανέλαβε με αυστηρόν τόνον. Πες, ναι ή όχι;

– Τι θες να κάμω; ηρώτησεν απηλπισμένη εκείνη.

– Τι να κάμεις; Να μην αφήσεις να σε δώσουν σ’ όποιον θέλουν!… Δεν είσαι θρεφτάρι – είσαι άνθρωπος.

Η Ανθή επανέλαβε το κλάψιμόν της δυνατότερον. Άνθρωπος, ναι, ήτο άνθρωπος, αλλά παρθένος. Είχε γονείς και οι γονείς δίδουν εις οποίον θέλουν την θυγατέρα των. Δεν την ρωτούν ποιον θέλει και ποιον δεν θέλει. Είναι ικανοί να κρίνουν καλύτερον εκείνης ποίον είναι το αληθινόν καλόν της και μίαν ημέραν της παρουσιάζουν ένα άνδρα και της λέγουν: – Να, αυτόν θα πάρεις. Και η κόρη τον παίρνει χωρίς αντιλογίαν πείθεται εις την προσταγήν των και ακολουθεί την νέαν της τύχην και όπου την φέρει. Πώς θ’ αντέλεγε λοιπόν τώρα η Ανθή;

– Τι μπορώ να πω στους γονέους μου; ωλόλυξεν. Ο νέος εστράφη αποτόμως και παρετήρησεν αυτήν κατάματα. Ο πυρετός του ηύξανε· σπασμοί εφαίνοντο επί του προσώπου του· το αίμα έβραζε μέσα του. Ο δαίμων της δυσπιστίας ανέθορε πάνοπλος εις την καρδίαν του με το ειρωνικόν μειδίαμα, με το χλευαστικόν του βλέμμα· με την απαισίαν έκφρασιν του προσώπου εκείνην, η οποία παραφέρει μέχρις αυτοθυσίας τον άνθρωπον με το ποικιλόχρουν ιμάτιόν του το θαμπώνον τα μάτια, ώστε να μη βλέπει και αυτά τα χειροπιαστά ακόμη· με την εξ ερυθροκόκκων ζώνην, εις της οποίας τους θορυβώδεις ήχους χάνοντ’ αι λέξεις ειλικρινούς εξομολογήσεως, εγκαρδίων όρκων, βασίμων πληροφοριών με την θροούσαν λοφιάν της φοβεράς περικεφαλαίας του, την εξεγείρουσαν την απόγνωσιν. Έβραζε κι εφούκωνε μέσα του η υποψία και διεκλαδίζετο ως ρευστόν καθ’ όλον του το σώμα. Ορίστε, το έρριψεν εις τα δάκρυα η ψευτοπαναγιά!…

Και νομίζει ότι μ’ αυτά θ’ απατήσει τον Βρανάν. Αμ’ τα ξεύρει δα αυτά σου τα δάκρυα των γυναικών! Ποιος ηξεύρει τώρα εις τους αναστεναγμούς της τι να συλλογίζεται η Ανθή; Ίσως τον γάμον της· τον Νικολόν ίσως!… Ω, βέβαια αυτόν πρώτ’ απ’ όλα!… Κι έπρεπεν αυτός, αν είχε νουν, να το σκεφθεί προτύτερα. Υπηρέτης του πατρός της, αδερφέ! Έζησαν μαζί· ανετράφησαν, έφαγαν ψωμί κι αλάτι μαζί. Ημπορούν να μην έχουν κάποιαν συμπάθειαν μεταξύ των! Τ’ άχυρα και η φωτιά μαζί ημπορούν να μην ανάψουν; Καλά του το έλεγε προ καιρού ο Δημήτρης ο φίλος του: – Αυτά τα συχνομπάσματα του Νικολού δε μ’ αρέσουν, Γιωργάκη! Και αυτός απήντα: – Σώπα, καημένε· μην είσαι κουτός! Ποιος τώρα ήτο κουτός, ε;

Αίφνης παράδοξος ιδέα εγεννήθη εις το πνεύμα του.

– Ορέ, μ’ αγαπάς; ηρώτησε την νέαν αποτόμως. Αύτη εχύθη και τον έκλεισεν εις τας αγκάλας της εν αφοσιώσει εξάλλω.

– Μωρ’ τα ξέρω ’γω αυτά τα γυναικοκαμώματα. Μ’ αγαπάς; – πες μου· επανέλαβεν εκείνος προσπαθών ν’ απαλλαγεί.

– Αν σ’ αγαπώ το ξέρεις…

– Και δεν τον θες το Νικολό;

– Όχι!… όχι!…

– Το λοιπόν πάμε να φύγουμε. Σε κρατώ δύο τρεις ημέρες στο σπίτι μου κι έπειτα: γεια σας κι ήρθαμε! Τι θα κάμουν τότε οι γερόντοι;

Ο Βρανάς ωμίλει αποφασιστικώς. Έλεγε περί απα­γωγής εις την νεάνιδα, ως να έλεγε περί του απλουστέρου πράγματος. Και τω όντι εις αυτόν εφαίνετο απλούστατον τούτο. Εις τα χωρία ο Πάρις και η Ελένη έχουν αρκετούς απομιμητάς. Όχι σπανίως οι ατυχείς γονείς εξυπνούν και δεν ευρίσκουν την θυγατέρα των εις το σπίτι. Τρο­μάζουν, την αναζητούν παντού, ερευνούν τα πηγάδια, μήπως έπεσε την νύκτα κι επνίγη· ερωτούν τας συγγενικάς οικογενείας, μήπως την είδον πουθενά, υποπτεύονται πολλά· μέχρις ου μάθουν ότι το μόνον, που έπρεπε να υπο­πτευθούν εξ αρχής, ήτο ότι η κόρη των εκλάπη, όπως μία προβατίνα του ποιμνίου των, από τον δείνα λεβέντην του χωρίου. Είναι αληθές ότι γίνονται και βίαιαι κλοπαί· απαγωγαί εναντίον της θελήσεως των παρθένων και ακολου­θούν τότε αντεκδικήσεις και διωγμοί και φόνοι μεταξύ των ενδιαφερομένων συγγενών. Συχνότερον όμως αι απαγωγαί είναι θεληματικαί. Τρυφερόν όσον και συγκινητικόν ειδύλλιον συνδέει τους αλληλοκλαπέντας και τότε μετά δυο τρεις ημέρας ούτοι φανερώνονται μόνοι των εις το σπίτι των γονέων και ζητούν τας ευλογίας των. Οι συγγε­νείς φροντίζουν πώς να συμβιβασθεί το γεγονός. Ο πατήρ, αφού υβρίσει και ξυλοκοπήσει πρώτον την κόρην του, σκέπτεται πρακτικότερον έπειτα και την ερωτά, αν δέ­χεται να λάβει άνδρα της τον απαγωγέα. Κι εκείνη, μη τολμώσα ν’ ατενίσει τον γεννήτορα εκ της εντροπής, χα­μηλώνει την κεφαλήν και με δάκρυα εις τα μάτια υποψιθερίζει δήθεν διστάζουσα: – «Ξέρω κι εγώ… τώρα… καθώς μ’ έκαμε…» Και τελειώνουν όλα μ’ ένα «Ησαΐα χόρευε…». Έτσι εσκέπτετο τώρα ο Βρανάς, ότι έπρεπε να τελειώσουν και τα ιδικά των βάσανα.

– Έλα, σε κλέφτω! είπε δράττων την χείρα της Ανθής.

Αλλ’ η λυγερή την έσυρε βιαίως και οπισθοδρόμησεν ολίγα βήματα, ατενίζουσα αυτόν κατάματα μετά τινος πικρού ελέγχου. Έως εκεί λοιπόν επέμενε να την παρασύρει; Την επήρε τάχα διά καμίαν του δρόμου κι ήθελε ν’ ακολουθήσει ένα άνδρα εις τους αγρούς, χωρίς να συλλογισθεί τους γονείς της, τ’ όνομά της! Εζήτει να προκαλέσει επί της κεφαλής της τας φοβέρας κατάρας των λευκομάλλων γερόντων, των οποίων ήτο η μόνη χαρά, και τους εμπαιγμούς των χωρικών; Δεν εσυλλογίζετο ότι αύριον πρωί πρωί θα εγίνετο τα παίγνιον της αγοράς και μετ’ ολίγον τ’ όνομά της θα εσύρετο ανά τα χωρία και τας πόλεις εις πειρακτικούς και τραχείς στίχους, σα­τιρίζοντας την πράξιν της, όπως της διασήμου Ελένης:

Μας την πήραν την Ελένη,

τη ζαχαροζυμωμένη!…

Μας την πήρανε και πάει

στης Καρύταινας το πλάι.

Ω, όχι! Ανατριχιάζει και να το συλλογισθεί μόνον η Ανθή. Είναι η Στριμμενοπούλα με τ’ όνομα αυτή και δεν εννοεί να ντροπιασθεί η γενεά της, έστω και χάριν αυτού του Βρανά. Αν είναι με το θέλημα των γονέων της, με τας ευχάς και τας ευλογίας των συγγενών της, ναι, μακάρι… Επιμένουν οι γονείς της να τον πάρει τον Νικολόν; Δεν τον παίρνει – φαρμακίζεται, να! Δεν αρκεί αυτή η θυσία εις εκείνον, εις τον έρωτά της; Αλλά την ατιμίαν, το όνειδος του κόσμου, α, όχι, δεν τα υποφέρει!…

– Όχι. .. είπε· μη, Γιωργάκη μου!…

Και ανελύθη εις λυγμούς και δάκρυα…

Ο Βρανάς εφρύαττεν· ουδέποτ’ επερίμενε τόσην αντίστασιν. Το αίμα συνέρρευσεν όλον εις την καρδίαν του, η οποία ηπείλει να διαρραγεί· περί την στεφάνην της κόμης λευκή, λευκότατη γραμμή εχαράχθη· καθ’ όλον το πρόσωπόν του επεχύθη νεκρική πελιδνότης. Τα μάτια, κατακίτρινα, έρριψαν αίφνης εναντίον της βλέμμα μίσους και βλασφημίας. Τα χείλη του κατάλευκα ανεκινούντο σπασμωδικώς. Η δεξιά χειρ του συνεσφίγχθη εις πυγμή και ανέβη απειλητική μέχρι του προσώπου της λυγερής. Διά μίαν στιγμήν ο Βρανάς εσκέφθη να καταστρέψει διά της πυγμής το είδωλον, το οποίον επί τόσα έτη αδίκως εδοξολόγει. Αλλά προ του κατατρομαγμένου πλάσματος η χειρ του νέου κατέπεσεν αδρανής. Επειδή όμως έπρεπε κάπου να ξεσπάσει ο τόσος του θυμός, έστρεψε κύκλω το βλέμμα και, ιδών κατά γης τις στάμνες, έδωκε βαρύ λάκτισμα και τας κατεσύντριψεν. Η λυγερή συνήλθεν εξαφνισμένη από τον κρότον.

– Ω, κακό που μώκαμες! ωλόλυξε συμπλέκουσα τας χείρας απελπιστικώς. Τώρα τι θα ειπώ της μάνας μου;

– Να χαθείς, εσύ κι εκείνη!. ..

Και ανοίξας τους κλάδους της συκής έφυγεν.

Η λυγερή ελησμονήθη εκεί με τας χείρας συμπεπλεγμένας ακόμη, την κεφαλήν χαμηλωμένην, βλέπουσα περιλύπως πότε τα συντρίμματα των σταμνών και πότε το μέρος, από το οποίον έφυγεν ο καλός της.

Κρωγμός γλαυκός, αντιλαλήσας αίφνης άνω της συ­κής, έφερε την λυγερήν εις τον εαυτόν της. Ρίγος διέδραμε το σώμα της εις την φωνήν την απαισίαν και την όψιν του τόπου, όπου ευρίσκετο, και εχύθη προς τα έξω μέσω της επελθούσης νυκτός.

-Έλα, περπέσα! εφώναξεν η κυρα-Παναγιώταινα από την ταράτσαν, μόλις είδε την θυγατέρα της· αγκαλά που σ’ αφήνουν οι κουβέντες…

Η Ανθή παρετήρησε την εξημμένην όψιν της μητρός της και ενόησεν ότι επίκειται θύελλα. Εσυμμαζεύθη λοιπόν και προσεπάθησε να υπεκφύγει αυτήν, διά να μη προδοθεί ότι δεν είχε τις στάμνες. Αλλ’ η κυρα-Παναγιώταινα φυσώσα όλη:

– Πού είν’ οι στάμνες, μωρή; εφώναξε βραχνή από τον θυμόν!

– Μώσπασαν οι έρμες!

Και ήρχισε να δικαιολογείται με φανεράν ταραχήν, υποψιθυρίζουσα ότι τα μανδρόσκυλα του Στραβολαίμη είχον κόψει την αλυσίδα των και ώρμησαν επάνω της, καθώς διέβαινε, την ανέτρεπαν κι έσπασε τις στάμνες επί του καλδιριμίου. Η κυρα-Παναγιώταινα, γυμνάς τας ωλένας επί των ισχίων στηρίζουσα, με απειλητικήν στάσιν ηκροάτο την θυγατέρα της, κινούσα δυσπίστως άνω και κάτω την κεφαλήν.

– Να ερμάξει το κεφάλι σου! διέκοψεν αίφνης. Τα σκυλιά τάχα ή ο Γιώργης του Βρανά;

– Δεν ξέρω κανένα Γιώργη…

– Δεν ξέρεις; Να, μωρή, ο μάρτυρας!

Η λυγερή έμεινεν αναπολόγητος. Εμπρός της ήτο η Γκόλφω, η παιδίσκη, την οποίαν είχε μαζί της εις το Καλό Πηγάδι και εις την οποίαν παρήγγειλε να βαδίσει εμπρός, όταν είδε τον Γιώργην. Η παιδίσκη, όσον αργά και αν εβάδιζεν, έφθασε τέλος εις το σπίτι κι ερωτηθείσα παρά της κυρίας της, απονήρευτη, είπε την καθαράν αλήθειαν. Η Ανθή, μη έχουσα τι ν’ αντιτάξει, εμπήκεν ορ­γισμένη και μισοκλαίουσα εις το μαγειρείον. Αλλ’ η γραία, σφόδρα ταραγμένη, εξακολουθεί, διά χειρονομιών απειλη­τικών να εκτοξεύει ύβρεις και κατάρας όπισθεν του τοίχου, προς την θυγατέρα της:

– Πουτανίτσα, πομπιομένη, δημόσια!… Γι’ αυτό, μωρή, σ’ έκρυβα κι από του ήλιου το μάτι; Γι’ αυτό σε φύλαγα σαν τη φαρφουρένια κούπα στο αρμάρι; Με τι μούτρα, μωρή, θα βγούμε πια στον κόσμο, με τη φωτιά που άναψες στο σπίτι μας, αχρόνιαγη!… Έγνοια σου και την Κυριακή σε στεφανώνω!…

Εκείνην την ώραν εφάνη αναβαίνων την σκάλαν ο κυρ-Παναγιώτης Στριμμένος. Ο γέρων έμπορος εξηκολούθει την αυτήν ήσυχην ζωήν, με αμεριμνομέριμνον μάλιστα έκφρασιν τώρα επί τις μορφής, εγωιστικώς αναπαυόμενος ως έμπορος και ως πατήρ. Ο γάμος του Νι­κολού και της Ανθής ήτο τετελεσμένον πλέον γεγονός δι’ αυτόν. Επήγαινεν από την αυγήν εις το κατάστημα, διά να παρακολουθεί με την ηδονήν εκείνην των απολαμβανόν­των εκ της ευτυχίας των άλλων την συλλογήν των δεκαρών εις την κάσσαν του γαμβρού του· κι επέστρεφε κατά την δύσιν του ηλίου εις το σπίτι γαλήνιος, κατευχαριστημένος κι έτοιμος να διαχύσει την ευθυμίαν του εις λαμπρούς δι­θυράμβους περί της εμπορικής επιχειρηματικότητος του Διβριώτη.

Σήμερον μάλιστα ήτο καταμαγευμένος ο γέρων. Προ πολλού καιρού ο καρολόγος Στάμος έλαβε με πίστωσιν από το κατάστημα Στριμμένου και Πικοπούλου ένα πιτούρι, μισοτριμμένον εκ του σκώρου και της πολυκαιρίας. Ήτο άλλοτε κτήμα ενός χωρικού, ο οποίος ενεχυρίασεν αυτό διά δεκαπέντε δραχμάς εκεί και το αφήκε, μη έχων να πληρώσει το χρέος. Αλλά και ο καρολόγος ποτέ δεν είχε να πληρώσει το χρέος του και περιωρίζετο να μεταφέρει εκ Πατρών τας πραγματείας του καταστή­ματος, διά να το εξοφλήσει. Μίαν όμως ημέραν ο Νικολός εκάλεσεν αυτόν διά να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς των και παρουσίασε στήλην όλην δοσοληψιών. Οι τόκοι είχον παχύνει αρκετά το κεφάλαιον και η εργασία του καρολόγου εξηφανίζετο εν αυτώ, όπως το νερόν εις τον πίθον των Δαναΐδων. Ο καρολόγος διεμαρτυρήθη, εφώναξε και ηρνήθη να πληρώσει με την συνήθη αφροντισίαν των χωρικών. Ο Νικολός ειργάσθη ησύχως, παρέταξε τας προσθαφαιρέσεις του ενώπιον του ειρηνοδίκου και σήμερον η δημοπρασία του κάρου και του αλόγου του Στάμου απέφερον αρκετόν κέρδος εις το κατάστημα. Ο γέρων ανεγνώριζεν ότι και τούτο το κατόρθωμα ωφείλετο εις το πανούργον πνεύμα του Νικολού, εις την αμίμητον δεξιότητα, την οποίαν είχεν ο Διβριώτης ν’ αντιστρέφει από το Δούναι εις το Λαβείν τους αρι­θμούς, χωρίς ν’ ανακαλύπτεται. Και ήτο ανίκανος να συγκρατήσει την χαράν και ητοιμάζετο από την σκάλαν να επαναλάβει τρίβων τας χείρας την συνήθη φράσιν του: – Τι παιδί!… τι έξυπνο παιδί!…

Κατεταράχθη όμως ακούσας τας φωνάς και εζήτει να μάθει την αιτίαν του ασυνήθους αυτού θορύβου. Αλλά, πριν ακόμη διατυπώσει την απορίαν του, η κυρα-Παναγιώταινα έλαβεν αυτόν κι έφερε χειραγωγούμενον μέσα εις το σπίτι. Εκεί δε του διηγήθη διά χειρονομιών και ασθματικών περιόδων την πράξιν της Ανθής.

Ο αγαθός γέρων εις τους λόγους της γυναικός του ελησμόνησεν ευθύς τα τερτίπια του εμπορίου και την πονηράν ευφυίαν του Νικολού, αναλογισθείς μόνον ότι ήτο πατήρ· πατήρ προσβαλλόμενος εις τα καίρια υπό της θυγατρός του. Κι ευθύς η λευκοπώγων μορφή του επορφυρώθη υπό του αίσχους και της οργής· εφρύμαξεν ως γέρων λύκος· τ’ αλαμπή μάτια του έρριψαν αστραπάς, ήρπασε την οζώδη μαγκούραν του και ώρμησε να κατασυντρίψει την λυγερήν. Τι τα θέλεις τέτοια παιδιά! Κάλλιο έρημος και άκληρος, παρά να ’χεις ένα παιδί κι εκείνο ντροπιασμένο.

Αλλ’ η κυρα-Παναγιώταινα κατεσίγασεν ευθύς τας φωνάς του.

– Σώπα, γέροντα, σώπα! είπε. Φρόνιμος είσαι και φρόνιμα δεν κάνεις. Θέλεις, μαθές, να μάθει κι ο κό­σμος τις πομπές μας;…

– Τι να κάνουμε τώρα, ε; Τι να κάνουμε; ηρώ­τησεν εν απελπιστική εξάψει ο γέρων, βλέπων εδώ κι εκεί ως να εζήτει διέξοδον.

– Την Κυριακή τη δίνουμε και τελειώνει… Λέμε στο παιδί πως έρχεται Μάης.

Ο κυρ-Παναγιώτης ησύχασε κάπως. Τω όντι δεν ήτο άστοχος η σκέψις της γυναικός του. Η ερχομένη Κυριακή ήτο η τελευταία ημέρα του Απριλίου. Μετ’ αυτήν ήρχιζεν ο Μάιος, κατά το διάστημα του οποίου γάμοι δεν γίνονται εις τα χωρία. Αν θ’ ανέβαλλον την τέλεσιν αυτού, έπρεπε να περιμείνουν μέχρι του Ιουνίου. Αλλά τότε ήρχιζε το καλοκαίρι και αι εργασίαι, ώστε κατ’ ανάγ­κην η αναβολή θα διεδέχετο την αναβολήν μέχρι του Οκτωβρίου. Ποίος όμως έμπαινεν εγγυητής εις τους ατυχείς γονείς, ότι καθ’ όλον αυτό το διάστημα τα πράγματα θα έμενον έως εκεί; Αν δεν εκοινολογούντο εις την κωμόπολιν οι έρωτες της Ανθής και του Γιώργου ή αν ούτοι δεν θα επρόβαινον εις κανέν απερίσκεπτον κίνημα;

Οι γέροντες καθ’ όλην την νύκτα δεν ηδυνήθησαν να κοιμηθούν από τας σκέψεις αυτάς. Α! ο γέρων Στριμμένος εύρισκε τώρα πολύ επικίνδυνον να έχει κανείς ένα ελαφρόμυαλον κορίτσι, παρά τους συναγωνισμούς όλων μαζί των εμπόρων της κωμοπόλεως!… Τέλος εσυμφώνησε μετά της γυναικός του να προτείνουν εις τον Νικολόν την επίσπευσιν του γάμου. Τω όντι δε πρωί πρωί έ­στειλαν και ήλθεν ούτος εις το σπίτι.

– Ε, ε, ξέρεις, παιδί μου· ήρχισεν ο κυρ-Παναγιώτης ξηροβήχων και μισοτρώγων τους λόγους του· ξέρεις τι λέει εδώ η γερόντισσα μου· πως έρχεται Μάης… ξέρω κι εγώ… και μπας και ντρέπεσαι να το ειπείς…

– Ναι, παιδί μου· να τον κάνουμ’ ετούτη την Κυ­ριακή το γάμο! ετελείωσεν αποτόμως την πρότασιν η γραία.

Ο Νικολός εταράχθη· δεν επερίμενε τόσον σύντομα αυτήν την ευτυχίαν. Ο Διβριώτης με το μισό τσαρούχι, αν και του είχον υποσχεθεί το συνοικέσιον, έβλεπεν εις απώτατον σημείον, ως μετέωρον, εις την λάμψιν του οποίου δεν είχαν συνηθίσει ακόμη τα μάτια του, την κόρην του αφέντη του. Είναι αληθές ότι οι άνθρωποι του είδους του πιστεύουν πως διά του χρήματος τα πάντα δύνανται να κατορθώσουν και πραγματοποιούν τω όντι την πίστιν των αυτήν πολλάκις. Αλλ’ ο Νικολός, οσάκις δεν παρεφέρετο υπό του εγωισμού, ανωμολόγει καθ’ εαυτόν ότι δεν κατήντησεν ακόμη ο επίζηλος γαμβρός της κωμοπό­λεως και ότι τα προταθέντα εις αυτόν μέχρι τούδε συνοι­κέσια δεν ήσαν εκ των καλυτέρων, αλλ’ εκ των μάλλον ευτελών οικογενειών. Ητένιζε λοιπόν μόνον εις τον αφέντην του κι εσκέπτετο δουλεύων μετ’ αυταπαρνήσεως το σπίτι, το οποίον πρώτον τον εφιλοξένησε, ν’ αναμένει, μέχρις ου ευδοκήσουν να του προσφέρουν την αμοιβήν. Και, μόλις τώρα ήκουσεν αυτήν προσφερομένην, εδέχθη ευχαρίστως, ευγνωμόνως· και ωμολόγει διά μισοκομμένων φράσεων, ότι όχι την Κυριακήν, αλλά τώρ’ αμέσως, αν ήθελον, εδέχετο να γίνει ο γάμος.

– Ξέρω κι εγώ… σαν έχετε την καλοσύνη… όπως θέλετε!…

Η κυρα-Παναγιώταινα εδόθη πλέον εις τας ετοι­μασίας του γάμου. Είναι αληθές ότι η αγαθή γραία, αφ’ ής ημέρας εγέννησε την Ανθήν, εσκέπτετο να κάμει πομ­πώδη τον γάμον της. Τον ιδικόν της γάμον είχε κάμει κατά τα έτη της Επαναστάσεως, νύκτα κι εντός ορεινού ερημοκκλησίου, όπου έτυχε να ευρεθεί η οικογένεια της μετ’ άλλων φυγάδων. Επειδή δε εις το αφελές πνεύμα της οι πομπώδεις γάμοι εξήσκουν απέραστον γόητρον κι επειδή είναι σύνηθες εις τον άνθρωπον να ικανοποιεί την ιδικήν του ατυχίαν διά της ευτυχίας του τέκνου του, ανέμενε να παρηγορηθεί διά του γάμου της κόρης της… Α! θα τον κάμει που ν’ αφήσει εποχήν να λέγουν: «σαν της Στριμμενοπούλας το γάμο!…» Διά τούτο τώρα ελυπείτο η γραία, που ηναγκάζετο να τον κάμει νύκτα, δίχως προσκλήσεις, δίχως πομπήν, ως να υπάνδρευε καμίαν χήραν. Αλλά τι να γίνει· ηδύνατο να κάμει αλλέως; Μάνα και θυγάτηρ είχον την αυτήν τύχην!… Και εδάκρυζαν τα μαραμένα μάτια της, ενώ ητοίμαζε τα στέ­φανα και τας λαμπάδας, ως να ητοίμαζε τα χρειώδη μιας κηδείας.

Ο κυρ-Παναγιώτης όμως δεν εζαλίζετο από τοιαύ­τας ιδέας. Χθες ανακύψας αίφνης από των εμπορικών του κατάστιχων έβλεπεν ότι είχεν επί των νώτων βαρύ φορτίον, το οποίον ήθελε να φορτώσει επί των ώμων άλλου, όσον ήτο δυνατόν γρηγορότερα. Δεν εφρόντιζεν, αν θ’ απηλλάσσετο αυτού μετ’ επιδείξεως ή μη· ήρκει ότι θ’ απηλλάσσετο. Κι εγέλα μακαρίως διά τας αδυναμίας της γυναικός του κι έλεγε, διά να την παρηγορήσει:

– Ε, σώπα, καημένη γριά! Να ζήσουν τα παιδιά μας, και κάνουμε καθώς θέλεις των εγγονιών μας το γάμο!

– Αν ζήσουμε· απήντα εκείνη μελαγχολικώς. Την Κυριακήν το εσπέρας ο γάμος της Ανθής και του Νικολού έγινεν εις το σπίτι του Στριμμένου. Αλλ’ ήτο τελετή από εκείνας τας πενθίμους και οχληράς, όπου η χαρά διστάζει να φανεί, διά να μη κινήσει την χλεύην· όπου αι ευχαί εκφράζονται δειλώς, εκ φόβου μη συναντή­σουν ψυχρότητα· όπου κάθε λόγος και κάθε βλέμμα παρεξη­γείται. Ήτο τελετή από εκείνας, αι οποίαι βραδέως, απροθύμως αρχίζουν και εν σπουδή τελειώνουν· εις τας οποίας οι προσκαλεσμένοι κουράζονται και βλέπουν προς την θύραν, προς τον δρόμον, έτοιμοι να πεταχθούν έξω, ν’ αποτινάξουν την ασφυξίαν. Τελετή, τέλος, η οποία γί­νεται διά να κρύψει εν αίσχος, να το εξαγνίσει διά του κύ­ρους της!… Αργά ανέβησαν την σκάλαν οι συγγενείς· αργότερον ακόμη ασθμαίνων και μισογογγύζων ο γέρων εφημέριος, μετά μικρού παιδιού φέροντος υπό την μασχάλην το πετραχήλι και τον Απόστολον. Ψιθυρισμοί ηκούσθη­σαν· σάλος τις ελαφρός και μετ’ ολίγον πυροβολισμός, ριφθείς εξ ενός παραθύρου, ανήγγειλαν εις τους κατοίκους της κωμοπόλεως ότι ο Νικολός Πικόπουλος και η Ανθή Στριμμένου είχον ενωθεί αρρήκτως ενώπιον του βωμού.

Ε’ ΟΙ ΚΑΡΟΛΟΓΟΙ

Η τάξις των καρολόγων ήτο τότε πυκνή, πυκνοτάτη. Σχεδόν δεν ευρίσκετο άνθρωπος καθ’ όλην την κωμόπολιν, ο οποίος μίαν φοράν τουλάχιστον εις την ζωήν του δεν μετήλθε το βαρύ τούτο επάγ­γελμα, δεν έζευξε κάρον ή δεν ωδήγησεν άλογον. Εις τα μέρη αυτά, όπου η συγκοινωνία δεν είναι πολύ ανεπτυ­γμένη, όπου δεν συνέρχεται ατόμων σωρεία και συνεπώς δεν παράγεται, ποικιλία αναγκών, οι άνθρωποι περιορί­ζονται ως επί το πολύ εις εν επάγγελμα, το οποίον ευρί­σκουν πατροπαράδοτον. Εις αυτόν δε τον κανόνα εμμένουν όλοι πιστοί ως εις θρήσκευμα. Το πατροπαράδοτον είναι δι’ αυτούς ιερά παρακαταθήκη, την οποίαν δεν επιτρέπεπεται να μετακινήσουν ή να μεταβάλουν καθόλου. Κι ε­πειδή εις κάθε αυλήν της κωμοπόλεως υπήρχε κι ένα κάρον, εις κάθε αχυρώνα εν άλογον και εις κάθε σπίτι κρεμασμένον από του τοίχου το μαστίγιον του πατρός, ο υιός, μόλις ηλικιούμενος, ώφειλε ν’ αναλάβει το μαστίγιον, να ζεύξει το κάρον και να τρέξει εις ζήτησιν εργασίας. Πόσην δ’ επιρροήν εξήσκει το επάγγελμα τούτο εις τον τόπον δύναται κανείς να φαντασθεί, όταν ακούσει ότι και σήμερον όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως κοινωνικής τάξεως ευρίσκουν μεγίστην ευτυχίαν, όταν έχουν ένα καλόν μαστίγιον, το οποίον να κροταλίζουν απειλητικώς οδηγούντα τους συνομήλικάς των ως άλογα δήθεν από του χαλινού και φωνάζουν μετατρέποντα επί το ανδρικώτερον την φωνήν των:

– Βάρδα μπρος! έ, μπρος… να μη σε κόψ’ η ρόδα!…

Α! έχει τω όντι γόητρον το αναθεματισμένον αυ­τό επάγγελμα! Όσον βαρύ και κουραστικόν είναι, τόσον διασκεδαστικήν και αφρόντιδα κάμνει την ζωήν. Ο καρολόγος έχει την λεβεντιάν του, την ρώμην του σώματος και την έπαρσιν της ψυχής, τα οποία αποκτά εξ αυτής της βαρείας εργασίας του. Έπειτα έχει την ζωήν ελευθέραν, δεν κλείεται εντός πνιγηρών τοίχων, ούτε κάθηται ως πεδικλωμένον άλογον επί ώρας ακίνητος· αλλά κινείται, κοπιάζει και αναπνέει ελεύθερον αέρα· ζει μέσω της φύ­σεως· δέχεται τας διαφόρους επηρείας της και τραγουδεί πάντοτε, όπως το πουλί. Κι ενώ κάμνει όλα αυτά, συγχρόνως γεμίζει και το κεμέρι του, οικονομεί την οικογένειάν του, συνάζει την προίκα της αδελφής του και φροντίζει διά τας διασκεδάσεις του.

Προ μικρού μόλις ο καρολόγος ήτο η μετοχευτική μηχανή, η μεταφέρουσα από Πατρών καθ’ όλην την επαρχίαν τας προμηθείας της εμπορικής μεγαλοπόλεως. Από του λινοσπόρου και της ορύζης μέχρι του κατιφέ και των χρυσών καρφίδων, από των σάκων της άχνης μέχρι των χαρτοδεμάτων της πούδρας, από του ριζαρίου μέχρι του υδραργύρου, παρελάμβανεν όλ’ ανάκατα εις χονδροειδή και αλληλένδετον όγκον εντός της βαρείας μη­χανής του, της κυλιομένης επί δύο μεγάλων τροχών και συρομένης υπό ρωμαλέου αλόγου, και απέθετεν αυτά ανά τας κωμοπόλεις και τα χωρία, μέχρι της καλύβης των αγροτών και της στάνης των ποιμένων. Από εκεί πάλιν διά του ιδίου μέσου μετέφερεν εις την μεγαλόπολιν τα προϊόντα του αγρού και της κτηνοτροφίας, παν το περιττόν εις τον χωρικόν και ποιμενικόν βίον. Έτσι ο καρολόγος εν αγνοία του εγίνετο ο εκπολιτιστής των μεσογείων μερών, το μέσον, διά του οποίου έφθανεν εν πολυποικίλω και θαμβωτική παραστάσει η πρόοδος και η ευμάρεια μέχρις αυτών.

Και δεν έκαμνε μόνον τούτο. Ήτο συγχρόνως ο επι­τήδειος σκαπανεύς, ο διανοίγων δρόμους μεταξύ των τελ­μάτων και των στενών και διευκολύνων την συγκοινωνίαν. Έπρεπε να προηγηθεί αυτός με το κάρον του, διά ν’ ακολουθήσει ο αμαξηλάτης με την εύθραστον άμαξάν του. Κατέβαλεν όλην του την οξυδέρκειαν εις την εξακρίβωσιν στέρεου εδάφους· έκαμνε τους βάλτους βατούς διά της συσ­σωρεύσεως κλημάτων· ανεύρισκε τους καταλλήλους πό­ρους των ποταμών και λαγκαδιών κι επλάτυνε τα στενά μεταχειριζόμενος ως αξίνην τους τροχούς της μηχανής του και ως οδηγόν την θυμοσοφίαν του αλόγου του. Διά τούτο, αν υπάρχουν δρόμοι εις την Ηλείαν σήμερον, ο­φείλονται όλοι εις τους καρολόγους.

Είναι αληθές ότι, διά να κατορθωθεί τούτο, εχρειάζοντο κόποι και υπομονή μεγάλη και δυνάμεις πολλαί. Τούτων όμως καθόλου δεν εστερούντο οι καρολόγοι.

Καθ’ ομίλους εκτελούντες τα ταξίδιά των, ελάμβανον έκαστος τας προφυλάξεις και τ’ αναγκαία βοηθήματα, ώστε εις κάθε εμπόδιον όλοι έσπευδον και συνειργάζοντο προθύμως διά την κοινήν ευκολίαν. Διότι τα εμπόδια όλους τους καρολόγους ενδιέφερον. Αν εκοπίαζον σήμερον εδώ οι μεν, εκοπίαζον αύριον παρέκει οι άλλοι, ώστε υπήρχε μεταξύ των σιωπηλώς ομολογημένος κάποιος συνασπισμός και αλληλεγγύη καθηκόντων.

Εις την τάξιν αυτήν την εργατικήν και ωφέλιμον ανήκε και ο Γιώργης Βρανάς. Και ούτος διεδέχθη εις το στάδιον του καρολόγου τον πατέρα του, ο οποίος μετά του Σαμπίκη έφερε το πρώτον κάρον εις την κωμόπολιν κι εχάραξε τον πρώτον αμαξιτόν δρόμον. Ο νεανίας κατείχε παν ό,τι θεωρείται μεταξύ των καρολόγων ως ιδανική τελειότης. Ήτο ρωμαλέος κι εργατικός· είχεν ελαφρόν κάρον κι εύψυχον άλογον. Και, το κάλλιστον, δεν υπερηφανεύετο καθόλου δι’ αυτά του τα προσόντα. Κατά τα ταξίδιά του, εις την Μαυρόλασπην λόγου χάριν είτε εις του Μάνου, μέρη επικίνδυνα και φοβερά διά τους καρολόγους όσον ο Μαλέας και ο Καφηρεύς διά τους ναυτιλλομένους, συνέβαινε συχνά να κολλούν τα κάρα και τ’ αδύνατ’ αλογάκια των συντρόφων του. Ο Βρανάς δεν εκτύπα το ζώον του να φύγει και ν’ αφήσει τους άλλους να παιδεύονται μέχρι ου ξεκολλήσουν. Έμενε κι εζεύγνυε προθύμως το ιδικόν του εις τα κάρα εκείνα κι εχώνετο μέχρι της κοι­λίας εις τους βάλτους διά να σπρώξει τους τροχούς ή να μεταφέρει επί των ώμων του το φορτίον.

Αυτή του η κατασκευή, συνοδευομένη και υπό ευψυχίας, διά της οποίας πολλάκις εγίνετο σεβαστός εις τους κατηγόρους του, έκαμνον τον νέον αγαπητόν πολύ και ζηλευτόν μεταξύ των καρολόγων. Ώστε το ατύχημά του το ησθάνθησαν όλοι τώρα, ως να ενδιέφερεν αυτούς ατομικώς. Ηγανάκτησαν, διότι επεριφρονήθη ο σύντροφος των, και ήρχισαν την λεπτομερή ανατομήν της οικογε­νείας Στριμμένου καθ’ όλου και κατά μέρος. Κόκκος σί­του μεταξύ των οδόντων του μύλου δεν συνεκυλίσθη, δεν συνεθλίβη, ούτε συνετρίβη τόσον ποτέ, όσον η ατυχής αύτη οικογένεια μεταξύ των αγροίκων εκείνων γλωσσών. Παντού, εις τα κρασοπωλεία, τα καφενεία, τα ταξίδια των, άφηνον εδώ κι εκεί πυρίνους περιόδους καταγγελιών. Η μοχθηρία έφθασε μέχρι της κλίνης των δύο γερόντων. Η ασέλγεια εσύρθη επί του παρθενικού και αγνού ατό­μου της Ανθής. Σφραγίς αισχράς αχαριστίας ετέθη επί του ευήθους μετώπου του Νικολού. Εις τούτο δε συνειργάζετο προθύμως και η σατανική γλώσσα των γυναικών, περιβάλλουσα επινοήματα και συνδυασμούς εποχών μετ’ εκτάκτου πειστικότητος, οποίαν δεν θα είχεν ούτε η Εύα, ενώ παρέσυρε τον Αδάμ εις το αμάρτημα.

Έτσι το πλείστον μέρος της κωμοπόλεως εσηκώθη σύσσωμον εναντίον του γάμου της Ανθής και του Νικολού. Και δεν συνέβη τούτο απλώς και μόνον χάριν του Βρανά. Αν η Ανθή υπανδρεύετο άλλον, θα εκρίνετο ως ελαφρό­μυαλος γυνή, αλλά δεν θα κατηγορείτο τόσον! Θα υπήρχον και πρακτικοί άνθρωποι να την δικαιώσουν. Αλλά τώρα δεν ηδύναντο να δικαιώσουν τον κυρ-Παναγιώτην Στριμμένον, ένα των πλουσιωτέρων εμπόρων της κωμοπόλεως, ο οποίος εθυσίασε την θυγατέρα του εις τον Νικολόν.

Εις τας μικράς κοινωνίας δεν αρκεί ο πατήρ να εκτι­μήσει τα προσόντα ενός νέου διά να τον κάμει γαμβρόν του. Χρειάζεται να εκτιμήσουν τα προσόντα αυτά και οι άλλοι συντοπίται· να δώσουν σιωπηλώς κι εκείνοι την συγκατάθεσίν των. Εδώ όμως οι χωρικοί δεν έδωσαν την συγκατάθεσίν των. Η εμπορική δεινότης του Διβριώτου, η οποία εμάγευε τόσον τον Στριμμένον, εξήγειρε τας σφοδροτέρας αντιπαθείας αυτών. Ο καρολόγος Στάμος δεν ήτο το πρώτον ούτε το τελευταίον θύμα, το οποίον κατεβόα εναντίον των αρπακτικών διαθέσεων του γαμβρού. Έτσι δε ο Νικολός παρέσυρε μαζί του εις το βάραθρον του αναθέματος και τον Στριμμένον και την γυναίκα του και την Ανθήν. Και ο Βρανάς υψούτο αντιμέτωπος αυτών, αναξιοπαθούσα θεότης, χαρακτήρ εξιδανικευμένος εις τα βλέμματα των συμπατριωτών του.

Ο Βρανάς, αφού έδωσε τοιούτον οικτρόν τέλος εις την συνάντησίν του μετά της Ανθής υπό την συκήν του Πλευρού, έφυγε με την πεποίθησιν, ότι η λυγερή ουδέποτε ησθάνθη έρωτα προς αυτόν. Μετά μικρόν όμως, όταν η έξαψίς του κατέπεσεν, ήρχισε να κρίνει λογικώτερον την διαγωγήν της. Βέβαια, η λυγερή δεν ήτο δυνατόν επί τόσα έτη να τον απατά. Έκαμε τόσας θυσίας, ήκουσε τόσας κατηγορίας προς χάριν του! Τώρα εύρισκεν αληθινά τα δάκρυα της, φυσικήν την απελπισίαν της. Διατί τάχα δεν επροσποιείτο έτσι και άλλοτε; Ενθυμείτο ότι πολλάκις την έβλεπε λυπημένην και ωχράν από τας κακολογίας του κόσμου και, όταν την ηρώτα διά την κατάστασίν της, εκείνη ήλλαζεν ευθύς όψιν, έκαμνε την γελαστήν, την χαρούμενην:

– Τίποτα, καημένε· το κεφάλι μου με πονεί – το έρμο!

Κι έλεγε τούτο διά να μη μεταδώσει την λύπην της εις εκείνον. Τόσον τον ηγάπα, ώστε ούτε δάκρυ δεν ήθελε να χύσει προς χάριν της!…

Και ο νέος ήρχισε με ευσυνειδησίαν να εξετάζει και την ιδικήν του προς την παρθένον διαγωγήν. Πώς αλλιώς εφέρθη πάντοτε παρά ως εγωιστής και απότομος και απαι­τητικός; Να, προ μικρού ακόμη, ήτο διαγωγή αγαπώντος αύτη του η διαγωγή κάτω από την συκήν; Το κακόμοιρο το κορίτσι έκλαιε την τύχην που το επερίμενε, και είχε και αυτόν απ’ επάνω να το υβρίζει, αντί να το παρηγορεί. Κι επί τέλους έσπασε τις στάμνες, διά τις οποίες ο Θεός ξεύρει πόσα ήκουσεν από την μητέρα της!

Ο Βρανάς τώρα ανελύθη εις δάκρυα, αληθινά δάκρυα ψυχής ευγενούς, αισθανομένης όλους τους πόνους και τας συγκινήσεις του έρωτος. Κατηγορεί τον εαυτόν του, ήλεγχε τον βίαιον χαρακτήρα του· εδάγκανε τας σάρκας του και ήθελεν, αν ήτο δυνατόν, να επιβάλει εις τον εαυτόν του αυστηράν τιμωρίαν. Αλλ’ ήτο αρκετή τιμωρία δι’ εκείνον η αγρυπνία της νυκτός και η ανησυχία του. Επεθύμει μεγάλως να ηδύνατο τώρ’ αμέσως να πετάξει πλησίον της Ανθής, διά να την παρηγορήσει, και κατενόει ότι τούτο ήτο αδύνατον. Ανέμενε με αγωνίαν την ώραν της υδρεύ­σεως κι ενωρίς την επαύριον επήγεν εις το Καλό Πηγάδι κι εκρύβη εις την πλησίον τάφρον, μέχρις ου ιδεί την λυγερήν. Αλλ’ αν και την εκαρτέρησε μέχρι βαθείας νυκτός, η Ανθή δεν εφάνη. Ο νεανίας, μη γνωρίζων τα συμβαίνον­τα εις το σπίτι του Στριμμένου, υπέθετεν ότι η λυγερή δεν επήγε εις το πηγάδι επίτηδες, διά να μη τον συναντήσει, και κατελήφθη υπό απελπισίας. Και εις την υποψίαν του αυτήν προσετέθη και άλλη αίφνης, ότι η Ανθή ήτο ασθενής, ότι ίσως εδάρη υπό των γονέων της· ίσως την είχον δεσμίαν εις κανέν σκοτεινόν δωμάτιον, διψώσαν και νηστεύουσαν διά να την εμποδίσουν να τον βλέπει… Ο Βρανάς έγινεν εκτός εαυτού. Ο ευερέθιστος χαρακτήρ του τον παρέφερεν εις τα έσχατα. Καθ’ όλην την νύκτα περιήρχετο μόνος, ως φάντασμα, το σπίτι του Στριμμένου· έρριψε χάλικας εις τα παράθυρα και την στέγην, ελπίζων ν’ ακουσθεί παρά της νεάνιδος και την πείσει να εξέλθει, διά να την ίδει και μόνον να την ίδει!

Αλλ’ ουδείς εφαίνετο. Τα παράθυρα έμενον κατάκλει­στα, σιωπηλά· ολόκληρον το σπίτι είχε την αδρανή όψιν νεκρού, μη συγκινουμένου εις τας φωνάς των θρηνούντων. Και, εις στιγμήν ύψιστης παραφοράς, εσκέφθη ν’ αναβεί, να κτυπήσει την θύραν διά να του ανοίξουν. Τι θα έκαμνε τότε, τι θα έλεγε, δεν ήξευρε και αυτός. Ώρμησεν εν τού­τοις και ανέβη την σκάλαν. Ο Μούργος όμως, ο σκύλος του Νικολού, κοιμώμενος εμπρός εις την θύραν, ώρμησεν επάνω του ωρυόμενος. Διά μίαν στιγμήν ο Βρανάς επίστευσεν, ότι ο σκύλος ετέθη επίτηδες εκεί παρά του Διβριώτου, άγρυπνος φύλαξ της Ανθής, εμπόδιον μέγα του έρωτός του. Λύσσα τον κατέλαβεν εναντίον του εμπόρου, του άρπαγος, και σύρας την πιστόλαν επυροβόλησε κατά του σκύλου». Κι ενώ το ζώον θανασίμως πληγωθέν εσήκωνε την γειτονίαν με τας κραυγάς του, ο Βρανάς έφευγε μακράν, εις τα σκότη της νυκτός, δακρύων και κατησχυμένος.

Ο Βρανάς έμαθεν από τους πρώτους τον γάμον της Ανθής και του Νικολού. Μέχρι της ώρας εκείνης ο νεανίας δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι θα εγίνετο ποτέ τούτο. Εσυνήθισεν επί τόσον καιρόν να θεωρεί ιδικήν του την λυγερήν, κτήμα του αναφαίρετον και, με την ελαφρότητα εκείνην της νεότητος, της πιστευούσης και εις τους παραβολωτέρους πόθους, ήλπιζεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να γίνει κτήμα άλλου. Τώρα όμως, όταν επείσθη περί τούτου, λύπη τον κατέλαβε. Λύπη, όχι από εκείνας, τας οποίας ησθάνετο άλλοτε, σφοδράς και μεγάλας, κινούσας εις εξέγερσιν το σώμα και την ψυχήν. Αλλ’ αποκαρωτική λύπη, χαλαρώσασα αίφνης όλας τας λειτουργίας του νου και της σαρ­κός. Η γη, ο ουρανός, ο κόσμος όλος πέριξ, τα πουλάκια και τ’ άνθη, τα χρώματα και το φως, δεν εκίνουν καθόλου το ενδιαφέρον του.

Εκινείτο μόνον, έζη, ανεστρέφετο εις την κοινωνίαν και εις το σπίτι του, αλλ’ όλως μηχανικώς, απροθύμως και αδιαφόρως.

Αίφνης όμως ελπίς έλαμψεν εις την συνείδησίν του. Ιδέα ήλθεν εις το πνεύμα του, κολακεύσασα του λεβέντη το φιλότιμον, και προσεκολλήθη εις αυτήν ο νέος ασυνειδήτως, ζητών να επανέλθει εν τη δράσει, όπως ο ετοιμοθά­νατος ναυαγός αρπάζει το σωσίβιον, το οποίον του ρίπτει η τύχη. Ναι, η αγάπη του υπανδρεύθη· αλλά πώς υπανδρεύθη; Μετά πόσας, βέβαια, βασάνους και τυραννίας επεί­σθη να ονομάσει άνδρα της τον Νικολόν; Εις ποία τεχνά­σματα και εις πόσα σκληρά βάσανα κατέφυγον οι γονείς και συγγενείς της, διά να την φέρουν εις τον βωμόν!… Τα εφαντάζετο και ανετριχίαζε και συνεκινείτο εις τα πα­θήματα της μάρτυρος και ήθελε να τα μάθει με λεπτομέρειαν όλα. Και ο νέος κατέφυγεν εις τας γυναίκας, όσας επλησίαζον την Ανθήν.

– Κλαίει; δέρνεται; θα πνιγεί, θα φαρμακωθεί, θα βγάλει τα μάτια της, θα ξεριζώσει τα μαλλιά της; ηρώτησε με θλιβεράν περιέργειαν.

-Μπα! χαρούμενη και καλόκαρδη σαν όλες οι νυφάδες· του απήντησαν εκείναι αδιαφόρως.

Και τω όντι εφαίνετο χαρούμενη κατά τας ημέρας εκείνας η Ανθή. Εδείκνυεν εις τον κόσμον το εύχαρι πρόσωπον νύμφης, ηναγκασμένης να δέχεται ευχάς και συγ­χαρητήρια. Δεν εδείκνυε το καταπληγωμένον ον, το απατηθέν εις όλας του τας ελπίδας και τους πόθους.

Η λυγερή, αφ’ ής ώρας επέστρεψεν εις το σπίτι από το Καλό Πηγάδι, έμεινε κατάκλειστος, μόνη με τας μαύρας σκέψεις της. Απελπισία από παντού! Ο Βρανάς την απηρνήθη· οι γονείς την άφησαν. Ο ένας δεν την ήθελε πλέον κυρίαρχον επί της καρδίας του· οι άλλοι δεν την ήθελον σύντροφον της ζωής των και την έδιδον εις τον τυχόντα. Αλλ’ η λυγερή έκλαιε περισσότερον διά την εγκατάλειψιν του εραστού, παρά διά την εγκατάλειψιν των γονέων. Από τριών ετών εσυνήθισε να θεωρεί τον Βρανάν ως το μόνον αγαπητόν πρόσωπον, εις το οποίον είχεν απο­θέσει όλας τας ελπίδας της. Ηγάπα βεβαίως και τους γο­νείς της. Τους ηγάπα όμως με την ανάμιξιν εκείνην του σεβασμού, του φόβου, της υπακοής, τα οποία αισθάνετ’ εκ συνηθείας κάθε χωρική γυνή. Ενώ η προς τον Γιώργην αγάπη της ήτο η ελευθέρα έκφρασις της καρδίας της· η ροπή όλων της των αισθήσεων. Κι εύρισκε λοιπόν εις την φαντασίαν της η λυγερή τώρα, ότι οι γονείς της εδικαιούντο να της κάμουν το τοιούτον αδίκημα. Γονείς ήσαν, σκλη­ροί και άσπλαχνοι γονείς, μη πονούντες την θυγατέρα των! Αλλ’ εις τον Βρανάν όχι, δεν επετρέπετο.

– Αχ, Γιωργάκη! ωλόλυζε συχνά.

Και όταν ήλθεν η Κυριακή, ήλθεν η εσπέρα και ωδήγησαν αυτήν προ του βωμού και ο παπάς ύψωσε διά των ευχών του το Σινικόν τείχος μεταξύ εκείνης και του έρωτός της, έγειρε την κεφαλήν και παρεδέχθη τα πάντα. Αλλ’ έγειρε την κεφαλήν με την συντετριμμένην εκείνην έκφρασιν της παραδοχής των τετελεσμένων, την οποίαν είχεν ο Χριστός επί του σταυρού του.

– Θέλεις, Ανθή, το Νικολό; ηρώτησεν ο παπάς.

– Ναι!…

Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί!…

Ο Βρανάς όμως δεν εγνώριζεν αυτά τα παθήματα της Ανθής. Και, αν τα εγνώριζεν, αν ευρίσκετο κανείς φίλος να του τα είπει, δεν θα τα επίστευε. Δεν είχε πλέον την ψυχραιμίαν, ούτε την οξυδέρκειαν να κρίνει τους λό­γους των γυναικών και ν’ ανεύρει την αλήθειαν. Το άτομόν του ήτο προδιατεθειμένον να δεχθεί πάσαν καταγγελίαν, όπως καλλιεργημένος αγρός τον σίτον του ζευγολάτου.

– Την άτιμη! έλεγε με λύσσαν, την άτιμη!…

Και, απελπισμένος, πληγωμένος από τον έρωτά του, κατέφυγε τώρα εις την φιλίαν. Κατενόει, ίσως εν αγνοία του, ο νέος, ότι τα δύο αυτά αισθήματα είν’ επίσης μεγάλα και ιερά και ότι διά του ενός κατορθώνει κανείς κάποτε να ιατρεύσει το άλλο. Κι έσμιγε τώρα με τον Δημήτρην, του έλεγε τα παράπονά του, τον καταπατηθέντα έρωτά του, κι ετόξευεν ύβρεις και αναθέματα κατά της προδότιδος.

Ο αδελφός της Βασιλικής ήτο συνομήλικος του Γιώρ­γη, κοντός ολίγον, αλλά με πλατείς ώμους, στιβαρός καθ’ όλα και χειροδύναμος, με πυκνήν κατσαρήν κόμην προς τ’ άνω εστραμμένην κατά τον νεωτερίζοντα συρμόν της ε­ποχής. Είχε τίμιον χαρακτήρα και ειλικρινή αισθήματα. Μόνον θυμώδης ήτο και ολίγον ελευθερόστομος, καθό γνήσιος υιός του Παντελή Καινούργιου. Αλλά τούτο δεν ημπόδιζε να είναι λαμπρός καρολόγος και αφοσιωμένος φίλος. Ηγάπα τον Βρανάν ως αδελφόν· ήτο πάντοτε μαζί του εις τας πανηγύρεις και τας διασκεδάσεις· εις την εργασίαν και τον έρωτα. Έμενε πάντοτε μέχρι των τελευ­ταίων ωρών της νυκτός κάτω του παραθύρου της Ανθής, συντροφεύων διά της λιγυράς φωνής του τα περιπαθή δίστιχα, όσα έστελλεν ο Βρανάς εις την αγάπην του· κι εδέχετο έπειτα μέχρι της αυγής αγογγύστως τας σφοδράς εξομολογήσεις, όσας ούτος μη δυνάμενος να κάμει εις εκεί­νην έλεγεν εις αυτόν. Έκαμνεν όμως τούτο περισσότερον χάριν του φίλου του, παρά διότι ησθάνετο ευχαρίστησιν εις τας διαπύρους εκείνας αποστροφάς. Η καρδία του Δη­μήτρη δεν ήτο τόσον απαλή. Ο νέος έκλινεν εις τον θετικισμόν εσυμβιβάζετο περισσότερον με τας σκέψεις της εποχής του. Όταν ο Βρανάς του ωμίλει περί του έρωτός του, ο Δημήτρης τον ήκουε με υπομονήν και του έδιδε τας χρησίμους συμβουλάς· αλλά δίχως να συγκινείται και να παθαίνεται. Και τώρα δεν ήτο εις θέσιν να εννοήσει καλώς τας ψυχικάς εκείνας βασάνους, εις τας οποίας ευρίσκετο ο φίλος του. Ένα μόνον κατενόει, ότι έπασχε και ότι ήτο ανάγκη διά παντός μέσου να τον θεραπεύσει. Εις τας τό­σας απελπιστικάς αποστροφάς του φίλου του ο Δημήτριος έλεγε συχνά:

– Ρε, τι κλαις σα γυναίκα; Θες να πάμε να την κλέψουμε!…

Ο Γιώργης έπαυε τότε την αγανάκτησίν του· εστήλωνεν εις το κενόν τα μάτια, ως να εσύναζεν ιδέας, κι αίφνης απήντα με το αφηρημένον ήθος ιδανιστού:

– Τώρα πια, τι να την κάμω!…

Δεν θ’ απέστεργε την απαγωγήν, αν η Ανθή ήτο ακόμη παρθένος. Αλλ’ υπανδρευμένη πλέον εγνώριζε, με όλην την ορμήν της αγάπης του, ότι δεν θα του έφερε την ποθητήν ευτυχίαν.

Ο Βρανάς ανεκουφίζετο μεγάλως ακούων τας κατη­γορίας των συναδέλφων του εναντίον της οικογενείας Στριμ­μένου. Πολλάς εκ τούτων εύρισκεν ανυπάρκτους, τινάς αδίκους, άλλας μωράς. Δεν είχεν όμως ποτέ την υπερη­φάνειαν να ελέγξει τους συκοφάντας, να υπερασπισθεί τους αδικουμένους. Όχι· άφηνε τουναντίον να λέγουν ό,τι θέλουν. Ηύχετο μάλιστα ενδομύχως να γίνονται πιστευτά και κάποτε συνέτεινε προς τούτο, περιβάλλων διά μειδιάματος ελαφρού ή καγχασμού παραδόξου τας καταγγελίας, οιονεί επισημοποιών κι επικυρώνων αυτάς. Α! η δυσφημία του ονόματος της Ανθής ήτο απόλαυσις γλυκεία δια την ψυχήν του νεανίου. Την επεζήτει πανταχού, εις τα κρασοπωλεία και τα μαγειρεία, εις τας αυλείους συναθροίσεις των γυναικών και εις των γραϊδίων τους φλυάρους ομί­λους…

Διά τούτο εσύχναζε περισσότερον τώρα και εις το σπίτι του Παντελή Καινούργιου. Ο Δημήτρης και πριν ακόμη εκάλει συχνά τον φίλον του εις το πατρικόν σπίτι εις γεύμα ή δείπνον αλλά σπανίως ο Γιώργης υπεχώρει εις τας προσκλήσεις αυτάς του φίλου του. Αφ’ ότου μάλιστα παρεπονέθη εις αυτόν η Ανθή κι ενόησεν, ότι εκείνη εζηλοτύπει και υπωπτεύετο την Βασιλικήν, έπαυσεν εντελώς να συχνάζει. Δεν ήθελεν αυτός να λυπήσει την αγάπην του…Έπειτα, να ειπεί κανείς την αλήθειαν, δεν είχε και άδικον η Ανθή. Η Βασιλική, μόλις φανεί εις την θύραν, τον κοιτάζει κατάματα μ’ εκείνα τα παιγνιδιάρικα και καστανά μάτια της, σαν να του λέγει: «Αγάπα με! αγάπα με!…» Αλλά δεν ηξεύρει λοιπόν ότι ο νέος αγαπά άλλην; Και τάχα σου κάνει και την εύμορφην· – τ’ άχυρα!…

Τώρα όμως όπου τα εμπόδια έλειψαν, ο Βρανάς εσκέπτετο ότι δεν είχε λόγον να δυσαρεστεί τον φίλον του. Έπειτα, αδελφέ, πού να πάγει να σκοτώσει τον καιρόν του κανείς; Να καθίσει εις το σπιτάκι του· ε, αυτή η αναθε­ματισμένη τον έκαμε να ευρίσκει ανυπόφορη την πτωχήν του μητέρα, άνοστην την οικογενειακήν εστίαν! Να πάγει εις της αδελφής του· – μικρομάνα η δόλια, το ένα παιδί κλαίει εδώ, τ’ άλλο φωνάζει εκεί, τον αναγκάζουν να φύγει ευθύς μόλις φθάσει. Η δουλειά είναι καλή, το κρασί καλύτερον και η συντροφιά του Καινούργιου ακόμη καλυτέρα. Βλέπει τριγύρω του πρόσωπα γελαστά, που τον κοιτάζουν ως αδελφόν. Ευρίσκει μητρικάς φροντίδας εκ μέρους της σπιτονοικοκυράς· πατρικήν αγάπην παρά του Παντελή, που νομίζει ότι είναι μέσα εις την ιδικήν του οικογένειαν…

Και ήτο αληθινά ο Βρανάς εκεί μέσα εις την ιδικήν του οικογένειαν. Δεν το κατενόει ακόμη καθαρά· αλλ’ η καρδία του υπεδείκνυεν, ότι εκεί ήτο η πραγματική θέσις του και ότι πριν είχε παρεκτραπεί του δρόμου, ως οδοιπόρος βαδίζων εις ξένον και άγνωστον τόπον. Μόλις εισήρχετο εις το σπίτι εκείνο, ελησμόνει ευθύς το πάθημά του. Ωμίλει ελευθέρως, εγέλα, ηστειεύετο και μόλις απόχρωσις κάποιας μελαγχολίας εβάρυνεν ακόμη την ψυχήν του. Αλλά δεν ήτο πραγματική μελαγχολία τούτο· ήτο η εντύπωσις αυτής παρελθούσης. Ο αχθοφόρος και μετά την απόθεσιν του φορτίου φέρει ακόμη επί των ώμων την ιδέαν του βάρους. Αλλά δεν είναι πλέον αυτό το βάρος. Αρκεί να τινάξει δύο τρεις φοράς τους ώμους, ν’ ανακλαδισθεί ολίγον και η κούρασις λησμονείται.

Τοιαύτη ήτο και η επιμένουσα ακόμη κατάθλιψις του Βρανά. Αλλά και αυτήν την παρέβλεπε μέσω της οικογενειακής εκείνης απλότητος του σπιτιού του Και­νούργιου. Και όταν εμακρύνετο απ’ εκεί, ήρχιζε δειλά να συλλογίζεται μετά τινος γλυκείας φρικιάσεως, ότι η Βασιλική ήτο πολύ εύμορφη κόρη και ότι τον έβλεπε συμπα­θητικά με τα καστανά, τα παιγνιδιάρικα μάτια της …

Η μεταβολή του Βρανά δεν εξέφυγε την προσοχήν της οικογενείας Καινούργιου. Ούτε των γειτόνων όμως, ούτε των άλλων χωρικών την προσοχήν εξέφυγε, κατά τας ιδέας των οποίων δύο πράγματα δεν κρύπτονται εις τον κόσμον: ο βήχας και ο έρωτας. Ήρχισε να διαδίδεται εις την κωμόπολιν – ψιθυριστά – ψιθυριστά πάντοτε, διότι εδώ υπήρχε κάποιος, ο οποίος ηδύνατο να επιβάλει σιωπήν διά του γρόνθου του – ότι ήτο τελειωμένον το συνοικέσιον του νέου και της Βασιλικής. Δεν ηκούσθη τίποτε ακόμη επισήμως, είναι αληθές, αλλά… Και αυτό το «αλλά» έκλειεν όλας τας εικασίας και όλα τ’ άλματα της διαβολεμένης φαντασίας των κατοίκων.

Τούτο όμως κανένα από τους ενδιαφερομένους δεν εστενοχώρει. Ο Γιώργης ήτο απερροφημένος όλως υπό της νέας τροπής των αισθημάτων του, ως ταξιδιώτης υπό τας θελκτικάς εναλλαγάς νέου ορίζοντος. Ο Δημήτρης εσκέπτετο ότι ευχαρίστως θα εκάλει ένα τοιούτον φίλον με τ’ όνομα του αδελφού. Αι δύο γυναίκες, μήτηρ και θυγάτηρ, κατ’ ιδίαν εκάστη, εφρόντιζον πώς να ρίπτουν λάδι εις την φωτιάν, ο δε Καινούργιος κατά λέξιν εθριάμβευεν.

Α, λαμπρός πατήρ! Ανέμενε προ τόσου χρόνου αυτήν την στιγμήν! Ο ελαφρός, ο ευτράπελος χαρακτήρ του εσταμάτα κάποτε σκεπτικός ενώπιον του μέλλοντος της Βασιλικής του, ως χρεωφειλέτης ενώπιον βαρέος συναλ­λάγματος. Είχε βεβαίως και άλλα συναλλάγματα ο Παντε­λής, τας πέντε άλλας θυγατέρας του· αλλ’ η Βασιλική ήτο το μόνον ληξιπρόθεσμον επί του παρόντος. Δεκαφτά χρονών κορίτσι, αδερφέ! … Και ήτο σύμφωνος με την γυναίκα του, ότι ο Βρανάς ήτο καταλληλότατος γαμβρός και ήτο πρόθυμος ο Παντελής να κάμει δι’ αυτόν και κάποιαν θυσίαν.

Ο Παντελής Καινούργιος δεν ήτο πλούσιος βέβαια, ήτο όμως ευκατάστατος. Πρώτος αυτός συνέλαβε την ιδέαν ν’ ανοίξει φούρνον εις την κωμόπολιν, να βγάλει ψωμί διά τους εργάτας και να ψήνει τους νταβάδες των κατοί­κων ενώ πριν κάθε οικογένεια είχε και χωριστόν φούρνον μικρόν διά τας ανάγκας της. Τούτο εθεώρει κατόρθωμα ηρωικόν ο χονδροκέφαλος χωρικός, εξανάπτον τον εγωισμόν του, ώστε έλεγε πολλάκις εις τους συντοπίτας του:

– Μωρέ, ήσαστε ζωντόβολα κι εγώ σας επολίτεψα!…

Δι’ αυτού όμως του εκπολιτιστικού μέσου ο Παν­τελής Καινούργιος έκαμε καλήν περιουσίαν. Τότε, αφήσας εις το πόδι του τον δευτερότοκον υιόν του, τον δε Δημήτρην απασχολών με το κάρον, περιήρχετο αυτός τα κρασοπωλεία, όπου ετρόχιζε μετ’ άλλων συνομηλίκων την γλώσσαν και τον νουν εις διαφόρους αεροκάμωτες διηγήσεις: «Άλ­φα – μαγκό, βήτα – ξερό, καρακαξέλια, ντουλαμάδες, χασοφεγγιές…, γιόμισ’ τα ποτήρια, να τ’ αδειάσω γω!». Εις την κρασόβρεκτον όμως αυτήν του χαριτολογίαν δεν ελησμόνει ο Καινούργιος να παρεμβάλλει επαίνους κι εγκώ­μια διά τον Βρανάν: «Δουλευτής μια φορά!… αγαθή ψυχή!». Και, αν συνέπιπτε να διέρχηται του κρασοπωλείου ούτος με άλλους καρολόγους, ίδρωνε διά να τους φέρει μέσα και τους κεράσει:

– Γιωργάκη, έλα… απόλιγο!…

Κι εμισόκλεινε το ένα μάτι κρυφά, υποψιθυρίζων μέσα του: «Ξέρ’ η αλ’που…».

Αλλ’ ό,τι εσκότιζε τας ελπίδας της πολύξερης αυτής αλεπούς ήτο η σχέσις του Βρανά με την Ανθήν. Τώρα όμως, μετά την απότομον λύσιν του έρωτος εκείνου και της νέας τάσεως των διαθέσεων του Γιώργη, ο ορίζων πάλιν εξαστέρωσεν ενώπιον των σκέψεων του φούρναρη κι αι ελπίδες του ανέτειλαν παρά ποτέ λαμπρότεραι. Δεν άφηνε τώρα στιγμήν να περάσει, χωρίς να κολακεύσει τον εγωισμόν του νεαρού καρολόγου, κατακρίνων τον Στριμ­μένον διά βαναύσων φράσεων, ότι παρεγνώρισε τοιούτον γαμβρόν, τον οποίον τόσοι και τόσοι άλλοι πατέρες παρεκάλουν, και διά των συνήθων του παροιμιών και μύθων κεντών την περιφρόνησίν του εναντίον του Νικολού:

– Σώγαμπρος!… ακούς τέτοιος λεβέντης σαν κι εσέ να πάει να γένει σώγαμπρος!… Εγώ, τι να σου ειπώ· τρία σκάτινα πράματα ξέρω στον κόσμο: το σκατόπουλο, το σκατόξυλο και το σκατάνθρωπο. Σκατόπουλο είναι ο κούκος, που ποτέ δε φτιάνει δική του φωλιά παρά πηγαίνει σε ξένη και γεννάει· σκατόξυλο είναι ο κισσός, που δε μπορεί μονάχος του να σταθεί, παρά θέλει μέρος ν’ ακουμπήσει· και σκατάνθρωπος εκείνος, που γίνεται σώγαμπρος. Αυτός θα ειπεί πως δεν είν’ άξιος ν’ ανοίξει δικό του σπίτι.

Εις τους λόγους αυτούς ο Βρανάς ησθάνετο κεντριζομένην όλην του την φιλοτιμίαν. Τι; μήπως τάχα θέλουν να ειπούν ότι ο έρως του ήτο δόλιος· ότι δεν ηγάπα την κόρην του Στριμμένου, αλλά τα πλούτη της! Ε, τότε καλ­ύτερα που δεν έγινεν ο γάμος αυτός. Και γρήγορα θ’ αποδείξει εις όλους ο Βρανάς, ότι οι καρολόγοι δεν υπανδρεύονται για παράδες. Θα ζητήσει τώρ’ αμέσως να εύρει μίαν καλήν κόρην και θα την πάρει έτσι, με το πουκάμισο!

Ο Καινούργιος τότε ενθουσιάζετο διά του νέου το φιλότιμον κι εζήτει διά πατρικών συμβουλών να καταπαύσει την εξαψίν του:

– Όχι δα, έλεγε· δε λέω πως πρέπει να παντρεύεται κανείς δίχως τίποτα. Μα όχι πάλι να γυρεύει από τη γυναίκα να πλουτίσει!…

Εν τω μεταξύ ήλθεν ο Αύγουστος. Ο μην ούτος θεωρείται ο καθ’ αυτό μην της εργασίας, ο τροφοδοτών τους άλλους ένδεκα μήνας του έτους. Άλλος εδώ θημωνιάζει τον σίτον και την κριθήν του· άλλος εκεί συλλέγει τους καρπούς των δένδρων του· άλλος παρέκει απλώνει την σταφίδα του. Ο έμπορος δεν κύπτει πλέον εις τα κατάστι­χά του, ούτε ο τοκιστής εις τας προσθαφαιρέσεις του. Όλοι, μικροί και μεγάλοι πάσης τάξεως και παντός φύλου, σπεύ­δουν εις την εξοχήν ν’ απολαύσουν την αμοιβήν των κόπων των και να πάρουν ελπίδας.

Και οι καρολόγοι; Α! δι’ αυτούς προ πάντων εσήμανεν η ώρα της ενεργείας. Εις τας τάξεις των επέρχεται κατά τον Αύγουστον η αυτή αταξία και σύγχυσις, η οποία παρατηρείται εις τα μυρμήγκια κατά τα πρωτοβρόχια. Όλα τα κάρα, και αυτά τα άχρηστα, πισσαλείφονται και τίθενται εις ενέργειαν. Όλα τ’ άλογα, και αυτά τα γεροντι­κά, τ’ αδύνατα, τα μισότυφλα, τα διερχόμενα τας τελευταίας ημέρας της ζωής των, ζευγνύονται και φορτώνονται και κινούνται κατά διαφόρους διευθύνσεις. Όλοι οι καρολόγοι, και αυτοί ακόμη οι προ τριακονταετίας οδηγήσαντες κάρον, επανέρχονται εις τας τάξεις των και άλλοι νέοι χειρο­τονούνται εκ του προχείρου και πυκνώνουν την φάλαγγα. Και τότε ημπορεί κανείς ν’ αναμετρήσει την δύναμιν αυτών, να καταλάβει την παντοκρατορίαν των…

– Παιδιά, τα σακιά σας και στου Καζνέση!…

– Παιδιά, στη Μανωλάδα!…

– Εσείς στα Λαστέϊκα!…

– Εσείς στου Μπουχιώτη!…

Οι σταφιδέμποροι τα έχουν χαμένα. Τα τηλεγραφή­ματα έρχονται σωρηδόν: «Στείλατε σταφίδα!… Φορ­τώσατε!… Αγοράσατε!…» βραχέα κι επιτακτικά, ως στρατιωτικά παραγγέλματα. Και αυτοί σπεύδουν, ζυ­γίζουν, εκδίδουν σημειώσεις, κόπτουν τιμάς, καβαλικεύουν και τρέχουν, τρέχοντες επιθεωρούν, επιθεωρούντες αγοράζουν και χαράσσουν διά μολυβδοκονδύλου εις τα φύλλα των σημειωματάριων των στοίβας αριθμών. Και οι καρο­λόγοι φωνάζουν, ιδρώνουν, φορτώνονται, κτυπούν τ’ άλογά των κι εκσφενδονίζονται από τα ορεινότερα χωρία της επαρχίας μέχρι των παραλίων αυτής. Μόνη τροφή των καθ’ όλον τούτο το διάστημα είναι ο ξηρός άρτος και το θρυμματώδες τυρί ή και αι ανάρτυστοι ελαίαι του ταγαρίου των. Μόνος των ύπνος ο διακεκομμένος και ανήσυχος, τον οποίον υποκλέπτουν επί των σακίων, ενώ το κάρον φέρεται διά πετρών και τριβόλων, και μόνη των απόλαυσις, όταν κόπτουν διά του μαχαιριού γραμμάς επί του ξύλου του μαστιγίου των.

Ο Βρανάς και ο Δημήτρης συμμετέσχον του εργώ­δους εκείνου πυρετού. Ηνωμένοι με πέντε άλλους συναδέλφους των, ειργάζοντο ακούραστοι ημέραν και νύκτα, σπανίως ερχόμενοι εις την κωμόπολιν. Ηδύνατο τις να πιστεύσει εκ τούτου, ότι μέσα εις την ζάλην και τον θόρυβον της εργασίας ο Βρανάς ελησμόνει το νέον του πάθος· ότι εις την δίψαν του κέρδους απεκοίμιζε της καρδίας του τα αισθήματα, όπως ο Γαλαξειδιώτης εκείνος του ανεκ­δότου, ο οποίος εις την είδησιν, ότι ο λησταντάρτης Παπα-Κώστας ήρχετο να πατήσει την πόλιν, έφευγεν εν τρόμω, φωνάζων προς την μνηστήν του:

– Έχε γεια, Χρυσούλα… δεν είν’ καιρός γι’ αγάπες!…

Δεν ήτο όμως τούτο αληθές. Διά τον καρολόγον παντού και πάντοτε ήτο καιρός γι’ αγάπες. Όταν επρό­κειτο να φράξει τρύπαν τινά του σακίου ή τυχόν κατά την φόρτωσιν εσχίζετο που το φόρεμά του, ενθυμείτο ευθύς την πρόθυμον εργατικότητα της Βασιλικής. Ε, πώς θα το έρραφτε χαρούμενη με τα μασουρωτά δάκτυλά της η παρθένος!… Συνέκρινε πολλάκις εις τους δρόμους τας απαντωμένας νεανίδας προς αυτήν και την εύρισκε πάντοτε υπερέχουσαν. Κι ενίοτε διά μέσου του σωρού των σακίων και του πυκνού συμπλέγματος των ακτινών των τροχών ενόμιζεν ότι διέκρινε μίαν γελαστήν ξανθόμαλλον μορφήν, η οποία τον έβλεπε πονηρά, ως να του έλεγεν: «Αγάπα με!… αγάπα με!». Και δεν εθύμωνε διά τούτο καθό­λου τώρα ο καρολόγος!

Είναι αληθές ότι πολλάκις εν τη εξελίξει αύτη των νέων του σκέψεων επρόβαλεν αίφνης άλλη σκέψις, η του παλαιού έρωτος του, άλλη μορφή, η μορφή της Ανθής, κι εβάρυνε την καρδίαν του, όπως η σκιά δράκου σκοτίζει αίφνης την όψιν λίμνης, όπου έπαιζε πριν χρυσός ήλιος. Αλλ’ ο νέος ήθελε να λησμονήσει πλέον. Μετά ένα βαθύν στεναγμόν έλεγεν εις τον εαυτόν του αμερίμνως δήθεν:

– Μπα, κουταμάρες!. ..

Και, οσάκις οι καρολόγοι ήρχοντο εις την κωμόπολιν, είτε διά να μεταβούν εις άλλα χωρία είτε και όπως ανα­παύσουν επί μικρόν τ’ άλογά των, ο Βρανάς δεν επήγαινεν εις το σπίτι του ν’ αποζέψει… Τι να κάμει τάχα, αφού αύριον πρωί – πρωί πάλιν θα έφευγε με τον Δημήτρην. Ηκολούθει τον φίλον του εις το πατρικόν σπίτι. Του ήρεσε πολύ ν’ ακούει την αγαθήν Παντελίναν ανακράζουσαν με γελαστόν πρόσωπον, μόλις έβλεπε τους νέους ερχόμενους: « Καλώς τα παιδιά μου!… καλώς τα!… Έχω κι ένα καλό φαγί!…» Του ήρεσε να βλέπει τας θυγατέρας της να τρέχουν γελασταί και χαρούμεναι διά να τους βοηθήσουν εις την απόζευξιν των αλόγων και την Βασιλικήν να τρέχει πρόθυμη πρόθυμη εις το άλογο του Βρανά και να ψιθυρίζει, ενώ λύει τα ζεύγματα: – «Τι σφίξιμο που έχεις της ίγγλας!… Καλά εσπάρναε το μάτι μου σήμερα όλη μέρα!…» Κι επί τέλους ήθελε να βλέπει αυτόν τον φούρ­ναρη να προβάλλει από το κατώγι κατακόκκινος, εύθυμος, με την κανάταν γεμάτην κρασί διά να κεράσει τα παιδιά!… Αλφα – μαγκό, βήτα – ξερό, καρακαξέλια, ντουλαμάδες, χασοφεγγιές …, γιόμισ’ τα ποτήρια, να τ’ αδειάσω γω!…

Α! η καρδιά του καρολόγου δεν ηδύνατο πλέον να είναι ήσυχος μακράν του σπιτιού του Καινούργιου. Ωμοίαζε προς τα μικρά εκείνα θαυματουργά εικονίσματα, τα οποία ευρίσκουν οι χωρικοί μέσα εις τα σπήλαια και τα μεταφέρουν εις τας εκκλησίας, αλλ’ αυτά δραπετεύουν ζητούντα πάλιν μετά πόθου το σπήλαιόν των. Και επί τέλους οι χωρικοί τι κάμνουν; Κτίζουν εκεί τον βωμόν των. Τούτο έπραξεν ολίγον κατ’ ολίγον εν αγνοία του και ο Βρανάς· έκτισεν εις το σπίτι του Καινούργιου τον βωμόν της καρδίας του … Και το ερευνητικόν βλέμμα των γειτόνων διέκρινεν εις το εξής μέσα εις την αυλήν του φούρναρη δύο κάρα αντί ενός· δύο σκευάς αλόγων από του τοίχου κρεμασμένας και δύο άλογα φριμάζοντα εις τον στάβλον. Ε, μα αυτά πλέον δεν ήσαν μυστικά. Ο Βρανάς εκρέμασε για καλά την κάπαν του εκεί!… Μόνον ανυπομόνουν οι αγαθοί, μέχρις ου ακούσουν επισήμως εξαγγελλόμενον το συνοικέσιον του Γεωργίου και της Βασιλικής.

Αλλά διά τούτο δεν ανυπομονούν μόνον οι γείτονες. Ανυπομονεί και ο Παντελής και η αγαθή σύζυγός του. Έως πότε πλέον αυτή η κατάστασις! Το ανδρόγυνον εσκέπτετο πως είχε και άλλας θυγατέρας εκτός της Βασιλικής και δεν εύρισκε καθόλου αβλαβές αυτά το μπαίνω βγαίνω του νέου εις το σπίτι του. Όχι πως ο νέος ήτο κακός και ηδύνατο να επιβουλευθεί την φιλίαν. Α μπα· θεός φυλάξει!… Ο Παντελής είχε τόσην εμπιστοσύνην, ώστε ηδύνατο αφόβως να τον κλείσει επί ημέραν όλην εις εν δωμάτιον μόνον με τας θυγατέρας του. Αλλά ο κόσμος είναι πονηρός και πρόθυμος εις την κακολογίαν… Το ανδρόγυνον εσκέπτετο ότι έπρεπε να δοθεί ένα τέλος εις αυτήν την υπόθεσιν· ότι ο Βρανάς έπρεπε να δηλώσει επί τέλους, αν έμπαινεν εις το σπίτι των απλώς και μόνον ως φίλος ή και ως μέλλων γαμβρός. Ο Παντελής απετάθη διά τούτο εις τον Δημήτρην.

– Για ρώτα τον τι σκοπό έχει, είπεν.

Αλλ’ ο νέος απέκρουσεν εντόνως την πατρικήν εντολήν. Ναι μεν εύρισκεν ορθόν τούτο και ηύχετο την ένωσιν του Γεωργίου μετά της αδελφής του· αλλά δεν ήθελε ν’ αναμιχθεί καθόλου αυτός. Και τούτο, όχι διότι δεν εφρόντιζε διά το μέλλον της Βασιλικής. Τουναντίον, πολύ εφρόντιζεν. Ήτο μετά τον πατέρα του ο πρώτος εις την οικογένειαν κι εγνώριζε τας βαρείας ευθύνας, τας οποίας έφερεν επάνω του. Αλλά δεν ήθελεν ούτε εις τον κόσμον ούτε εις τον Γιώργην ούτε εις αυτόν τον ίδιον να δειχθεί ότι διεπραγματεύετο την φιλίαν· ότι έφερε τον Βρανάν εις το σπίτι του διά να του φορτώσει με τρόπον την αδελφήν του.

– Κάμετε ό,τι θέλ’τε, δεν ανακατώνομαι· είπεν εις τον πατέρα του.

Τότε απεφάσισαν να κάμουν επισήμως την πρότασίν των εις την μητέρα του Βρανά. Η γριά Αγαθή – όνομα και πράγμα αγαθή γυνή – εχάρη ακούσασα την πρότασιν, ως να επρόσφεραν ολόκληρον βασίλειον εις τον υιόν της. Ναι, δέχεται και παραδέχεται να κάμει νύμφην την Βασι­λικήν. Όχι της έλεγαν δι’ εκείνην την υπερήφανη, την Ανθή!… Δεν την ήθελεν αυτήν διά σύζυγον του υιού της. Και όχι πως ήτο κακή. Ήτο καλή και προκομμένη κόρη. Η κυρα-Παναγιώταινα την έκαμεν εργατικήν και καλήν νοικοκυράν χαρά εις το σπίτι που θα έμπει! Αλλά δεν έκανε διά το ιδικόν της σπίτι… Η Αγαθή ήτο γυνή της παλαιάς εποχής και ηκολούθει τας ιδέας εκείνας. Εσκέπτετο ότι η οικογένειά της ήτο πολύ πτωχή παραβαλλομένη προς την οικογένειαν του Στριμμένου και ότι η Ανθή αργά ή γρήγορα θα εννοήσει την διαφοράν του συζυγικού από του πατρικού σπιτιού. Και τότε όλ’ αυτά θ’ απέβαινον προς δυστυχίαν του υιού της. Ενώ διά την Βασιλικήν ήτο σύμφωνη. Ήτο τόσον καλή κόρη· έκαμνε τόσας ευκολίας εις την γραίαν. Άμα την έβλεπεν εις το Καλό Πηγάδι αγωνιζομένην να γεμίσει την στάμναν της, έσπευδεν ευθύς, άφηνε την ιδικήν της κατά μέρος και χοπ!… χοπ!… μ’ επιδεξιότητα και ταχύτητα μεγάλην ήντλει κι εγέμιζε την στάμναν κι έδιωχνε πρώτην εκείνην. Και όχι μόνον τούτο, αλλά πολλάκις, όταν της ήτο εύκολον, μετέφερεν η ιδία μέχρι του σπιτιού της την στάμναν της γραίας. Και μήπως τόσας φοράς δεν έπλυνεν αύτη την φουστανέλλαν του Γιώργη· δεν εσιδέρωσεν επιτηδείως τα εορτινά υποκάμισά του· δεν εστρίφωσε τα μαντήλια του, ζητούσα μάλιστα επιμόνως παρ’ αυτής να της στέλλει, όταν έχει εργασίαν, διά να την κάμνει εκείνη και να μη παιδεύεται τώρα εις τα γηρατειά της;

– Δεν είσαι για ξέβγαλμα, θειακούλα μου!. .. Να ζήσεις, να βρεις πρώτα μια καλή νύφη του Γιωργάκη!. ..

Και το έλεγε με τόσο τρυφεράν, συμπαθή φωνήν τούτο, ώστε η αφελής Αγαθή έδιδε χιλίας ευχάς κι έλεγε καθ’ εαυτήν ότι καλυτέραν νύμφην δεν ηδύνατο να εύρει από την νεάνιδα διά τον υιόν της. Τώρα εκ του ενθουσιασμού της εσταυροκοπήθη κι έταξεν εις την Παναγίαν μίαν λαμπάδα μεγάλην, διά να δώσει φώτισιν εις τον υιόν της και δεχθεί το προτεινόμενον συνοικέσιον.

Αλλά διά τον Βρανάν δεν εχρειάζετο η μεσιτεία της Παναγίας. Ο μαγνήτης, ο εκτοξευόμενος από τα καστανά εκείνα, τα παιγνιδιάρικα μάτια της Βασιλικής, εμεσίτευσεν αρκούντως επί της καρδίας του καρολόγου . Α! τι αξίζουν αυτά τα μάτια, όταν είναι εύμορφα, όταν έχουν μακράς βλεφαρίδας, πιπτούσας εν απολαυστική εκλύσει ως διά να ονειροπολήσουν παραδεισίους σκηνάς· όταν περιβάλλονται υπό λεπτού, μόλις διαφαινομένου, λευκομαύρου, κύκλου, έτσι δήθεν αφελώς ριφθέντος εκεί υπό της φύσεως, σαν πινελιά απαρατήρητος του ζωγράφου, η οποία μόνη συμ­πληρώνει την εντέλειαν της εικόνος· και όταν έχουν το μαύρον, κατάμαυρον χρώμα, το μυστηριώδες και βαθύ ή το καστανόν εκείνο, το παιγνιώδες κι εύθυμον με το μακαρίως ελκυστικόν σπιθοβόλημα!… Δεν θέλεις να ιδείς τίποτε άλλο, δεν παρατηρείς ελλείψεις πλέον και, αν τας παρατηρείς, δεν θέλεις να τας αναγνωρίσεις. Μόνον εις εκείνα προσέχεις τα μάτια, τα οποία βρίσκονται ενώπιον σου ως προστάται θεοί του λοιπού σώματος και σε βλέπουν προκλητικά, ως να σου λέγουν: – Τι κοιτάζεις εκεί; Εμένα ιδές!…

Τούτο εφώναζον από τοσούτου καιρού τα καστανά μάτια της Βασιλικής εις τον Γιώργην Βρανάν. Και παρέσυρον αυτόν μικρόν κατά μικρόν εις λήθην του πρώτου του έρωτος· εις λήθην της λυγερής και της καλλονής της. Και μετ’ ολίγον ακόμη τον έπειθον, ότι δεν υπήρχεν άλλη ερα­σμιωτέρα εκείνης και ότι όλα τα είχεν εις την εντέλειαν. Η Αφροδίτη έριψε τον κεστόν της επί της παρθένου και η πριν αξιοκατηγόρητος έγινεν η επιθυμητή σύζυγος του Διός! Και όταν η Αγαθή εύρεν ευκαιρίαν ν’ αναγγείλει εις τον υιόν της την πρότασιν του συνοικεσίου, μετ’ εξάλλου χαράς ήκουσε παρ’ αυτού:

– Τώρα!… τελειωμένα πράματα μολογάς!

Εν τω μεταξύ ο πυρετός της εργασίας μεγάλως ηλαττώθη! Τα γεννήματα αποθηκεύθησαν καταλλήλως· η σταφίς επωλήθη εις καλάς τιμάς και παρεδόθη όλη εις τους αγοραστάς. Τα πρώτα ψύχη του χειμώνος ηνάγκασαν και τας τελευταίας οικογενείας των εξωμάχων ν’ αφήσουν τας καλαμοπλέκτους καλύβας των και να έλθουν εις την κωμό­πολιν. Οι έμποροι και τοκισταί ανέλαβον τα κατάστιχά των, εξοφλούντες τας παλαιάς και ανοίγοντες νέας περιόδους πι­στώσεων. Οι επιχειρηματίαι νέοι, συλλέξαντες τους μισθούς των και βοηθηθέντες υπό των συγγενών, ήνοιξαν το μικρόν παντοπωλείον των ονειρευόμενοι τας προόδους των παλαιών οικοκυραίων. Οι καρολόγοι έβαλαν εις ανάπαυσιν τ’ άλογά των και ήρχισαν να μετατρέπουν εις χρήμα τας επί του μαστιγίου γραμμάς. Οι κρασοπώλαι δεν έστεκαν πλέον με τας χείρας σταυρωμένος εν νυσταλέα προσδοκία προ των πάγκων των, αλλ’ από της αυγής μέχρι του μεσονυκτίου έσπευδον εδώ κι εκεί με στοίβας ποτηρίων εις τας χείρας, διά να προφθάσουν τους κρασοπότας. Εις τα κρασοπωλεία έβριθον οι θαμώνες θορυβωδέστεροι από το κρασί των βα­ρελιών. Τα καφενεία εβόγκων εκ του αλληλοδιαδόχου κτύ­που των χαρτοπαικτούντων· επί των τραπεζών και όπιθσεν των ρυπαρών υέλων και των εκ κόκκινου πανίου αυλαιών διεκρίνετο πνιγηρά, καπνοβριθής η ατμόσφαιρα. Τα κατα­στήματα αντήχουν εκ του ζυγίσματος των εδωδίμων κι εν γένει απ’ όλα τα μέρη η αγορά εβόιζεν από συμμιγή θόρυβον και αλαλητόν.

Έχει πάντοτε τοιαύτας παρακρουστικάς διαθέσεις η αγορά της κωμοπόλεως, όταν πωλείται με καλάς τιμάς η σταφίς. Μετά την θανάσιμον σιωπήν, την οποίαν κρατεί κατά τους εργασίμους μήνας, μεταπίπτει αίφνης εις θορυ­βώδη πανηγυρισμών, ως ένας και μόνος άνθρωπος, εννοών να εορτάσει την αμοιβήν των κόπων του. Τας Κυριακάς δε κατά λέξιν εορτάζει και λαμπροφορεί. Λαμπροφορεί με τους λεβέντες, οι οποίοι φιλοτιμούνται να επιδείξουν τας νέας πολυκεντήτους ενδυμασίας των κι εορτάζει με τας διασταυ­ρουμένους ανά τους δρόμους γαμήλιους πομπάς.

Η νεότης δεν κατελήφθη ακόμη εκεί υπό του σκεπτι­κισμού και της αποθαρρύνσεως περί τ’ αναγκαία του βίου. Ο αστήρ της ελπίδος φεγγοβολεί ακόμη ενώπιόν της δοξα­σμένος, ως η φωτεινή στήλη προ της πορείας των Ισραηλι­τών. Το λαϊκόν απόφθεγμα: «ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου» διατηρεί ακόμη εκεί την φιλοσοφικών του υπόστασιν. Αλλά ποίος πηγαίνει τώρα να καλογηρευθεί, να κρύψει το λυγηρόν του κορμί μέσα εις καλογηρικόν ράσον και με την αργυράν φωνήν του να ψάλλει αίνους εις άσαρκον παρθένον; Προτιμούν καλύτερα μικροί μικροί να συνδε­θούν με το συμπλήρωμά των, να ριφθούν αμέριμνοι εις το παρόν, αφήνοντες εις τους γέροντας την έρευναν της αύριον. Και η κωμόπολις έτσι από του Οκτωβρίου μέχρι του Μαΐου δέχεται μετά διαχυτικής ευθυμίας τα νέα ζεύγη, τα οποία κτίζουν εις τους κόλπους της την φωλεάν των.

Κι εφέτος πολλοί γάμοι έγιναν εις την κωμόπολιν. Αλλ’ ο λαμπρότερος έμελλε να γίνει την ερχομένην Κυριακήν. Το συνοικέσιον του Βρανά και της Βασιλικής εκηρύχθη προ πολλού. Τον Οκτώβριον ετελέσθησαν επισήμως οι αρραβώνες και τώρα ο γάμος θα συνέδεε το ταιριασμένον ανδρόγυνον.

Ναι, ήτο καθ’ όλου ταιριασμένον το ανδρόγυνον αυτό. Οι χωρικοί το επεκρότησαν φίλοι κι εχθροί συνεφώνουν, ότι ο Βρανάς ήτο άξιος σύζυγος της Βασιλικής και η Βα­σιλική αξία και άμεμπτος γυνή του Βρανά. Κανείς δεν είχεν αντίρρησιν· όλοι ήσαν σύμφωνοι και πρόθυμοι να συνεορτά­σουν μετά του αγαπητού νεανίου και της αγαθής παρθένου.

Από της πρώτης ημέρας της εβδομάδος τα τύμπανα έπαιζον αδιακόπως εις το σπίτι του γαμβρού, το δε σιτάρι το προωρισμένον διά το κεσκέσι – το γλύκισμα το παρατιθέμενον εις τας τραπέζας των γάμων – μετεφέρθη διά ν’ αλεσθεί εις τον χειρόμυλον μετά μεγαλοπρεπούς συνοδείας. Και το Σάββατον, όταν έγινε το επίσημον ξύρισμα εις την αυλήν του σπιτιού, ενώ ο γαμβρός εκάθητο επί νεροβαρέλας κι ετραγουδούσαν κύκλω οι λυγερές και τα τύμπανα εκτυπούσαν χαρμοσύνως, από το πλήθος των ριφθέντων εις το λεγένι νομισμάτων εφάνη η μεγάλη αγάπη, που απήλαυεν εις την κωμόπολιν ο Βρανάς.

– Ρίχνετε…, ρίχνετε…, να ζήσει να σας το πληρώσει ο Γιωργάκης μου!… έλεγεν η Αγαθή, έξαλλος εκ της χαράς.

Αργυρό ξουράφι και μαλαματένιο,

τράβα γάλι γάλι σε γαμπρού κεφάλι!

Τρίχα μην αφήσεις και τον ασκημίσεις

και τον ασκημίσεις στα πεθερικά του!

ετραγουδούσαν αι γυναίκες στολίζουσαι με όλα τα χαρί­σματα τον γαμβρόν. Και όσον ήκουεν αυτά, τόσον υπερηφανεύετο διά τον υιόν της η γραία.

Ά! έλα, μωρέ Στριμμένε, να ιδείς! Έβγα από τον τάφο σου, κυράτσα Παναγιώταινα, να μάθεις ποίον γαμβρόν επεριφρόνησες!… Η μητρική καρδία εκόμπαζε κι εξηγείρετο φιλέκδικος η προσβληθείσα φιλοτιμία της Αγαθής. Ηύχετο ακόμη μεγαλοπρεπέστερα να ήσαν τα δώρα· ακόμη επισημοτέρα να γίνει η πομπή, διά να κεντήσει έτσι τον φθόνον και την μετάνοιαν της οικογενείας Στριμμένου.

Και δεν κατείχετο μόνον η γραία από αυτήν την σκέψιν, αλλ’ όλοι οι συγγενείς και φίλοι του Βρανά. Αι γυναίκες των καρολόγων έλυσαν την γλώσσαν των εις υβριστικάς παραγγελίας προς την Ανθήν: – «Ε, την τέτοια, που αλλάζει τους άντρες σαν το φίδι τα πουκάμισα του!…»

Και εις εκπληκτικάς φράσεις περί πλούσιας προικός της νύμφης και της αγάπης, την οποίαν τρέφει ο Γιώργης προς αυτήν: – «Δεν κάνει ώρα χωρίς να την ιδεί· θαρρείς και του έκαμε μάγια, αδερφούλα μου!…» Και εις τα θαυμα­στικά επιφωνήματα διά τα πλούσια δώρα, τα οποία θα έκαμεν η οικογένεια Παντελή εις τον γαμβρόν και τους συγγενείς του: – «Τα έφερεν όλα τόπια από την Πάτρα ο Δημήτρης!…» Χαιρέκακος διάθεσις ανεπτύχθη εις όλους και ηυφραίνοντο από τώρα διά την λύπην και την εντροπήν, την οποίαν εφαντάζοντο ότι θα έπαιρνεν εκ τούτου η λυγερή και η οικογένειά της…

Και οι καρολόγοι δεν έμενον οπίσω. Εσκέπτοντο ότι καταλληλότερος τρόπος διά να εκδικηθούν τους δύο συνεταί­ρους, ήτο να φροντίσουν, όπως γίνει λαμπρότερος ο γάμος του συναδέλφου των. Έτσι εδείκνυον την αγάπην, την οποίαν έτρεφον προς τον Βρανάν, κι εκαυτηρίαζον τον εγωισμόν των εμπόρων. Κι έστελλον επιδεικτικώς διά της αγο­ράς εις το σπίτι του γαμβρού παχυτάτους αμνούς, στολίζοντες τα κέρατα των με κοκκίνας κορδέλλας και αργυρά νομίσματα· συνεζήτουν περί του καταλλήλου κρασιού· εφρόντιζον διά το καλόν ψήσιμον των άρτων του γάμου, διά την επιτυχίαν του κεσκεκίου και παρεκίνουν τας γυναίκας των να βάλουν όλα των τα στολίδια διά την λαμπρότητα της πομπής.

Τέλος ήλθεν η Κυριακή. Από την αυγήν ο Βρανάς, παρακινούμενος από φίλους και συγγενείς, επήγε να φιλήσει το χέρι και να πάρει την ευχήν της κυράς Παγώνας και να την προσκαλέσει εις τον γάμον. Τούτο δεν είχεν άλλον σκοπόν παρά να εξουδετερώσει την τυχούσαν κακοβουλίαν της οικογενείας Στριμμένου. Διότι η γόησσα, όπως τόσα και τόσα, κατείχε και την δύναμιν του αμποδέματος. Επειδή δε ήτο γνωστόν το ενδιαφέρον, το οποίον έλαβε διά το συνοικέσιον της Ανθής και του Νικολού, και συνεπώς εθεωρείτο σχεδόν μέλος του σπιτιού εκείνου, τι θα έχανε τάχα η Ανθή από φθόνον να ωθήσει της μαγίσσης την χείρα εις το αμπόδεμα των δύο νυμφίων! Ήθελαν λοιπόν δι’ αυτού του τρόπου να χολακεύσουν της γραίας το φιλότιμον κι εν ταυτώ να της εμποδίσουν την ενέργειαν, αν είχε τοιούτον τι εις τον νουν της, κρατούντες αυτήν εις το σπίτι κατά την ώραν του στεφανώματος και επιβλέποντές την έπειτα αγρύπνως, όταν θα τους πλησιάζει. Εκείνη όμως έδειξε μεγάλην προθυμίαν εις την πρόσκλησιν κι έδωκε με όλην την καρδίαν την ευχήν της. Και μάλιστα, όταν επήγε εις το σπίτι, μόνη της εσυμβούλευσε την Αγαθήν, να δώσει εις τον υιόν της να κρατεί επάνω του το Τετραβάγγελον, διά ν’ αποφύγει την κακοβουλίαν άλλης καμμιάς αμποδέστρας, και μόνη της παρήγγειλεν εις την Καινούργιου να ζώσει με την ζώνην κανενός παπά την θυγατέρα της, πριν την βγάλει από το σπίτι. Βρίσκονται δα τόσοι και τόσοι εις τον κόσμον, που έχουν χαρά τους να κάνουν το κακό!…

Τέλος κατά το απομεσήμερον το συμπεθεριό εκίνησεν από το σπίτι του γαμβρού με την μίαν ζυγιάν των τυμπάνων κι επήγε και παρέλαβε τον κουμπάρον από το σπίτι του και μαζί όλοι μετέβησαν έπειτα εις το σπίτι της νύμφης. Η Βασιλική ήτο στολισμένη με την συνήθη επιμέλειαν και ακριβολογίαν των νυμφοστόλων γυναικών, με τα τραγούδια τα επαινετικά, κατά τα οποία είναι αξιοζήλευτον και το κτένι ακόμα, που κτενίζει τέτοιες χρυσότριχες, και το γκόλφι, που στολίζει τέτοιον λαιμόν κρυσταλλένιον, και τα χρυ­σοκέντητα φορέματα όλα, που τα φορεί τέτοιο κυπαρισσένιο κορμί.

Ενώ όμως ετελείτο η στέψις κι εχόρευον εις την αυλήν οι συμπεθέροι κι έβλεπεν έκπληκτος κι ενθουσιασμένος ο κόσμος, σφοδρά συζήτησις εγίνετο εις το μαγειρείον. Η μήτηρ της νύμφης μετά των συγγενών της γυναικών ηγωνίζοντο να πείσουν τον Δημήτρην και τους φίλους του Βρανά, να μην περάσουν από την αγοράν. Ήτο εκεί το σπίτι του Στριμμένου και κατ’ ανάγκην υπό τα παράθυρα του θα επερνούσεν η νύμφη. Αλλά θα εκρατείτο ο φθόνος της Ανθής, όταν έβλεπε τέτοιο συμπεθεριό; Δεν θα την εκέντα άραγε ο διάβολος να ρίψει μάγια, διά να καταστρέψει την ευτυχίαν των νυμφίων; Το εφοβείτο πολύ η γραία Παντελίνα. Και τρέμουσα παρεκάλει τους καρολόγους ν’ αποφύγουν την ολεθρίαν συνάντησιν.

– Για όνομα Θεού, παιδιά μου· φευγάτε από το Σα­τανά!

Αλλ’ οι καρολόγοι επέμενον. Ίσα ίσα δι’ αυτό έπρεπε να περάσουν από εκεί. Να δείξουν πως κάμνουν τις χαρές των αυτοί· να ιδεί η Ανθή πως είναι οι γαμβροί· να καταλάβουν οι έμποροι τι θα ειπεί γάμος. Όχι, όπως τους κάνουν εκείνοι, με κλεισμένα παράθυρα και σιγανά ως να εντρέπονται!… Υπέσχοντο δε εις τας γυναίκας, ότι θα έχουν τέσσαρα τα μάτια των εις τα παράθυρα της λυγερής.

– Μη φοβάσαι, μάνα, κι εγώ είμαι δω! είπεν ο Δημήτρης εν πεποιθήσει.

Ο πυροβολισμός ανήγγειλε τώρα το τέλος της στέψεως. Οι χοροί διελύθησαν ευθύς και το λαμπρόν και υπερήφανον άλογον του Χατζηγιάννη, επί του οποίου εφιλοδόξουν να καβαλικεύσουν νύμφαι όλαι αι νεάνιδες της κωμοπόλεως, πλουσίως σελλοχαλινωμένον, εκομίσθη εμπρός εις την σκά­λαν του σπιτιού:

Έχετε γεια, πατέρα μου και συ γλυκιά μου μάνα,

έχετε γεια, ’δερφάκια μου και σεις δικοί μου φίλοι.

Εγώ πάω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου

πάω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου.

Έχετε γεια, γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες,

κι εγώ πηγαίνω σπίτι μου και στο πεθερικό μου.

Αι νεάνιδες ετραγούδησαν το συγκινητικόν τραγούδι του αποχαιρετισμού της νύμφης· δάκρυα πύρινα και λυγμοί ανεμίχθησαν εις το θριαμβευτικόν παίξιμον των τυμπάνων και η γαμήλιος πομπή εξεκίνησεν.

ΣΤ’ ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ

– Τι άνοστο φαγί!…

– Ναι…, άνοστο!

Σιωπηλόν εγίνετο το δείπνον της εσπέρας εκείνης εις το σπίτι του Στριμμένου. Το υψηλόν κανδηλιέρι με τους δύο λύχνους αναμμένους εφώτιζε διά κοκκινωπού και παλμώδους φωτός το δωμάτιον, επιρρίπτον πένθιμον τινά κατήφειαν, ως να εφώτιζε δωμάτιον νεκρού. Ψυχροί και κατασκονισμένοι οι τοίχοι, εφαίνοντο αλγεινώς μορφάζοντες κάτω από τα τριμμένα κι εφθαρμένα μυστρίσματά των· τα στέφανα με το εικονοστάσιον και το πενιχρόν κανδήλι είχον θλιμμένην έκφρασιν, ως ν’ απεσύρθησαν εκεί υψηλά, διά να κλαύσουν την μοίραν των κυρίων των· η κοκκινωπή ψάθα, η αντικαθιστώσα την οροφήν, με τους όγκους και τα κοιλώματα της, αδιακόπως τριζοβολούσα ένεκα του εισχωρούντος από την στέγην ανέμου, εδείκνυε διαθέσεις πτώσεως, συναφής, ει δυνατόν, μετά του σαθρού πατώματος, διά να κρύψει την καταθλιπτικήν εκείνην εικόνα.

Αλλά δεν παρουσιάζετο μόνον απόψε η τοιαύτη κατα­θλιπτική εικών. Από πολλού τώρα χρόνου έτσι εδείπνει το νεαρόν ανδρόγυνον Πικοπούλου. Ο Νικολός εκάθητο εις το εν άκρον της τραπέζης, η Ανθή εις το άλλο και, κύπτων έκαστος προ του πινακίου του, έτρωγε με σπουδήν, ωσεί βιαζόμενος να τελειώσει οχληράν ενασχόλησιν. Κάποτε βραχείαι λέξεις, αι μάλλον πεζαί του λεξιλογίου ενός ανδρογύ­νου, αι απαραίτητοι διά την οικιακήν συνεννόησιν, ετάρασσον διά μίαν στιγμήν την πένθιμον εκείνην σιγήν, η οποία επέστρεφεν αμέσως περισσότερον αγρία και καταθλιπτική. Λόγος εύχαρις δεν ηκούετο ποτέ, ούτε εγκάρδιος δεξίωσις, αστεϊσμός ή χαριτολόγημα. Σπανίως γέλως τις μόνον αντήχει, αλλ’ από τον νευρικόν τόνον του εφανερώνετο ότι και αυτός ήτο βεβιασμένος!

Εφόσον οι γέροντες γονείς μετείχον της ζωής των δύο νεονύμφων, εγίνοντο και ούτοι υποφερτοί κάπως μεταξύ των. Κάτω από τας γεροντικάς αυτών όψεις, τας οποίας ο χρόνος, αι μέριμναι του βίου και η πείρα των εγκόσμιων περιέλουον με του σεβασμού και της αγάπης το ακτινοβόλημα· κάτω από την ήρεμον ζωήν του ανδρογύνου εκείνου εύρισκον ούτοι μαθήματα αληθούς οικογενειακού βίου κι έκαμνον την ιδικήν των ενότητα. Η κυρα-Παναγιώταινα δεν ήργησε να γνωρίσει το όλως ανόμοιον των νεαρών συζύγων και, θέλουσα να εξαγνισθεί ενώπιόν των, επροσπάθει διά μαλακών λόγων και συμβουλών να υποδεικνύει εις την θυ­γατέρα της την ανεκτικότητα και τας άλλας χριστιανικάς αρετάς, αι οποίαι αποτελούν το ευαγγέλιον του συζυγικού βίου μιας χωρικής. Μόλις ο Νικολός εφαίνετο εις το σπίτι, ευθύς η γραία απεσύρετο, ίν’ αφήσει μόνους τους δύο νεονύμφους, και πολλάκις παρεκίνει την Ανθήν να σπεύσει εις συνάντησιν του ανδρός της.

– Πήγαινε, μη σε θέλει τίποτα, θυγατέρα.

– Τι να κάμω;… Τι θα με θέλει; έλεγεν η λυγερή βαρύθυμος.

– Πήγαινε και μην κάνης έτσι, κόρη μου, στον άντρα σου … Μ’ εκείνον θα ζήσεις – δε θα ζήσεις μ’ εμάς! …

Ο γέρων έμπορος δεν είχεν αυτήν την διορατικότητα, ούτε αυτήν την φροντίδα. Το μεγάλον εμπορικόν του τερ­τίπι επέτυχε· δεν είχε τίποτε άλλο να φροντίσει πλέον. Ενδίδων όμως εις τας συχνάς παρακινήσεις της γριάς του, ηναγκάζετο πολλάκις μεταξύ των εμπορικών κατηχήσεων, τας οποίας έκαμνεν εις τον γαμβρόν του, να παρεμβάλλει και μερικάς περί της κόρης του συστάσεις:

– Έτσι, γαμπρέ μου!… Το καημένο το κορίτσι είναι καλομαθημένο… Δίνε του κάποτε και καμιά σβερκιά!…

Ο κυρ-Παναγιώτης έτσι συνήθιζε να εκδηλώνει τας συζυγικάς του τρυφερότητας … Επειδή όμως εγνώριζεν ότι του Διβριώτη η ευαισθησία δι’ άλλων μέσων παρά διά ξηρών συμβουλών εκεντάτο, εις στιγμήν εξάψεως των πα­τρικών του φίλτρων, εκάλεσε τον συμβολαιογράφον και μετεβίβασε «θεληματικώς και αβιάστως» ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον Νικολόν. Και δεν ηπατήθη εις τούτο ο ευφυής έμπορος. Η χονδρά παλάμη του Διβριώτη έλαβεν από τότε μεγαλυτέραν γνωριμίαν με τον εύτορνον τράχηλον της Ανθής.

Τώρα όμως οι γέροντες έπαυσαν να δίδουν τας συμβουλάς των. Η κυρα-Παναγιώταινα επλήρωσε το κοινόν χρέος, προσβληθείσα σφοδρότερον υπό καρδιακού νοσή­ματος· ο δε τερτιπιλής έμπορος, ένεκα του ψύχους και των γηρατειών, διήρχετο τας ημέρας του κατάκοιτος ένεκα των ρευματισμών. Κι έτσι το νεαρόν ανδρόγυνον έμεινε μόνον, ελεύθερον εις τας διαθέσεις του.

Ο Νικολός, μέσα εις το εμπόριον ανατραφείς, έχασε μικρόν κατά μικρόν όλην την αισθηματικότητα της ψυχής του. Το εμπόριον είναι πάντοτε βλαβερόν διά τας νεαράς υπάρξεις. Μεταξύ των εμπορικών δεμάτων, του θορύβου της συναλλαγής, των καταπολεμουμένων κεφαλαίων, της συνηχήσεως του χρήματος και της λυσσώδους επιδιώξεως του κέρδους, η παιδική ψυχή αφήνει μικρόν κατά μικρόν τας αγαθάς διαθέσεις της εις μίαν μόνην ιδέαν, την ιδέαν του κέρδους. Αυτήν έχει πλέον ως σκοπόν του βίου της. Αυξάνει μαζί της, ανδρίζεται, αλλά δεν την εγκαταλείπει. Ή μάλλον η ιδέα δεν εγκαταλείπει αυτήν· φωλεύει ακοίμητος· κι ενώ καταφθείρει το σώμα, συγκεντρούται ως φλόξ εις τα μάτια. Και ο μικρός εμπορίσκος προσκολλάται πλέον εις αυτήν αναπόσπαστος, ως ο Αριστομένης εις την ουράν της αλεπούς, η οποία θα τον έφερεν έξω του Καιάδα.

Ο Νικολός εξήλθε τώρα από τον Καιάδαν της πενίας διά του γάμου του με την Ανθήν. Αλλ’ η διαβολευμένη αυτή αλεπού του κέρδους είναι τόσον ελκυστική, ώστε δεν την παραιτεί κανείς, μόλις εξέλθει του βαράθρου του. Εξα­κολουθεί να την κρατεί σφιγκτά και φέρεται κατόπιν της ολοταχώς, περιφρονών τους κόπους και τας κακουχίας, αδιαφορών διά την ανάπαυσιν του σώματος και την γαλήνην της ψυχής. Ένα μόνον πόθον έχει, να φθάσει εις τον τόπον, όπου το χρυσίον συλλέγεται με τη χούφταν. Και αυτόν τον πόθον είχε τώρα ο Νικολός. Ο Διβριώτης τον γάμον του με την λυγερήν δεν έλαβεν ως σταθμόν, αλλ’ ως αφετηρίαν του σκοπού του. Ήτο καθ’ όλα σύμφωνος εις τούτο με τον πενθερόν του, ότι ο γάμος δεν ήτο παρά εν επικερδέστατον εμπορικόν τερτίπι, διά του οποίου θα ετελείωναν και τόσα άλλα! Εφόσον ο Στριμμένος ηδύνατο να συχνάζει εις το κατάστημα, ο Πικόπουλος δεν έμενεν αργός εις την εκπλήρωσιν των συμβουλών του πενθερού επί του τραχήλου της γυναικός του. Αφ’ ης όμως ο γέρων κατήντησεν ανίκανος εις τούτο, έπαυσε και ο Διβριώτης αυτάς του τας συζυγικάς τρυφερότητας. Τακτικά με το γλυκοχάραγμα άφηνε την νεο­παγή κλίνην της λυγερής, σπεύδων ν’ ανοίξει το κατάστημά του και να επιδοθεί εις τας εμπορικάς του επιχειρήσεις. Μόνον εις την όψιν των εμπορευμάτων, εις την οσμήν των μπακαλικών ειδών εύρισκε την ζωήν και την ανάπαυσιν. Εις το ψαύσιμον των γλοιωδών και μουχλιασμένων χαλκονομισμάτων, τα οποία εσύναζεν από τους πελάτας του, ανεκάλυπτε θελκτικάς μέχρις ιδανικής τρυφερότητος απολαύ­σεις και εις την ονειροπόλησιν αμυθήτου πλούτου η καρδία του συνεκινείτο μακαρίως μέχρις εκλύσεως. Και όταν ήρχετο η ώρα του γεύματος, δεν ήθελε καθόλου να υπάγει εις το σπίτι του ο Διβριώτης. Τι να κάμει τάχα; Καλύτερα εκεί προ του πάγκου του· θα δύναται ακόπως, ενώ τρώγει, να ρίπτει και από ένα βλέμμα εις τα κατάστιχά του, όπου αναγράφονται οι τόσοι οφείλεται και οι τόσοι συνδεδεμένοι αριθμοί. Του ανοίγουν πολύ την όρεξιν αυτά τα θεάματα!… Έστελλε τον υπηρέτην κι έφερεν εκεί την τροφήν του. Και μόλις αργά την νύκτα, κλείων το κατάστημα του, ενεθυμείτο το σπίτι και την γυναίκα του.

Αλλά κι εκεί ακόμη δεν ελησμόνει τα εμπορικά του είδη. Εκείνη η αβρά επιμέλεια, η καλλιτεχνική διασκευή, η λεπτή καθαριότης του σπιτιού, η εκφράζουσα πιστώς την εργατικότητα και προκοπήν πάσης χωρικής σπιτονοικοκυράς και σαγηνεύουσα την ψυχήν του συζύγου, έμενεν άγονος διά τον Νικολόν. Τι τα ήθελεν ο μπακάλης αυτά; Δεν έφερον τον πλούτον τουναντίον μάλιστα, τον εδίωκον, τον εσπατάλουν. Ο Διβριώτης κατεστενοχωρείτο μέσα εκεί, ως η γριούλα του μύθου, η οποία, ενώ εκατοίκει εις το παλάτι, συχνά ενεθυμείτο το καλύβι της κι έλεγε με πόνον: – Σπίτι μου, σπιτάκι μου, πορδοκαλυβάκι μου! Δυσηρεστείτο, διότι δεν εύρισκεν εις το σπίτι του ούτε την άτακτον διακόσμησιν, ούτε την οσμήν του μαγαζίου του· και μόνον παρηγορείτο, όταν εδίδετο αφορμή να είπει εις την γυναίκα του, ότι τα μαύρα μάτια της ωμοίαζον καθ’ όλου με τας ελαίας των Σαλώνων, τας οποίας επώλει.

– Και ξέρεις, δεν έχει κανένας άλλος ελιές· θα βγά­λουμε το ένα άλλο! επρόσθετεν εμπιστευτικώς.

Επειδή όμως έβλεπεν ότι η γυναίκα του δεν εκολακεύετο και πολύ διά την παρομοίωσιν εκείνην, ούτε ήτο πρόθυμος να θαυμάσει το εμπορικόν του πνεύμα, απεσύρετο δύσθυμος εις τον κοιτώνα του κι ερροχάλιζε μέχρι της αυγής.

Η Ανθή παρεδέχετο αυτήν την ζωήν μετά χριστιανικής πραότητος. Και τούτο, όχι διότι ήθελε να κολακεύσει τον Νικολόν. Ω! δεν εφρόντιζε καθόλου. Αλλ’ ήξευρεν ότι δεν ήτο παρθένος πλέον και δεν είχε δικαίωμα να φέρεται όπως θέλει. Ήτο γυναίκα, ανήκεν εις άνδρα και διά πάσαν πράξιν, διά κάθε σκέψιν της, είχε να δώσει λόγον εις αυτόν και εις τον Θεόν μίαν ημέραν. Έτσι, μικρόν κατά μικρόν, η λυγερή μετέπεσεν εις την πολύτροπον ζωήν της χωρικής.

Είναι τω όντι πολύτροπος η ζωή της χωρικής. Διότι εκεί προ πάντων ο πατρικός εγωισμός δεσπόζει παντοδύ­ναμος ακόμη και η υική υπακοή φέρει μέχρις αυτοθυσίας τας τρυφεράς παρθένους. Πολλάκις η καρδία μιας χωρικής φέρει τα ίχνη τόσων κλονισμών· η ψυχή τα λείψανα τόσων ελπίδων· το πρόσωπον φαίνεται εκτραχυνθέν υπό τόσων φροντίδων, τας οποίας ουδέ να φαντασθεί δύναται μία σουσουράδα των πόλεων. Διότι αύτη, όπως έλαβε λείαν την κατασκευήν, μαλακήν την επιδερμίδα υπό την ευμάρειαν του βίου, έτσι δέχεται μαλακά και τα αισθήματα της καρδίας, ατόνους τας εντυπώσεις του νου. Αλλ’ εκείνη, η αγροδίαιτος, μέσα εις τον βαρύν και εκτραχυνθέντα όγκον της, έχει μεγάλας και ρωμαλέας τας εντυπώσεις και τας περιπετείας, όπως η ελάτη του βουνού δέχεται τους κεραυνούς και τας καταιγίδας, ενώ το χαμοκέρασον μόνον την δροσεράν πνοήν της κοιλάδος απολαμβάνει. Διά τούτο μόνον η παρθενική ζωή της, η διαρρέουσα εν αφροντισία και αγνότητι, δύναται να εκληφθεί ως αληθινή ζωή. Άμα όμως υπανδρευθεί, δεν είναι πλέον η πέρδικα η πλουμιστή, η από της αυγής μέχρι της εσπέρας επιμελουμένη προ του ηλίου το πτίλωμά της· αλλά κουρούνα κλαίουσα τον περασμένον βίον της. Αλίμονον λοιπόν, αν αναγκασθεί να κλαύσει και την παρθενίαν της. Αν υπό την θέλησιν τραχέων γονέων αναγκασθεί να συνδέσει τον βίον της μεθ’ ενός βερεμιάρη, η γυνή έχασε πλέον όλον αυτής το μεγαλείον. Βλέπουσα τας νεανικάς της ελπίδας διαψευδομένας, το μέλλον της μαρανθέν, την καλλονήν της, διά την οποίαν υπερηφανεύετο, δοσμένην εις αδιάφορον εξουσιαστήν, όλον της τον βίον διερχόμενον άνευ στοργής, άνευ χαράς και απολαύσεως, μικρόν κατά μικρόν χάνει πάσαν ιδέαν ανθρωπισμού, αποσκληρύνεται και κα­ταλήγει εις χονδροειδή αναισθησίαν.

Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τώρα η Ανθή. Το χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κι εχύθη το πεντοβολούν ροδόσταγμα. Αι άφθονοι πηγαί της αισθητικότητος της λυγερής εξηράνθησαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην εννοούμενη, και αδρα­νής η φυσιογνωμία της γυναικός.

– Τι άνοστο φαγί!…

– Ναι… άνοστο!…

Έπρεπε ν’ απαντήσει και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθεί και παρεδέχετο τους λόγους του ανδρός της.

Φαίνεται όμως ότι ο Νικολός Πικόπουλος δεν ήτο εις καλήν ψυχολογικήν κατάστασιν απόψε. Α, Ναι! Πώς ήτο δυνατόν να είναι ήσυχος η εμπορική εξοχότης, αφού κατώρθωσαν άλλοι να την υποσκελίσουν! Προ πολλού εγνώριζε την επικειμένην έλλειψιν της σαρδέλλας εν τη αγορά κι έγραφε ρητώς εις Πάτρας να του στείλουν όσον τάχιστα δέκα βα­ρέλια. Ακόμη όμως τα επερίμενεν. Ενώ ο Θωμόπουλος, αυτό το χθεσινό μπακαλόπαιδο, διά να έχει συγγενείς εκεί, έγραψε και του ήλθαν και τας επώλει τώρα προς εξ κι εξήμισυ λεπτά την μίαν. Ακούς εξήμισυ λεπτά η σαρδέλλα!… Αυτό είναι φανερή κλεψιά!…

Ο Πικόπουλος δεν ηδύνατο ν’ ανεχθεί αυτήν την ασυνειδησίαν. Είναι αληθές ότι, αυτός άλλοτε εις έλλειψιν ελαίου επώλησε το ιδικόν του προς εξήντα λεπτά τα εκατόν. Αλλ’ αυτό διαφέρει. Ήτο λάδι και το λάδι καίεται εις το κανδήλι προ των αγίων εικόνων… Όχι μίαν σαρδέλλαν εκεί, τόσην δα, από την οποίαν θα πετάξει κανείς την μισήν εις ουράν και κεφάλι! Και όλα του έπταιον, γύρω· η γάτα, που έπαιζεν εις τους πόδας του· το κάθισμά του, που εταλαντεύετο κάποτε· το κανδηλιέρι, που δεν εφώτιζε καλά· και αυτό το φαγητόν, που ήτο τόσον άνοστον!…

Αλλ’ όταν διετύπωσε την τελευταίαν του κατηγορίαν κι εύρε την γυναίκα του πρόθυμον να την παραδεχθεί, εθύμωσεν ο Νικολός. Τι τάχα, όλο ναι θα λέγει αυτή; Τώρα δεν της αρέσει και το φαγί!…

– Σα δε σ’ αρέσει, μην το τρως· είπεν αίφνης τραχέως.

– Δεν είπα εγώ πως δε μ’ αρέσει, εγώ το τρώγω, απήντησε δειλά η Ανθή.

– Το ’τρωγες και στου πατέρα σου, βλέπεις.

– Αν δεν το ’τρωγα στου πατέρα μου, το τρώγω στου ανδρός μου.

Εφρίμαξεν ο Νικολός. Τι αντιλογία, ο διάβολος!… Κατέφερε βαρύ λάκτισμα επί της γάτας, ετόξευσε φοβερόν βλέμμα εις την γυναίκα του και, απλώσας την χείρα, εσάρωσεν όλ’ από της τραπέζης, πινάκια και κανδηλιέρι και μαχαιροπίρουνα και τα εποδοπάτει κατά γης ως μαινόμενος.

Η Ανθή έντρομος κατέφυγεν εις το δωμάτιον του πατρός της. Ήτο σκότος εκεί και μόνον από τας ραγάδας των σαθρών παραθυρόφυλλων εισώρμα ο άνεμος και η αστρο­φεγγιά. Διότι ο Νικολός μεταξύ των εμπορικών συλλογισμών του ανεύρεν αίφνης, την ημέραν ακριβώς κατά την οποίαν έγινε κύριος όλης της περιουσίας του πενθερού του, ότι το καιόμενον έλαιον κατά πάσαν νύκτα εις το δωμάτιον του γέροντος εις χρόνου διάστημα θ’ ανεβίβαζεν εις αρκετόν ποσόν τα έξοδα της οικογενείας. Αλλά τούτο ήτο όλως περιττόν. Ούτε θα έρραπτεν, ούτε θα εκέντα ο κυρ-Παναγιώτης. Διάβολε, δεν χρειάζεται δα και φως, διά να λέγει κανείς κάθε λεπτό της ώρας τα «ωχ! ωχ!» και τα «αχ! αχ!» του.

Ο γέρων έμπορος κατ’ αρχάς δεν εδέχθη με προθυμίαν τους νεωτερισμούς αυτούς του γαμβρού του. Δεν επεδοκίμαζε βεβαίως την σπατάλην αλλ’ ως γνήσιον τέκνον της κωμοπόλεως δεν ενόει την κατάργησιν και των απλούστερων όρων της καλοζωής. Διεμαρτυρήθη ενώπιον της θυγατρός του· εβλασφήμησεν, ύβρισε τον Νικολόν τον είπε τσιφούτην και αγνώμονα. Αλλά γρήγορα κατέπεσεν ο θυμός του. Η λυπηρά σκέψις, ότι οι όροι δεν ήσαν πλέον οι αυτοί εν τη οικογενεία, ότι ο Νικολός εκράτει το σκήπτρον τώρα και αυτός ήτο μόνον υπήκοος, τον έκαμε να καταπίει την πικρίαν του και να δεχθεί την νέαν του τύχην.

Και δεν εδέχθη μόνον τούτο ο κυρ-Παναγιώτης· αλλ’ ηναγκάσθη μικρόν κατά μικρόν να παρίσταται συχνά βωβόν πρόσωπον εις τα θλιβεράς σκηνάς του νεαρού ανδρογύνου. Κατ’ αρχάς και αυτό δεν ηθέλησε να το δεχθεί κι επροσπάθησε να κάμει παρατηρήσεις εις τον γαμβρόν του. Αλλ’ ο Νικολός τον ητένισεν άγριος.

– Κάτσε, γέροντα, στο στρώμα σου, είπε. Γυναίκα μου είναι· θα την κάμω όπως θέλω!

Ο γέρων τώρα, ακοίμητος, εγνώρισεν από το ελαφρόν βάδισμα την Ανθήν και την εκάλεσε πλησίον του.

– Τι είναι, τι πάθατε πάλι; την ηρώτησεν ανήσυχος.

– Τίποτα, πατέρα· απήντησεν εκείνη μετατρέπουσα επί το ευθυμότερον την φωνήν της. Η γάτα έρριξε το τρα­πέζι. – Θέλεις τίποτα;

– Όχι, δε θέλω… Ωχ, γεράματα! γεράματα! γε­ράματα!…

Η Ανθή, μέσα εις τους λυγμούς της, δεν ηδύνατο να εξακριβώσει, αν από τους πόνους, τους οποίους ησθάνετο εις τας αρθρώσεις, ή από τους πόνους της καρδίας ανεθεμάτιζε τα γεράματα ο κυρ-Παναγιώτης Στριμμένος.

Η γεροντική κάρωσις κατέλαβεν αυτόν αίφνης· ερρογχάλισε μικρόν. Έπειτα ηρώτησε, χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια:

– Να σου πω· πού βαρούν τα νταβούλια;

– Εκεί που χαίρονται… στου Βρανά!…

Η φωνή της λυγερής ήλλαξε τόνον ευθύς· έτρεμε κι εφαίνετο κατηγανακτισμένη, ως να έλεγεν: «εδώ θέλεις να βαρούν;». Ναι, εκεί που χαίρονται, εις του Βρανά έπαιζον τα τύμπανα. Και ήρχοντο οι ήχοι των διάτοροι και παλμώδεις, ως εύχαρι πτερύγισμα περιστεράς εις το δωμά­τιον εκείνο της θλίψεως. Και ηνάγκαζον την λυγερήν ν’ ανα­παριστά ενώπιόν της την χαροποιάν εικόνα, η οποία εξετυλίσσετο εις το σπίτι εκείνο της χαράς και της ευθυμίας. Ολόκληρον αντηχεί από φωνάς και γέλωτας. Αι γυναίκες πηγαινοέρχονται περιποιούμεναι τους καλεσμένους. Φώτα εδώ, φώτα εκεί, παντού φώτα! Εις μίαν σάλαν καθισμένοι γύρω επί παχέων προσκεφάλων οι άνδρες, οι φίλοι και συγγε­νείς του Βρανά, και αυτός εις την ανωτάτην θέσιν, με τον κουμπάρον εις το πλάγι, τρώγουν και πίνουν εις υγείαν των νεονύμφων. Και εις την απέναντι σάλαν αι γυναίκες με την νύμφην κάμνουν το αυτό και διασταυρούνται αι ευχαί και αι προπόσεις:

Ο γάμος καλορρίζικος κι η νύφη καλομοίρα·

να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα!…

Πόσες φορές το ήκουσε ψαλλόμενον η Ανθή· και πόσες φορές επίστευσεν, ότι μίαν ημέραν θα το ετραγουδούσαν δι’ αυτήν και τον Γιώργην!… Όμως τώρα δεν ετραγου­δούσαν δι’ αυτήν. Ετραγουδούσαν δι’ άλλην νύμφην, τω όντι καλομοίραν νύμφην, αφού κατώρθωσεν επί τέλους να γίνει σύζυγος του ιδικού της σταυραετού!… Και τα δάκρυα της Ανθής έτρεχαν περισσότερον και αυλάκωναν δίκην καυτηρίου τας παρειάς της.

Πριν, μέσα εις τα βάσανα και τας ατυχίας της, έχασε μικρόν κατά μικρόν τας γλυκύτητας του παλαιού έρωτος της. Μόνον ως φωτεινόν μετέωρον, λάμπρυναν αίφνης τον βίον της και σβεσθέν, ενεθυμείτο τον Γιώργην. Ήκουσεν ότι ούτος εσύχναζεν εις το σπίτι του Καινούργιου· μετ’ ολίγον έμαθε τους αρραβώνας του με την Βασιλικήν· αλλ’ ολίγον, πολύ ολίγον εκεντήθη η αισθητικότης της. Σήμερον όμως, όταν επείσθη ότι το αγαπητότερόν της ον, εκείνος τον οποίον αυτή επί έτη ωνειροπόλησεν ως άνδρα της, εγίνετο άνδρας άλλης γυναικός, η καρδία της λυγερής ανένηψεν αίφνης. Τα κοιμώμενα υπό βαρύν καταναγκαστικόν λήθαργον αισθήματά της εξηγέρθησαν όλα και την κατέθλιβον. Η Ανθή έτρεφε τώρα διά τον Βρανάν όλην την αγάπην των παλαιών ημερών της· όλον τον φθόνον της διά την Βασιλικήν. Ελησμόνησεν ότι ανήκεν εις άλλον και ότι πάσα γυνή εδικαιούτο να τον διαφιλονικήσει, εκτός αυτής, και μόνης αυτής! Δεν εσκέ­πτετο άλλο, παρά ότι ο νεανίας προ πολλού ήτο ιδικός της και ότι η Βασιλική τον ήρπαζε διά της βίας από τας αγκάλας της. Και τόσον παρεφέρθη υπό του πάθους, τόσον ελησμόνησε τα καθήκοντά της, ώστ’ έκλεισεν αίφνης τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού και, λύσασα τας πλεξίδας, εκάθησεν εις την μέσην της σάλας και ήρχισε να μοιρολογεί:

Ευτού που πας, μανούλα μου, καιρό να μην αργήσεις!

Μην κάμεις, μάνα μ’, ξάμηνο, μην κάμεις, μάνα μ’, χρόνο.

Το ξάμηνο είναι πολύ, ο χρόνος είν’ μεγάλος!…

Δι’ αποτόμου συνδυασμού συλλογισμών απετείνετο προς την μητέρα της η λυγερή· ανέφερε τον θάνατόν της ως μέγα δεινόν, την μόνωσίν της εν τω τάφω, την κατάλυσίν της, ενώ εσυλλογίζετο κι έκλαιε μόνον τον απολεσθέντα έρωτά της.

Αίφνης ήχησαν δούποι βαρείς και μετ’ ολίγον διεκρίθη έντονον και χαρωπόν τυμπάνισμα, το σύνηθες εις τας γαμή­λιους πομπάς. Η Ανθή συνήλθεν έστρεψε θολόν πέριξ το βλέμμα και, διά μιάς, ωσεί ενθυμηθείσα, επήδησεν ορθία κι έτρεξεν εις το παράθυρον διανοίξασα τα φύλλα. Εκ του αντιθέτου μέρους της αγοράς, μεταξύ των αμαυρών στεγών των μαγαζιών και της βάναυσου εικόνος, της αποτελουμένης εκ ξύλινων στύλων, εφθαρμένων σκιάδων, ρυπαρών τοίχων, αγροίκων προμετωπίδων και της ποικιλόμορφου σωρείας των αγοραίων ειδών, είδε διαχυνομένην την πομπήν μεγαλο­πρεπή και πλουσίαν. Τα κόκκινα φέσια, αι λεραί φουστανέλλαι, τα πολύχρωμα σειρίτια επί των κυανών και βυσσίνων βελούδων συνεμίγνυντο με θαυμαστήν αρμονίαν προς τ’ αρ­γυρά σελάχια, τα μεταξωτά φορέματα και τα εκφραστικά πρόσωπα των συμπεθέρων. Κι έπαιζον εδώ κι εκεί ίριδος αυγαί, γοητεύουσαι την ψυχήν και θαμβούσαι το βλέμμα, ως εις τα νερά ρυακίου, τα οποία επιψαύει λαμπρός ήλιος. Μία ζυγιά γύφτων επροπορεύετο, κτυπώσα το νταβούλι και φυσώσα τις καραμούζες εν σπασμωδική βία, προθυμουμένη να σκορπίσει την χαράν. Ήρχετο έπειτα εν τω μέσω σμή­νους παιδίων θορυβούντων εις έφηβος, φέρων επί μεγάλου δίσκου εις την κεφαλήν τα στέφανα, των οποίων αι γαλάζιαι και λευκαί κορδέλλαι εκυμάτιζον υπό του ανέμου προς τ’ άνω, ως αγναί ελπίδες των νεόνυμφων τείνουσαι προς τον ουρανόν. Οι εγκέδες, αι προσκεκλημέναι διά την πομπήν γυναίκες, δροσεραί όλαι, νεαραί σύζυγοι φίλων του Βρανά, ηκολούθουν κατόπιν εις πυκνόν όμιλον με καινουργείς και πολυχρώμους στολάς, μετρημένα και με ντροπαλόν ήθος βαδίζουσαι διά την ανάμιξίν των εκεί μέσα εις τόσους άνδρας, τόσα βλέμματα, τα όποια εκολλώντο εις τα κάλλη των διστακτικά, ναι, αλλά πάντοτε περίεργα και βουλι­μιώντα.

Αλλά δεν ενδιέφερον αυτά την λυγερήν. Το βλέμμα της εφέρετο συνεσταλμένον και αδιάφορον επί της σωρείας του πλήθους, άλλα αναζητούν.

Αίφνης όμως υπεγόγγυσεν άκουσα η λυγερή κι ελύγισεν εις τα εμπρός το σώμα της. Το αίμα έφυγεν από του προ­σώπου και συνεσωρεύθη εις την καρδίαν και τα μάτια. Εις την καρδίαν, διά να έχει δυνάμεις να πάλλει φρικωδώς υπό τρομώδους θλίψεως· και εις τα μάτια, διά να βλέπουν ενα­γωνίως την χρυσοστόλιστον νύμφην και τον ευτυχή γαμβρόν.

Ά! ήτο φρικτόν αυτό που έβλεπεν ήτο ανυπόφορον! Μια φουρναροπούλα να κάμει τέτοιον γάμον!

Να την συνοδεύουν τόσοι και να την θαυμάζουν! Να την ραίνουν όλοι με ρύζι και μ’ ευχάς, με κουφέτα και βλέμ­ματα, ως καμμίαν βασίλισσαν! Να της κρατούν το άλογον από του χαλινού οι καρολόγοι κατενθουσιασμένοι, περιχα­ρείς, ποδοπατούντες την λάσπην του δρόμου αδιαφόρως, ως να την περιφρονούν αυτήν και την καθαριότητα χάριν της νύμφης, από της οποίας την πολυάσχολον φροντίδα δεν εύρον καιρόν ούτε να στολισθούν. Και αυτή η Βασιλική, την οποίαν χθες ακόμη δεν ήθελεν εκείνη ούτε για δούλαν της, να κάθητ’ επάνω με το λαμπρόν κυανομέταξον φουστάνι της, το χρυσοστόλιστον κοντογούνι με τας πλατείας και βαρύτι­μους χειρίδας του, το αραχνοΰφαντον περιστήθιον με τας χρυσάς περιστεράς, ανταλλασσούσας φιλήματα εν συμβο­λική παραστάσει, το μέγα γκόλφι λαμποκοπούν εκεί επί γαλακτώδους τραχήλου ως Αυγερινός ανατέλλων από λευκού συννέφου, το καινουργές φέσι με τον περίχρυσον θύσανόν του, περιθεόμενον υπό αφθόνων πλεξίδων καστανής κόμης!… Τ’ είναι αυτή; Η κόρη του Καινούργιου είναι ή καμιά νεράιδα των παραμυθιών, από εκείνες που έχουν τα παγώνια και τις πάπιες να φροντίζουν διά τα δροσερά των κάλλη· κι έχουν τις Λάμιες ράπτριες των φορεμάτων των κι έχουν τους Δράκους ακοίμητους προστάτας της ευμορφιάς και της τύχης των!… Και τι τάχα καμώνεται πως δεν την μέλει, κι έχει τόσην σεμνότητα επί του προσώπου, κι έχει τα βλέ­φαρα χαμηλωμένα, σαν να εντρέπεται, και κινεί εδώ κι εκεί την κεφαλήν εις προσκυνισμόν του πλήθους, το οποίον της εύχεται να ζήσει και να γεράσει; Μη θαρρεί πως γίνονται αυτά όλα προς χάριν της, για την ομορφιάν της· μάτια μου!… Ας ήτο αυτή νύμφη, η Ανθή, κι έβλεπες πόσον λαμπροτέρα θα ήτο η πομπή· πόσον περισσοτέρους θα είχε θαυμαστάς!…

Αλλ’ εις την σκέψιν αυτήν βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν της λυγερής. Απετυπώθη ευθύς εις τον νουν της η πένθιμος εσπέρα του ιδικού της γάμου· η καταθλι­πτική βαρύτης της ιδικής της χαράς!… Και η Ανθή απέσπασε βιαίως το βλέμμα από της Βασιλικής, διά να εξαλείψει και την εικόνα την αφόρητον από τον νουν της. Κι αί­φνης αντίκρισε τον Γιώργην, μεταξύ των φίλων του βαδί­ζοντα, έκλαμπρον υπό την χρυσοστόλιστον ενδυμασίαν και την ανθηράν μορφήν του.

Πρώτην φοράν τον έβλεπε με τόσην πολυτέλειαν στολισμένον. Όλας τας εισπράξεις του καλοκαιριού εκείνου τας εδαπάνησεν εις την γαμβριάτικην ενδυμασίαν του ο νεαρός καρολόγος. Τα μεϊντανογέλεκά του όλα από κυανούν βελούδον κεντημένον με πυκνά κεντήματα διά λευκού μεταξωτού μπερσιμίου, με τα μεγάλα κουμπιά και τις κομποθηλιές εις το στήθος, επάνω από το κολλαρισμένον και πιετόφορτον εποκάμισον εκάθηντο στρωτά επί του κορμού κι εχώριζον ως πλουμιστά όστρακα. Εις την μέσην το ζωνάρι πλατύ, μεταξωτόν με γραμμάς κυανάς και λευκάς εναλλάξ, έρριπτεν αριστερά εμπρός επί της φουστανέλλας τους πλου­σίους θυσάνους του. Απ’ εκεί κατέβαινεν η φουστανέλλα μέχρι γόνατος πολύλοξη, κώθρος σωστός, κολλαρισμένη και σιδερωμένη επίτηδες εις Πάτρας από τον διάσημον ελληνορράπτην της Επάνω Χώρας. Και κάτω, ενώ μεταξύ άφηναν να φαίνεται ολίγον το εκ διμίτου εσώβρακον, άρχιζαν οι κάλτσες μοραΐτικες, με το αυτί επάνω προς το γόνα και κάτω προς τον άκρον πόδα καλύπτουσαι όλον το λουστρινένιον παπούτσι, πολυκέντητες διά του λευκού μεταξωτού σειριτίου περίγυρα και με τις ολόχρυσες καλτσοδέτες άνω της γαστροκνημίας. Εμπρός το σελάχι λουστρινένιον όλον, κεντημένον με πούλιες και τιρτίρια και χρυσογάιτανα, έδειχνεν εις μίαν του πτυχήν την αργυράν λαβήν μικρού μαχαιριού και από μέσα μεταξωτό μανδήλι κεραμόχρουν μετριοφρόνως εσκέπαζε δίκανον πιστόλι, του οποίου ο αστραπτερός χάλυψ επροδίδετο κάτωθεν μιάς πτυχής. Κι επάνω το φέσι κατακαίνουργον, τσακισμένον αριστερά, έρριπτε την φούνταν του, μαύρην, γυαλιστήν, σαν το πτερόν του κόρακος, επί του ώμου και της καλοξυρισμένης παρειάς.

Η λυγερή επερίμενε να έλθει ο Βρανάς υπερήφανος, αντικρίζων τα παράθυρα της, αυτήν την ιδίαν περιφρονητικώς, διά να δείξει την αγανάκτησίν του. Τον έβλεπεν όμως γαλήνιον, συνομιλούντα μετά των φίλων του, εύθυμον, αδιαφορούντα αν διέβαινε κάτω της παλαιάς ερωμένης του και προσηλούντα μετά γλυκύτητος το βλέμμα επί της νύμφης, ως άνθρωπος λησμονήσας πλέον το παρελθόν και τείνων προς το μέλλον, από το οποίον περιμένει ευτυχίαν και αφοσίωσιν.

Η λυγερή εξουθενώθη. Τον ήθελεν ωργισμένον τον Βρανάν, αλλά δεν τον υπέφερεν αδιάφορον. Μία ελαφρότης κατέλαβε το σώμα της· μαλακή θερμότης επέψαυσε την καρδίαν της, ως να ωλιγόστευον αι δυνάμεις, ως να την παρήτει η ζωή! Τα μάτια της έκαιον κι εσπαρτάριζαν, έτοιμα να χύσουν πύρινα δάκρυα. Αλλ’ η λυγερή επέμενε καθηλωμένη εκεί, να βλέπει την πομπήν, η οποία έλαμπε κι εθορύβει υπό τους πόδας της προς πείσμα αυτής και μόνης. Και είδεν αίφνης τον Δημήτριον Καινούργιον, ο οποίος έκλειε την πομπήν με την άλλην ζυγιάν των τυμπάνων, να προσηλώσει επί των παραθύρων της σαρκαστικόν βλέμμα. Και ήκουσεν ευθύς το τυμπάνισμα ν’ αλλάξει τόνον:

Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα

θα τα κάνω φορεσιά,

να περνώ απ’ τη γειτονιά σου,

να σου καίγω την καρδιά!

Δεν ήτο γοργόν κι εύχαρι πλέον. Ήτο τραχύ και σαρ­καστικόν· ενείχε φιλέκδικον διάθεσιν και ανακραυγήν θριάμ­βου· κατάραν και γέλωτα· φοβερόν μίσος και ζήτησιν απο­λαυστικής γαλήνης. Όλα εκείνα τα οργίλα αισθήματα, όσα γεννώνται και συγκρούονται εις τα στήθη περιφρονηθέντος εραστού, ζητούντος διά της χαράς να λυπήσει, διά της αβρότητος να καυτηριάσει την ερωμένην, διετυπούντο εναργώς μέσα εκεί. Η λυγερή το ενόησε, το αντελήφθη όλον, παρετήρησε τα βλέμματα του πλήθους, τα οποία εκολλήθησαν μετά καταθλιπτικής περιέργειας εις τα παράθυρά της· τα τόσα πρόσωπα, τα οποία εξέφραζον την χλεύην και την χαιρεκακίαν. Μαργαρίται ιδρώτος ανέβλυσαν επί του ωχρού μετώπου της και παράφορος ήρπασε διά των οδόντων τον βραχίονα της, δαγκώνουσα μέχρις αίματος τας σάρκας διά να μη εκφράσει το λυσσαλέον άλγος της ψυχής της. Ω, όχι, δεν ήτο ανάγκη να στολισθεί με της τριανταφυλλιάς τα φύλλα ο Βρανάς, διά να κάψει την καρδιάν της ατυχούς γυναικός. Αρκετά την εμάρανεν έτσι!..

Η Ανθή ήκουεν ακόμη τώρα μεταξύ των λυγμών της τους ήχους των τυμπάνων και διετήρει ζωηράν ενώπιον της την γαμήλιον εκείνην πομπήν. Κι αίφνης η ψυχή της, προδιατεθειμένη εις την αυταπάτην, ενόμισεν ότι αυτή κατείχε την θέσιν της Βασιλικής επί του αλόγου και ωδηγείτο νύμφη εις το σπίτι του Βρανά. Έκλαιε, ναι· Αλλ’ έκλαιεν από την χαράν, την μεγάλην, ότι κατωρθώθη τέλος εκείνο το οποίον επί τόσα έτη ωνειρεύετο η ψυχή της. Εφαντάζετο την γραίαν Αγαθήν, ότι έστεκεν εμπρός εις την θύραν του σπιτιού της, διά να την δεχθεί νύμφην της· ότι της έδιδε καρπόν ροδιάς να τον θραύσει εις τον τοίχον και να σκορπίσει εκεί την ευτυχίαν, όπως θα εσκορπίζοντο οι κόκκοι· ότι την ηνάγκαζε να περάσει κάτω από το μαυρομάνικον μαχαίρι, που ήτο καρφωμένον ανάποδα εις το υπέρθυρον, διά να καθαρισθεί από την βασκανίαν του πλήθους· να πατήσει τον σίδηρον, που είχεν εις το κατώφλι, διά να εισέλθει ισχυρά και άκαμπτος από τας επιβουλάς της τύχης εις την νέαν της οικογένειαν… Έβλεπε τον εαυτόν της όρθιον παραπλεύρως του Βρανά, με τα στέφανα ακόμη επί κεφαλής, να δέχεται τας ευχάς των φίλων· επανεύρισκε τον εαυτόν της εις τους φωτοβολούντας θαλάμους μεταξύ ανδρών και γυναικών ευθύ­μων και ήκουεν επαναλαμβανόμενον το δίστιχον:

Ο γάμος καλορρίζικος κι η νύφη καλομοίρα·

να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα!…

Και δεν ήτον πλέον ψεύμα· δεν ήτο ονειροπόλημα! Η ευχή ετραγουδείτο δι’ αυτήν – αυτήν και τον Βρανάν… Κι αίφνης οι δακρύβρεκτοι οφθαλμοί της εθαμβώθησαν υπό τινος ερχομένου φωτός. Βέβαια, ήτο ώρα! Η γραία πενθερά κρατούσα λύχνον ήρχετο πονηρώς γελώσα να την οδηγήσει εις τον νυμφικόν θάλαμον… Έρχεται, έφθασε, καλή γριούλα!.. .

– Πού είσαι, μωρή; Έλα μέσα να κοιμηθείς!…

Ποία τρομερά εξέγερσις!… Ο Νικολός, ο χονδρός και βάναυσος Νικολός, κρατών λύχνον, απαίσιος υπό τον κεφαλόδεσμον και την νυκτικήν ενδυμασίαν του, ήτο εις την θύραν κι εκάλει διά της τραχείας φωνής του εις ύπνον την λυγερήν. Και πως ωμοίαζεν η φωνή του με το χλιμίντρισμα αλόγου θηλυμανούς!… Δεν είχε τον τρυφερόν τόνον και την γλυκύτητα εκείνην, η οποία μεταφέρει τας γυναικείας ψυχάς εις ονειροπόλησιν του αγνώστου συζυγικού κόσμου, του περικαλύπτοντος το πραγματικότερον των επιγείων με τον πέπλον σαπφειρίζοντος ιδανικού. Η Ανθή ήκουεν αυτόν από της εποχής της παρθενίας της ακόμη με μίαν βάναυσον διέγερσιν όλου της του νευρικού συστήματος…

Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπισμένα βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι δεν είχε την ευέλπιδα όψιν φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κι ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά και επί του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν της πετα­λούδας. Νωθρός και βαρύς, ανεκινείτο μόλις εις τον περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού, ο οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλα­στικότητα. Αι παρειαί έγιναν πλαδαραί· τα χείλη, παχέα και πλήρη ραγάδων, έχασαν την αγνήν των φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κι εχάθη η λυγερά μέση· το κατά τι ανδρικόν παράστημα, το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κι έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης, τώρα την μετέβαλεν εις οργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθιού. Μόνον τα μάτια της, τα μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και μυστηριώδη έλξιν των – δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος.

Την τοιαύτην εξέλιξιν του σώματος και της διανοίας της Ανθής έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του, και του νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της, είχε μίαν φροντίδα, την φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβει την θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινο­παθήματα της ανεψιάς της. Ήκουε τας θλίψεις της κι έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της… Ναι· τον εαυτόν της!… Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκκιαν, ένα βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της έσυρε τα χίλια δυο ο κόσμος, διά να μη τον υπανδρευθεί. Τον υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και, τώρα, να – είναι ένα χαριτωμένο ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι!…

Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατεί τας μεμψιμοιρίας και τα δάκρυα της ανεψιάς της. Άλλα δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η κηδεμονία μιάς υπάνδρου δεν είναι αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία. Ήτο ανάγκη να κλείσει και τ’ απύλωτα στόματα του κόσμου· να διαψεύσει την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του Νικολού και της Ανθής· κι εν γένει να καλύψει δια ρόδων τας συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είναι εύκολον και η Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε μάχας κρατεράς διά της γλώσσης εις το Καλό Πηγάδι και τ’ άλλα κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της.

Τώρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του σώματος και η νωθρότης του νου της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είναι απαραίτητος ανάγκη διά τον γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος δεικνύει εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν, την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιο­ρίζει αυτήν εις την εύτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών.

– Μώρ’, εκείνη δεν περνάει καλά; Κι όπου καλό μου θέλει. Μακάρι κι άλλες να είχαν τέτοια τύχη!… Δε βλέ­πουν πως επάχυνε σα θρεφτάρι!… Άφ’σε δα που είναι και στο μήνα της!…

Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κι εσύσταινε την προσο­χήν των αντιπάλων επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής… Βέβαια, μία γυνή, η οποία μετ’ ολίγον θα γίνει μήτηρ, δεν ημπορεί να τρώγεται με τον άνδρα της!…

Αλλ’ αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείσει τας χωρικάς περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου, ήτο όμως σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύνα­μος, ειργάζετο να κατορθώσει αυτήν εις το μέλλον.

Ανέτελλε τώρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γίνει μήτηρ. Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγει, ούτως ειπείν, αυτήν διά λόγων και παραδειγμάτων εις τον μέλλοντα βίον της· να της υποδεικνύει τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς, αλλά και περισσού τρόμου. Ποιον άραγε θα ήτο το άγνωστον, το οποίον μετ’ ολίγον θ’ απεκαλύπτετο ενώπιον της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο ευτυχές το αποτέλεσμά του; Θ’ απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ αυτού;… Μόνον αι ιδέαι αύται κατείχον τώρα τον νουν της κι εβασάνιζε δι’ ερω­τήσεων την Φρόσω.

– Ά! μπα· δεν είναι τίποτε, καλότυχη· σα να ειπείς ένα λόγο· έλεγεν η χωρική.

Αλλ’ αυτόν τον λόγον πως να τον είπει; αυτό ήθελε να μάθει η Ανθή. Η Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και συνηθισμένος τόσον, που ν’ αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνα­σθείς διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσό­τερον των σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν. Διά τούτο, μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι ο Νικολός ήτο εκείνος, από τον οποίον ηδύνατο ν’ αναμείνει την μεγίστην συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την κοφίναν του πλυσταρείου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον Νικολόν να του είπει την κατάστασίν της.

– Τι με θέλει;… ας κάμει όπως κάμει… έχω δουλειά!…

Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Ά! είχε δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμο­πόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του Στρατσίνου, του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα δραμιών πεπέρεως, οκάδας ζάχαρης και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου και ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήσει ανεκτέλεστον, ενώ ο πελάτης εβιάζετο να φθάσει ενωρίς εις το χωρίον του και να μεταπωλήσει τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα εχρειάζοντο διά τας εορτάς! Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου· ζημιώνεται και ο Νικο­λός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος από το μαγαζί του. Κοιλοπονεί η γυναίκα του· ας κάμει όπως κάμει!…

Η Ανθή, όταν άκουσε την απάντηοιν του ανδρός της, έφθασεν εις φοβεράν αγανάκτησιν.

– Να στα μάτια του!… εφώναξεν αγριωπή.

Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλησαν από το στόμα της ακράτητοι, ως από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νερά… Ω, ήτο πλέον γυναίκα η λυγερή!

Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν στην σκάλαν. Η Ανθή, ως να προεμάντευε κακόν τι, έσπευσεν ευθύς γογγύζουσα έξω. Αλλ’ εις το θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί του πατώματος ρήξασα φοβεράν κραυγήν:

– Τον άντρα μου!…

Ναι, τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον, μετέφερον επί εδράνου ημιθανή κι αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να συμπληρώσει τας παραγγελίας του εμπορίσκου κι επί του πάγκου του όρθιος επροσπάθει να κατεβάσει βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού ραφίου, παρεπάτησε κι έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του βαρέος σώματος του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τώρα ανέβασαν αυτόν εις το σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγύζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός επροσπάθει να του παράσχει τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός, συνελθών και κατανοήσας την κατάστασίν του, ήρχισε ν’ απελπίζεται:

– Ωχ, ο μαύρος!… θα πεθάνω, θα πεθάνω! … Έστρεψε το βλέμμα· αλλ’ επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του, κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίει. Τώρα κατενόει και αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώσει το θάρρος και την ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ’ άλλα πέριξ του φιλικά πρόσωπα ήσαν ικανά ν’ απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας μαύρας σκέψεις του, ν’ ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περι­πετείας, παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ’ ένα της χαμόγελον, μ’ ένα βλέμμα. Κι αίφνης, συλλογισθείς την στιγμήν, όπου απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημα του και ήκουσεν αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσε ότι προς τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τώρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά το πάθημά του τον άφηνε μόνον κι έρημον προς εκδίκησιν.

– Ανθή, γυναικούλα μου, πού είσαι;… Μη μ’ αφήνεις έρ’μο τον κακομοίρη!… ωλόλυζε.

Και επίστευσεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον ως σκύλος αγωνιών, κι εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και δεν ήθελε κανένα να γνωρίσει από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του …

Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρα­κειμένου δωματίου. Αλλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου ηύξησε κατά εν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως από τώρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ’ ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και, λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην, αλλά περιπαθή φωνήν:

– Ανθή…, παιδί μου! .. .

Η Ανθή είχε γεννήσει παιδί εις τον Νικολόν. Η λιπο­θυμία εκείνη επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατά­στασιν μετέφερεν αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός.

Όταν συνήλθε, παρετήρησεν ότι έκειτο επί της κλίνης της εντός θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμηρίζον βρέφος. Διά της φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα, κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον, ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι ήτο παιδί της κι εχύθη να το περιπτυχθεί, ως να το εγνώριζεν από μακρού χρόνου.

– Παιδί μου, γκόλφι μου! …

– Άσ’ το, μωρή!… θα το σκάσεις· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω θριαμβεύουσα… Ε, δε σου ’λεγα πως είναι ένας λόγος!…

Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τώρα μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί η Ανθή. Κι αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν της, και ηθέλησε να σηκωθεί από την κλίνην, να σπεύσει έξω, επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν:

– Τον άντρα μου!… πού είναι ο άντρας μου!… Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν της. Μόνον τον άνδρα της και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τώρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την προς τον Νικολόν αγάπην της ριζωμένην από την πρώτην ημέραν του γάμου, και πριν ακόμη, εις την ψυχήν της, και τώρα ανέδιδε τους εύρωστους κλώνους της.

Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν. Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την ψυχήν της συνήθισεν από καιρού πλέον να βλέπει αυτά συνδεδεμέν’ αναποσπάστως, να μανθάνει ότι η ευπειθής υπακοή προς το εν ήτο και υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους της. Ματαίως τώρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθεί από την κλίνην της, διότι θα βλαφθεί· να μην τρομάζει έτσι, διότι θα φαρμακεύσει το γάλα της· κι έλεγεν ότι ο σύζυγος της είχε μόνον στραγγαλίσει τον πόδα κι εκείτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον.

– Όχι, θέλω να τον ιδώ!… επέμενεν η Ανθή. Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθει του δωματίου, όταν ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακα­λούσαν αυτήν να μείνει ήσυχη διά το πάθημά του.

Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την Ανθήν εις δάκρυα.

Ο καημένος κι αυτός να βγάλει το πόδι του!…

Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι του Στριμμένου. Ο Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν, παρεπονείτο, διότι δεν ηδύνατο να είναι πλησίον της γυναικός του και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα, χωρίς να ερωτήσει τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς περί της καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθει και τας ελαχίστας λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κι έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν.

– Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ! έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η Φρόσω. Σώπα και κοιμάται η Ανθή, που παράδειρε απόψε!

– Καλά… σωπαίνω!… έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς. Μα εκείνο το παιδί κάτι θα ’παθε.

– Δεν έπαθε τίποτα… παιδί είναι, θα κλάψει, μόν’ σώπα!

– Σωπαίνω …

Και εσιώπα πολλάκις, καλυπτόμενος όλος διά του εφαπλώματος, κλείων τα μάτια διά να κοιμηθεί, θέλων να βουβαθεί, διά να μην ανησυχήσει την γυναίκα του.

Η καημένη η Ανθή τι υποφέρει! Κι εκείνο το μικρό, τι κλαψιάρικο που είναι!…

Κάποτε, μεταξύ των τοιούτων σκέψεων του, ανέκυπτεν αίφνης άλλη τις σκέψις, οδυνηρά αύτη, η σκέψις περί του καταστήματός του, των εμπορικών του επιχειρήσεων, αι οποίαι όλαι εσταμάτησαν από την ημέραν του παθήματός του. Ο κυρ-Παναγιώτης μόνον, δύο τρεις ημέρας, και τότε με ανυπόφορους πόνους, κατόρθωσε να υπάγει εις το μαγαζί· αλλά πάλιν επανέπεσεν επί των στρωμνών μετρών προς τους κτύπους του κομβολογίου του τα «ωχ ωχ!» και τα «αχ! αχ!» του. Είναι αληθές ότι το κατάστημα δεν έκλεισεν εντελώς. Ο μικρός υπηρέτης, Διβριώτης και αυτός, έξυπνος και με εμπορικόν πνεύμα ανώτερον της ηλικίας του, εξηκολούθει να πωλεί τα είδη και να συνάζει το χρήμα. Ο Σπυροκόκκιας δε, ο στενότερος συγγενής, ενεθρονίζετο σο­βαρός και αμίλητος καθ’ εκάστην εσπέραν και τας Κυριακάς, όταν αυξάνει η πελατεία, προ του πάγκου, βοηθών τον μικρόν και επιβλέπων τας δοσοληψίας. Αλλ’ ο ξένος πάντα ξένος είναι· αναπαύει, αλλά δεν θεραπεύει. Έπρεπεν ο Νικολός να ήτο εκεί· να εποπτεύει με το εμπορικόν του βλέμμα την συναλλαγήν, να καταλάβει εκ πρώτης όψεως τα ελλείποντα είδη, ν’ ανακαλύψει και διαλύσει ευθύς μ’ ένα λόγον τους εμπορικούς συνεταιρισμούς των αντιπάλων του… Και εξανάπτων αίφνης υπό εμπορικού οίστρου, ελησμόνει το πάθημά του και ανεκινείτο να σηκωθεί, διά να σπεύσει προς τ’ απειλούμενα συμφέροντά του. Αλλά πόνος δριμύς της κνήμης ηνάγκαζεν αυτόν να μένει εις την θέσιν του οδυνηρώς γογγύζων:

– Αχ, ανάθεμα σε! ανάθεμα σε! ανάθεμα σε!

Αν όμως η κυρά Κανέλλα, η διάσημος μαμή της κωμοπόλεως, είτε η Φρόσω ανεφαίνετο αίφνης εις την θύραν του δωματίου κομίζουσα το βρέφος, η πατρική καρδία του Νι­κολού ευθύς εφαιδρύνετο· το πρόσωπόν του εξιλαρύνετο και άπλωνε τας χείρας και ελάμβανε το εν σπαργάνοις εκείνο μικρόν και το εχόρευε και το κατεφίλει. Και αν το μικρόν ανεκραύγαζεν έκπληκτον και εμειδία, ελησμόνει ο Διβριώτης ότι ήτο έμπορος κι ενεθυμείτο μόνον με γλυκυτάτην απόλαυσιν ότι ήτο πατήρ – πατήρ ευτυχισμένος.

Αλλά δεν συνέβαινε τούτο μόνον εις τον Νικολόν. Και η Ανθή εις την όψιν του μικρού αυτού όντος, του μειδιώντος και πεταλουδίζοντος, ελησμόνει ότι ήτο ατυχής και ύπανδρος κι ενεθυμείτο μόνον ότι ήτο ευτυχής μήτηρ. Παραδόξως επί του μικρού εκείνου και απαγούς ακόμη ατόμου εύρισκον οι δύο σύζυγοι ως εις καθρέπτην τον εαυτόν των, την ανθρωπίνην και πραγματικήν των υπόστασιν. Η Ανθή μάλιστα, εκ της λεπτής γυναικείας φύσεώς της, ανεύρισκε κάτι άλλο, το οποίον ουδέ καν εφαντάζετο η παχύδερμος ατομικότης του εμπόρου· ανεύρισκε τον άνδρα. Ναι· τώρα τον ανεγνώριζε και τον παρεδέχετο ως άνδρα της τον Νικολόν. Δεν εσκέπτετο πλέον, αν ήτο αυτός ο κατάλληλος να καθέξει την θέσιν αυτήν εν τω βίω της. Δεν ήθελεν ο νους της ν’ απασχοληθεί εις τα παρελθόντα. Εσκέπτετο μόνον ότι αυτός την κατείχε, ότι τώρα ήτο πατήρ του τέκνου της, η δύναμις και η ψυχή της νέας της οικογενείας.

Η Ανθή δεν ηδυνήθη να κρατηθεί πλέον επί της κλίνης. Η ανησυχία, η αβεβαιότης περί της καταστάσεως του Νι­κολού την κατέθλιβον. Αδιακόπως έστρεφε το βλέμμα προς τον τοίχον, τον χωρίζοντα αυτήν απ’ εκείνου, ως να ήθελε να περάσει δι’ αυτού και να ίδει την αληθινήν θέσιν του. Διά της φαντασίας έβλεπε το δωμάτιον εκείνο, την κλίνην, τον Νικολόν με τυλιγμένον πόδα, οικτρώς γογγύζοντα. Η ανυπομονησία της εκορυφώθη μικρόν κατά μικρόν και, την τρίτην ημέραν, εναντίον των συμβουλών της μαμής, εσηκώθη κι επήγε προς τον άνδρα της.

– Τι κάνεις; – καλά είσαι;

Ήτο η πρώτη φορά από του γάμου των, κατά την οποίαν ωμίλει με τόσην γλυκύτητα και φροντίδα εις τον Νικολόν και η φωνή της έτρεμεν υπό δειλίας κι εντροπής, ως να ωμίλει προς ξένον.

– Δεν έχω τίποτα… θα περάσει… Και συ πως είσαι;

Και του Νικολού η φωνή είχε τον αυτόν τόνον ήτο παλμώδης κι έτρεμεν εις τα χείλη του, ως πρωτόπειρου νεανίσκου ερωτική εξομολόγησις.

Η Ανθή ήτο ισχυράς κράσεως και ταχέως ανέλαβεν εκ του τοκετού. Ήρχισε την παντοκρατορίαν της εις το σπίτι μετά φιλεργίας και υπομονής και αυταπαρνήσεως. Από της αυγής μέχρι της εσπέρας δεν ανεπαύετο καθόλου· απησχολείτο ολονέν εις το πολυμέριμνον καθήκον της οικο­κυράς. Αλλά δεν εστενοχωρείτο εκ τούτου, ούτ’ εκουράζετο, τουναντίον έμενεν ευχαριστημένη και εύθυμος. Ήτο υπερή­φανη, διότι τρεις ψυχαί είχον ανάγκην των φροντίδων της και έσπευδεν εναλλάξ να γλυκάνει διά των περιποιήσεών της τα γηρατειά του πατρός, να παύσει τα κλάιματα του παιδιού, να διώξει διά της ευθυμίας και της αβρότητος την απελπισίαν και στενοχωρίαν του ανδρός της.

– Μην κουνιέσαι και θα γειάνει!…

Εγνώριζε πλέον ότι δεν ήτο εξάρθρημα, αλλά κάταγμα το πάθημά του· κι εφρόντιζε κατά τας συμβουλάς του ιατρού να τον κρατεί εις υπομονητικήν ανοχήν επί της κλίνης. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να μετακινηθεί ο τραυματίας κι εστε­νοχωρείτο να μένει μόνος τας ημέρας, ότε η Ανθή ειργάζετο, είτε τας νύκτας, η γυνή εσκέφθη να εύρει μέσον προς αγαλλίασιν του ανδρός της. Αφού δεν ηδύνατο ο Νικολός να υπάγει προς αυτήν, επήγεν αυτή προς εκείνον. Μετέφερε την κλίνην της εις το δωμάτιον του πάσχοντος, απέναντι την μίαν της άλλης. Επήγαινε συχνά και εχαροποίει διά της παρουσίας της το δωμάτιον του πατρός· αλλ’ επήγαινε συχνότερον κι έχυνε το ακτινοβόλημά της εις το δωμάτιον του ανδρός και του τέκνου.

-Έτσι δε χάνει κανείς· εσυλλογίσθη.

Κι εκ του συλλογισμού της αυτού δεν ελησμόνει ούτε τον εαυτόν της. Αι πηγαί της αισθητικότητος της Ανθής πάλιν ήνοιξαν. Είναι αληθές ότι τώρα δεν ήσαν, όπως κατά την παρθενίαν της, διαυγείς και ήρεμοι. Ήσαν όμως και αύται πηγαί ζωής, πηγαί ανθρωπισμού και αναπλάσεως, σύμφωνοι προς τον νέον της βίον.

Επλησίαζε τώρα να παρέλθει τεσσαρακονθήμερον από της πτώσεως του Νικολού και του τοκετού της Ανθής. Ο ιατρός έδιδεν ελπίδας εις τον Διβριώτην περί της ταχείας αναστάσεως· η κυρά Κανέλλα έλεγεν εις την Ανθήν να ετοιμασθεί διά να σαραντίσει. Και η νεαρά γυνή ητοιμάζετο προθύμως. Εντός του θαλάμου του πάσχοντος, πλησίον του παραθύρου καθημένη, έκοπτε κι έρραπτε νέον φόρεμα διά τον εαυτόν της και κυανόχρυσον μποξάν διά το τέκνον της. Σήμερον έρραπτε μικρόν εκ μουσελίνης σκουφάκι και η συγκίνησις, η χαρά, ο θρίαμβος εζωγραφίζοντο επί του προσώπου της. Οι τρομώδεις παλμοί της καρδίας της ανεφαίνοντο εις τους φρίσσοντας δακτύλους της, τους κρατούντας την βελόνην. Η Ανθή έρραπτε το πρώτον σκουφάκι του τέκνου της· δεν είναι μικρόν πράγμα! Μεθαύριον θα το έπαιρνε εις την αγκαλιάν και θα επήγαινεν εις την εκκλησίαν!… Κι εκάρφωνεν η μήτηρ χρυσούν θύσανον εις το κέντρον, χρυσά σειρίτια κύκλω και πούλιες αστραπηβόλους εδώ κι εκεί, πλησίον των πρασίνων ανθέων της μουσελίνης. Βέβαια το χρυσούν πλησίον του πρασίνου ταιριάζει πολύ καλά… Η Ανθή έσκυπτε κάποτε έξω του παραθύρου, βλέπουσα τους διαβάτας και τους πηγαινερχομένους εις το απέναντι κρασοπωλείον· αλλ’ έστρεφε συχνότερον εντός του θαλάμου, κινούσα διά του ποδός το λίκνον του τέκνου της και επιδει­κνύουσα μετά μειδιάματος το σκουφάκι εις τον άνδρα της.

– Σ’ αρέσει;

– Ναι, ωραίο· έλεγεν ο Νικολός από της κλίνης του. Ξέρεις, να πέσει σπειρί μέλι στη μούργα, τέτοια δείξη κάνει· επρόσθετε μετά μικρόν ο Διβριώτης, επιμένων εις τους μπακάλικούς του συνδυασμούς.

Αλλά δεν εξηγείρετο πλέον διά την ταπεινήν αυτήν παρομοίωσιν η αγανάκτησις της Ανθής.

Αίφνης από του κρασοπωλείου ηκούσθη σιγαλόν τρα­γούδι, συνοδευόμενον από λεπτούς μεταλλικούς ήχους ταμ­πουρά. Η νεαρά γυνή έσκυψεν από το παράθυρον διά να ίδει. Κάτω το Σταυροπάζαρον ηπλούτο πέρα και πέρα έρημον. Ήτο καθημερινή και ο κόσμος όλος έλειπεν εις τας εργασίας του. Τα μαγαζιά ήσαν ορθάνοικτα με τα εμπορικά είδη έξω προς επίδειξιν κι εμπρός των νυσταλέοι εχασμώντο εκ της απραξίας οι υπηρέται. Τα καφενεία κι εκείνα εφαίνοντο έρημα εκτός ενός, όπου δύο τρεις εγρονθοκόπουν ένα τραπέζι παίζοντες σκαμπίλι. Κάπου εφαίνετο κανείς διαβάτης μετά σπουδής ερχόμενος ν’ αγοράσει τρόφιμα διά τους εργάτας του. Εμπρός όμως εις την θύραν του κρασοπωλείου όμιλος καρολόγων, άλλων καθημένων εις τους πάγκους και άλλων ορθίων, εκράτει τα ποτήρια κι έπινε. Μεταξύ αυτών ο Γεώργιος Βρανάς, στηριζόμενος επί του ενός στύλου ράθυμος, έκρουε τον ταμπουράν κι ετραγούδει ευθύμως:

Η καρδιά μου, σαν σφαλίσει,

δεν ανοίγει με κλειδιά,

παρ’ ανοίγει με κρασάκι,

με κορίτσια και βιολιά!

Ο Βρανάς επανηγύριζεν ακόμη τους έρωτάς του, την ευτυχίαν του. Ήτο ραδινός, όπως πάντοτε, κι εύθυμος, ως να του προσεμειδία ο πλούτος από παντού πέριξ, ως να μην ηυλάκωσε ποτέ το μέτωπόν του συλλογισμός λύπης. Και η φωνή του η λιγυρά, και αυτοί οι στίχοι του τραγου­διού, ήσαν πιστοί διερμηνείς της ελαφράς κι ευθύμου κατα­σκευής όλων των καρολόγων.

Αλλ’ η Ανθή απεσύρθη αμέσως κι έκλεισε το παράθυρον. Δεν της ήρεσεν εκείνη η ζωή! Παραλυμένη· όλο τραγούδια και ταμπουράδες και κρασί!… Τι γούστο βρί­σκουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοια ζωή!… Δεν πηγαίνουν να δουλέψουν, να βγάλουν καμμιά πεντάρα να οικονομήσουν το σπίτι τους, παρά τρέχουν από κρασοπουλειό σε κρασοπουλειό!…

– Ταμπουρά βαρείς – τι καλό θα ιδείς!…

Η γυνή διέκοψε την σκέψιν της, ακούσασα τον Νικολόν, εν κουραστική χλεύη τονίζοντα το ρητόν και οικτίροντα δι’ αυτού τους ευθυμούντας. Οι σύζυγοι συνηντήθησαν εις τας σκέψεις των, όπως δύο σώματα αντιθέτως ερχόμενα, αλλά προωρισμένα υπό της φύσεως να συναντηθούν κάπου εις εν σημείον. Η γυναίκα έστρεψε και ητένισε τον άνδρα της κατάματα με θαυμασμόν. Κι αίφνης θορυβώδης και σπα­σμωδικός καγχασμός εξέφρασε την χαράν της.

– Δώσ’ μου το παιδί, μωρή· είπεν ο Νικολός εις την γυναίκα του.

Εκείνη έλαβε το μικρόν από του λίκνου και το έδωκεν εις τον Νικολόν.

– Σαν φάμε την προίκα, τότε λογαριαζόμαστε!… εξηκολούθησε μετ’ ολίγον, ενώ εχόρευε το μικρόν.

Η Ανθή ανεκίνει την κεφαλήν, προθύμως παραδεχο­μένη τους συλλογισμούς του ανδρός της. Κι αίφνης ησθάνθη έλξιν ακράτητον προς αυτόν και τους λόγους του. Απεμακρύνθη του παραθύρου κι εκάθησεν επί της κλίνης του. Εβαρέθηκε πλέον ν’ ακούει αυτούς τους μεθύσους· εκείνοι οι ήχοι του ταμπουρά έμπαινον εις τα νεύρα της και την κατεξέσχιζαν· εκείνα τα τραγούδια την ετάρασσον!… Καλύτε­ρα εκεί κοντά εις τον άνδρα και το παιδί της. Της προσμειδιά ο ένας· της κάμνει λαμπρούς οικονομικούς συλλογι­σμούς ο άλλος.

– Και αργότερα, που λες, έρχονται στον κυρ-Νικολό σου και βάνουν αμανάτι το κοντογούνι του γάμου!.. . επρόσθεσεν ο Διβριώτης υπερηφάνως.

Η Ανθή ητένισεν επί μακρόν τον άνδρα της. Η δίψα του χρυσίου και ο πόθος της εξουθενώσεως των άλλων έπαιζον εναλλάξ εις τα μάτια και των δύο. Η σκέψις ότι ο Βρανάς μίαν ημέραν, πτωχός και πεινασμένος, θα προσέφευγεν εις τον άνδρα της· ότι η Βασιλική θα ενεχυρίαζεν εις αυτόν το πλούσιον κοντογούνι της, εκείνο το οποίον μετά τόσης υπερηφάνειας έφερεν όταν ήτο νύμφη, εχαροποίουν την νεαράν γυναίκα. Ενόμιζεν ότι το έβλεπε τώρα το ανδρόγυνον εκείνο, το οποίον εκ περιτροπής διήγειρε την αγάπην και τον φθόνον της, ημίγυμνον και απλώνον επαίτιδα χείρα προς αυτήν, την αρχόντισσαν!… Κι αίφνης η υπερηφάνεια της κατήντησεν εις χονδρόν εγωισμόν και κόμπον, διότι ήτο γυναίκα του Νικολού, ενός πλουσίου εμπόρου της κωμοπόλεως, εις του οποίου το σπίτι κατέφευγον οι πτωχοί και οι πεινασμένοι!… Και το βλέμμα της γυναικός προσεκολλήθη διψαλέον και περιέλουσε με θαυμασμόν και αφοσίωσιν και στοργήν τον Διβριώτην. Κι αίφνης, υπό ακράτητου ορμής και πόθου καταληφθείσα, έκλεισεν εις τας αγκάλας της το παιδίον και τον πατέρα κι εκόλλησε μακρόν και διάπυρον φίλημα επί της παρειάς του Διβριώτου…

– Πουλάκι μου! εψιθύρισε με φρίσσοντα χείλη.

Η αφομοίωσις επήλθε πλήρης. Ό,τι δεν κατώρθωσαν αι θερμαί συμβουλαί της κυράς Παναγιώταινας και αι αδιά­κοποι προσπάθειαι της Φρόσως, κατώρθωσε μόνη της η Φύσις. Η Φύσις, η παντοδύναμος θεά, η οποία μικρόν κατά μικρόν παρήλλαξε το σώμα και προδιέθεσε την ψυχήν της Ανθής εις πλήρη συνεννόησιν μετά της ψυχής του Διβριώτου.

Έτσι και εις τα φυτά των τροπικών, τα οποία μεταφυτεύουν εις τα ψύχη του Βορρά, χαρίζει νέας δυνάμεις, στερεοποιεί τας ρίζας των, ανδρίζει τους χυμούς και μικρόν κατά μικρόν μεταβάλλει και αυτό το είδος των, διά να δυνηθούν και ζήσουν εις την νέαν πατρίδα των. Και όπως ο περιηγητής κάτω από το ροδόδενδρον της Λαπωνίας μόλις αναγνωρί­ζει το ροδόδενδρον των Άλπεων, έτσι και τώρα, κάτω από την σημερινήν γυναίκα, μόλις αναγνωρίζει ο παρα­τηρητής την άλλοτε λυγερήν.

Η Ανθή δεν είναι πλέον, όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου Βρανά· είναι η θετική σύζυγος, η γυναίκα του Νικολού Πικοπούλου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: