Κώστας Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου

«Ο Κώστας Χατζόπουλος είναι από τους πρώτους δημοτικι­στές που παρουσιάζονται με σοσιαλιστική ιδεολογία και επιχειρούν να δώσουν κοινωνική τροπή στο κίνημα νου δημοτικισμού. Τα σοσιαλιστικά άρθρα του Χατζόπουλου προκάλεσαν κατά το 1908-1909 μεγάλες συζητήσεις μέσα στους κύκλους των δημοτικιστών και στη συντροφιά του Νουμά. Ο Χατζόπουλος έγραψε στίχους με πνεύμα σοσιαλιστικό. Έγραψε και διηγήματα, όπου διαφαίνονται οι σοσιαλιστικές τάσεις».

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Α

– Κελεπούρ’ με τα σωστά, είπε μέσα του ο Θώμος Κρανιάς ρίχνοντας το μάτι προς το παλιό στενόψηλο σπίτι εκεί μπροστά του, ενώ ροφούσε τον καφέ στον ίσκιο της γέρικης μελικοκκιάς.

Στα κλαδιά της μελικοκκιάς κελαδούσαν τα πουλιά και στον απομεσημεριάτικο ουρανό αργοκυλούσαν αριόλευκα τα σύννεφα του Μάη.

Η Φρόσω, η μεγάλη κόρη του Κρανιά, καθισμένη κοντά του είχε αφήσει κι έπεσε στην ποδιά της το κέντημα και κοίταζε τα σύννεφα κι άκουε τα πουλιά.

Ο μικρός Γεσίλας με τον κόρφο του γεμάτο χλωρούς καρ­πούς απ’ τη μελικοκκιά, μικρούς και στρογγυλούς σα σκάγια, πήγαινε ολόγυρα στη φράχτη και σημάδευε με τη σκάστρα τα σπουργίτια, η Μαριώ κι η Κούλα κυνηγιόντανε ξυπόλυτες στον κήπο.

Ο Θώμος Κρανιάς έριξε γύρω μιαν ήσυχη ματιά. Έπειτα ανασήκωσε το μακρύ του νυχτικό και το ’ζωσε στη μέση με το λουρί, πήρε το κλαδευτήρι κι ανέβηκε στη σκάλα την ακουμπη­μένη στον κορμό ενός φράξου παραπέρα, όπου κρεμότανε μια κληματαριά φτακύλι. Το είχε κλαδέψει πριν και τώρα γύρευε να το κλαρώσει πιο ψηλά.

Η κυρα-Θώμαινα, που μόλις ξυπνημένη πλενότανε στο νεροχύτη στην κορφή της σκάλας του σπιτιού, είδε τον άντρα της σκαρφαλωμένο τόσο ψηλά και τρόμαξε:

– Άνθρωπε, έχει το νου σ’! Άσ’ το να πάει στην οργή! του φώναξε.

Και κατέβηκε τη σκάλα σκουπίζοντας το πρόσωπο με την ποδιά της.

Όταν πλησίασε τον άντρα της, είχε κατεβεί και κείνος και κοίταζε το κλήμα.

– Καλά δεν το ’δεσα; είπε. Δεν το φτάνουν τώρα. Εννοούσε τα παιδιά. Τσιμπούσανε τις αγουρίδες, που τις χρειαζόντανε ν’ αυγοκόβουνε τη σούπα.

Και πρόστεσε:

– Γλιτώνουμ’ έτσι τα λεμόνια.

– Και το ρετσινόλαδο, δε λέω. Μα δε σ’ λλογιέσ’ αν παραπάταγες; Είσαι βαρύς, είπε η κυρα-Θώμαινα.

Ο Θώμος Κρανιάς την κοίταξε μια στιγμή στα μάτια. Έπει­τα πήγε κοντά της, τη χτύπησε στον ώμο κι είπε:

– Καλά δε βολευτήκαμ’, ε; Κελεπούρ’ με τα σωστά.

Έδειξε τον πύργο εκεί, την κούλια του ακροπόταμου, κα­θώς τη λέγανε στον τόπο. Την είχε χτίσει αυτού στον όχτο κά­ποιος Σουλιώτης καπετάνιος για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου του και τώρα την αγόρασε ο Θώμος Κρανιάς για να τρυ­πώσει μέσα τα παιδιά και τη γυναίκα του σαν ξαναβρέθηκε παυμένος ξαφνικά.

– Καλά να λέμε, έκαμε ν’ αναστενάξει η κυρα-Θώμαινα. Μα θυμήθηκε πως ήτανε και δικό της θέλημα να μην κουβαλη­θούνε μεσοχείμωνα στο χωριό, μα να περιμένουν τον ξαναδιορισμό εδώ στην πόλη – κι έπνιξε τον αναστεναγμό. Κούνησε το κεφάλι κι έκαμε προς το σπίτι.

Η Φρόσω καθισμένη κάτω από τη μελικοκκιά κεντούσε και κοίταζε τα σύννεφα.

Ο Θώμος Κρανιάς έπιασε τώρα και κέντρωνε μια αγριοσκιά.

Το αεράκι της ποταμιάς του χάδευε το μέτωπο, από τις ρά­χες γύρω αχούσανε κουδούνια και βελάσματα, ο ήλιος φώτιζε μαλακά την πρασινάδα της λαγκαδιάς, τα γέλια των παιδιών γεμίζανε τον κήπο κι ο αργαλειός της κυρα-Θώμαινας άρχισε ν’ αργοβροντά, σα να βαστούσε από τον πύργο απόβαθα το ρυθμό της ήσυχης ζωής.

Ο Θώμος Κρανιάς, εκεί που έδενε με την καινούρια φλούδα τον κορμό, σταμάτησε:

Κρίμα που δεν έκλεισε ακόμα τη σύνταξη! Ας πηγαίνανε στην οργή και τα πλιάτσικα και τα πεσκέσια και το κόμμα του Κρανιά.

Το κόμμα και το σόι του Κρανιά ήταν από τα παλιότερα στην επαρχία με τ’ ατέλειωτα βουνά και τους εννιά δήμους, ξακουστούς για τ’ αρχαιόπρεπα ονόματά τους, τα κόκκινα ξυνόμηλα και τις μακριές καμπυλωτές μύτες των κατοίκων τους. Έναν απ’ αυτούς τους δήμους κυβέρνησε ο Θώμος Κρανιάς τέσσερα χρόνια μια φορά. Μα η ανάγκη το απαίτησε ν’ αφήσει αλλουνού την έννοια αυτή, η γυναίκα του σα να τραβήχτηκε και κείνη περσότερο από τον τίτλο της κυρα-επαρχίνας κι έτσι η φαμελιά του Θώμου Κρανιά πήρε το ραβδί του στρατοκόπου και τριγύρισε κοντά δεκαπέντε χρόνια μπαγάζια και παιδιά σε κάμπους και βουνά και πέλαγα.

Το περιδιάβασμα κατάντησε να ξεκινά μοιραία από την πόλη αυτή κοντά στον ποταμό. Όχι γιατί ο Θώμος Κρανιάς είχε καημό σαν το γεροσουλιώτη ν’ αγναντεύει από το μπαλκόνι του επαρχείου μακριά τις άκρες των πατρικών βουνών – μεγαλύτερο καημό είχε όπου ήταν τα πεσκέσια πιο πολλά – μα από κείνα τα βουνά κατεβαίνανε και ξεχειμάζαν ένα γύρο στον κάμπο τα κοπάδια κι η αργατιά του τόπου του. Η αργατιά αυτή έστελνε βουλευτή τον ξάδερφό του, γι’ αυτό και κείνος όταν ερχότανε στην εξουσία βιαζότανε να στείλει εδώ έπαρχο το Θώμο. Αυτός ήταν ο λόγος που όταν άλλαζε η κυβέρνηση, από την πόλη εδώ κοντά στον ποταμό έπαιρνε τις περσότερες φορές το φύσημά του ο έπαρχος Κρανιάς. Μα τη φορά αυτή δεν μπόρεσε η αργατιά να στείλει στη βουλή τον ξάδερφο κι αντίς το φύσημα που πρόσμενε, έλαβε ξαφνικά την πάψη του.

Αυτού απάνω βρέθηκε σωτηρία η κούλια του Σουλιώτη καπετάνιου. Στις δυο της κάμαρες έπρεπε να στριμωχτεί όπως όπως η φαμελιά κι η πρώην επαρχίνα να στήσει στο κατώγι τον αργαλειό για τα προικιά της Φρόσως. Ήτανε ο αργαλειός, όπου ύφανε η μάνα της και τα δικά της προικιά κι η επαρχίνα τον κουβαλούσε χρήσιμο θυμητικό, όπου πήγαινε.

Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. Όσο κι αν ήτανε στενά εκεί μέσα, όμως ήτανε ο αέρας καθαρός και το απόμερο κι η μοναξιά σαν παραγγελμένα για να τρέχουν τα παιδιά ξυπόλυτα και να γλυτώνουν τα παπούτσια κι η πρώην επαρχίνα να κάνει μόνη με τη Φρόσω όλες τις δουλειές δίχως να τις βλέπει μάτι.

– Καλά βολευτήκαμε, συλλογιζόταν ο Θώμος Κρανιάς ενώ ξανάνιωνε τον κήπο και μια θλίψη έσμιγε μέσα του με τη χαρά της ώρας, που θ’ άλλαζε η κυβέρνηση και θα τον ξανάριχνε στο σήκω-απίθω.

Η κυβέρνηση δεν άργησε ν’ αλλάξει ο Θώμος Κρανιάς ήρθε τρεχάτος ένα βράδυ στον πύργο με το μήνυμα κι η κυρα-Θώμαινα άρχισε την άλλη μέρα να σιγοετοιμάζεται. Ο δισταγμός ήτανε μόνο αν τα μπαούλα θα δεθούνε για μακρινό ταξίδι η μονάχα για το επαρχείο μέσα στην πόλη.

Απάνω αυτού όμως ήρθε το ανέλπιστο. Η νέα κυβέρνηση κατάργησε τα επαρχεία κι ο Θώμος Κρανιάς έπρεπε να στρέξει να πάει γραμματικός σε νομαρχία.

– Γραμματικός! Αδύνατο! φώναξε και ξαναφώναξε, ενώ η γυναίκα του μουρμούριζε:

– Να ’τανε κάνε διαυτεντής!

Το γράψανε του ξαδέρφου και προσμένανε. Μα όσο έπεφτε το μάτι στα πόδια των παιδιών και στα σύννεφα, που όλο και χαμηλώναν από τα βουνά, όσο έπαιρνε να δυναμώνει το βορια­δάκι της ποταμιάς κι ο μπακάλης να στέλνει να ζητά συχνό­τερα όσα του χρωστούσαν, άρχισε κι η κυρα-Θώμαινα να πέφτει.

Μα η δυσκολία δεν ήτανε μόνο στο πως θα ’πεφτε η μύτη. Κάθε φορά που κόντευε να πείσει τον άντρα της, έβγαινε κεί­νος με το πρόβλημα:

Δίχως νοίκι τζάμπα πια, δίχως τυχερά, δίχως πεσκέσια πώς θα τα βγάλουν πέρα έξι νομάτοι με το μιστό ξερό;

Η γνωστικάδα της κυρα-Θώμαινας ξαναβρήκε τη λύση: Να πάει ο άντρας της μοναχός στη θέση του. Αυτή και τα παιδιά με τα λιγοστά που θα τους στέλνει θα οικονομηθούνε καλύ­τερα εδώ στην ερημιά παρά στην πολιτεία όπου θέλουνε λούσα, φορέματα, σπίτι καλό και χώρια δούλα. Εκεί πρέπει να φαίνουνται καθώς αξίζει στη θέση τους και στ’ όνομα της φαμελιάς. Εδώ συνήθισαν, εδώ, όπως και να ζούνε, τους ξέρει και τους τιμά όλος ο κόσμος.

Ο Θώμος Κρανιάς αναγνώρισε τη λογική και με καρδιά θλιμμένη παράτησε τον πύργο του ακροπόταμου και το σκάλισμα στον κήπο.

Ο χωρισμός δεν ήταν και για τη γυναίκα του λιγότερο πι­κρός κι ήρθανε στιγμές που μετάνιωσε για την απόφασή της. Μα οι λόγοι που έφερνε στον άντρα της δεν ήταν οι μόνοι που την κάμανε να πάρει τέτοια απόφαση.

Η κυρα-Θώμαινα είχε στο νου της και κάτι άλλο· το ίδιο πράμα που την έκαμε πρωτύτερα να προτιμήσει τη στενή κούλια του Σουλιώτη από την απλοχωριά του αρχοντικού της αδερφής της στο χωριό. Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. Στο πρώτο δεν της άρεσε της μάνας. Η σειρά της θυγατέρας της δεν ήτανε να κρεμιέται στα παράθυρα. Τη φοβέριξε πως θα της κόψει τα μαλλιά, πως θα βάλει τον πατέρα της να τη λιανίσει, μια μέρα κιόλας που την ξαδιαντράπηκε της άστραψε η ίδια δυο τρεις στα μάγουλα. Μα σιγά σιγά ήρθε δίχως να το νιώσει σε λογικότερο στοχασμό: Αν η κόρη της δεν κοιτάξει μοναχή της, θα της βρει τον άντρα; Θα τόνε βρει ο πατέρας της στον καφενέ ή θα ’ρθουν από μοναχά τους τα πριτζηπόπουλα να τη γυρέψουν; Τ’ όνομα της φαμελιάς της τίμιο είναι βέβαια κι ακουσμένο κι η κόρη της νοικοκυρά και κοντά στ’ άλλα κι όμορφη, μα καθώς κατάντησε ο καιρός μας όλοι οι γαμπροί ρωτούνε πρώτα πόσα έχει η νύφη. Κι η κόρη της πού να τα βρει; Από το καζάντι του πατέρα της με το επαρχιλίκι, ή από τις πέντε δέκα πεζούλες, που έχει προίκα της η μάνα στο χωριό; Άλλο δεν της μένει λοιπόν παρά πως να μπερδέψει κάποιον με την ομορφιά της και να σιγουρευτεί. Δύσκολα χρό­νια. Οι άλλες δυο κατόπι της αξαίνουνε με το φουρκίδι.

Έτσι στοχαζόταν η κυρα-Θώμαινα κι άρχισε να κλείνει τα μάτια στο αργολάβισμα της κόρης της. Κάποιους φόβους που είχε για το σκοπό του νιου που την τριγυρνούσε, τους σκόρπισε η απόκριση μιας φιλενάδας της, μιας προεστής, που την έβαλε να τον ξετάξει απόξω απόξω:

– Το παιδί έχει καλό στο νου του, ζουρλαίνεται για την επαρχοπούλα και καρτερεί μονάχα να γένει δικαστής κι απέ να τη γυρέψει τίμια από τον πατέρα της. Τώρα φοβάται κιόλας μη δεν του τη δώσει.

– Μη δεν του τη δώσει! είπε μέσα της η επαρχίνα, μα δεν το ξεστόμισε. Η υπεροχή στο σόι της κόρης της, που αναγνώριζε το τέκνο του μπακάλη μ’ όλα τα πλούτη του, της ξύπνησε μέσα της την αρχοντική περηφάνια κι αυτό την έκαμε να πά­ρει αέρα και να μουρμουρίσει μόνο:

– Σαν έρθ’ η ώρα, τον πατέρα της τον καταφέρνουμε.

Και περιμένοντας την ώρα αυτή άφησε τον άντρα της να φύ­γει μοναχός. Πολλές φορές στοχάστηκε να του το πει, να μοι­ραστεί μαζί του την ωραία ελπίδα, μα τον πειρασμό τον νίκησε πάντα η ιδέα πως θα ’ρθει καλύτερα, αν τον ξαφνίσει με τελειω­μένο πράμα. Η κυρα-Θώμαινα δεν αγαπούσε τα μπερδέματα. Όσο κι αν ήξερε πως ο άντρας της δεν παρανακατεύεται με γυναί­κειες δουλειές, ωστόσο «τι τα θες και τα γυρεύεις, ο άνεμος έχει πολλά ποδάρια», στοχαζότανε πάντα και σώπαινε και περίμενε.

Μα η μοίρα άλλα λογάριαζε. Απάντεχα, πριν να περάσει χρόνος που χωρίστηκε από τον άντρα της, άξαφνος θάνατος τη χώρισε από τα σχέδια και τα όνειρά της.

– Μάνα, μην μπαίνεις στα νερά κι εισ’ ασυνήθιστη· δεν είναι καλοκαίρι ακόμα, την παρακάλεσε η δόλια η Φρόσω, σαν την είδε που έπιασε να σφουγγαρίσει μονάχη μεσοχείμωνα.

Μα ερχότανε γιορτές και περίμεναν κιόλας τον πατέρα. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς, μόλις πρόφτασε το ξόδι της. Τόσο γοργά έκαμε το θάμα της η πούντα της ακροποταμιάς.

Κοντά στη θλίψη της χηριάς ξαναβρέθηκε ο Θώμος Κρανιάς μπροστά στο πρόβλημα: Τι να κάμει τα ορφανά; Να τα πάρει μα­ζί του, δύσκολο· να τ’ αφήσει μόνα τους, αποκλεισμένο. Η αδερφή της μακαρίτισσας, που είχε τρέξει στο ψυχομάχημά της από το χωριό, τον έβγαλε από τη στενοχώρια. Προσφέρθηκε να μείνει αυτή προσωρινά με τα παιδιά. Παρηγοριά ανέλπιστη. Μαζί της έμενε στον πύργο κι η σύνταξή της, σύνταξη χήρας λοχαγού. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς ξαναχωρίστηκε από τα ορφανά του με την καρδιά διπλά ησυχασμένη.

Σε καλά χέρια τ’ άφηνε. Η θεια τους ήτανε γυναίκα όπως την ήθελε. Αν και παντρεμένη είκοσι χρόνια με αξιωματικό, έμεινε στην παλιά συνήθεια και δεν άφησε το σπίτι στο χωριό για ν’ ακολουθήσει τον άντρα της στις πολιτείες. Έτσι απόμεινε η αυστηρή απελέκητη χωριάτισσα, η νοικοκυρά, το άγρυ­πνο μαντρόσκυλο που χρειαζότανε τ’ ορφανεμένο σπίτι.

Όσο ήτανε ζωντανή η γυναίκα του, ο Θώμος Κρανιάς δε σκοτίστηκε ποτέ για τη φαμελιά του. Όχι πως δεν αγαπούσε τη γυναίκα του, ή πως η καρδιά του δεν ένιωθε την πατρική χαρά, μα την έννοια του σπιτιού την είχε όλη απάνω της η μακαρίτισσα. Αυτός είχε σκοτούρες άλλες. Το επαρχείο, την πολιτική την αργατιά από τα βουνά του κι ακόμα μεγαλύτερη τον κα­φενέ. Ζιαφέτα και χαρτιά ήταν αδυναμίες του μεγαλύτερες από τις σπιτικές μικροχαρές. Είν’ αλήθεια πως με πολλή όρεξη έτρωγε το μπορέκι από τα χέρια της κυρα-Θώμαινας, μα με περσότερη ξεψάχνιζε μια πλάτη αρνιού σε συντροφιά φίλων· μ’ ευχαρίστηση ρουφούσε το κρασί του ζεσταμένο στην πύρα της γωνιάς του επαρχείου, δίπλα στο νυχτέρι της γυναίκας και της κόρης του, χαδεύοντας στα γόνατα του το μικρό Γεσίλα, ωστόσο σα ν’ ανάσαινε η καρδιά του με πιο απόλαψη μέσα στους πνιγερούς καπνούς ενός στενού καμαρινιού στον καφενέ, όταν εύρισκε το ρήγα του μια τέταρτη και σήκωνε την μπάγκα. Το συχνότερο ήτανε πως δεν την εύρισκε κι η μακαρίτισσα το μάντευε την άλλη αυγή από το χαλασμένο κέφι του.

– Δε συλλογιέσαι τα παιδιά, καημένε, τον γκρίνιαζε.

Μα αυτός γελούσε: «Βίτσιο αρχοντικό», της απαντούσε· «το κληρονόμησ’ από τον πατέρα μου μαζί με το σόι. Και συ γι’ αυτό το σόι με πήρες, όχι για το καζάντι μου».

Με το σόι δικαιολογούσε πάντα κάθε παραπάτημά του ο Θώμος Κρανιάς. Ήξερε τι σεβασμό του είχε η γυναίκα του και το άδραζε κάθε φορά. Εκείνη ήξερε πάλι την κάθε αδυνα­μία της γενιάς του αντρός της και δεν τον άφηνε από το κοντό. Δεν ήτανε μόνο τ’ όνομα της κυρά επαρχίνας, που την έκανε να τον ακολουθά μαζί μ’ όλα τα τσούρδελα και τον αργαλειό της μάνας της παντού όπου τον πετούσε η υπηρεσία. Κι αν τον άφησε στα τελευταία να φύγει μοναχός, θαρρούσε πως τα χρό­νια του γιατρέψανε πια μιαν άλλη αδυναμία της γενιάς του, μιαν αδυναμία που της θόλωνε την ευτυχία περσότερο από την τρά­πουλα. Κι αν έκλεισε σ’ αυτή τα μάτια σ’ όλη τη ζωή της, ο λόγος ήτανε γιατί την έριχνε με τα σωστά στο σόι. Η χωριάτικη αρχοντιά του τόπου της την είχε συνηθίσει, της είχε ριζωμένη μέσα της μια πίστη σα σε νόμο φυσικό, πως το σόι πρέπει να το παίρνει κανένας όπως είναι, μ’ όλα τα καλά και τα κακά του, μ’ όλες τις αρετές και τα ψεγάδια.

Όσο για τον άντρα της, αυτός δεν έδωσε ποτέ του σημασία πολλή στο σόι, τουλάχιστο ανώτερη από την πραχτική. Όσο ήταν έπαρχος, η θέση του ασφάλιζε την καλοπέραση που γύ­ρευε μονάχα στη ζωή· σαν ερχόταν η πάψη, τότε γύριζε στο σόι που του χρειαζότανε για τον ψωμά και τον μπακάλη. Τώρα όμως που χήρεψε, τώρα που ήτανε ν’ αφήσει πίσω τα ορφανά του, το ξαναθυμήθηκε. Του φαινότανε πως το άφηνε κοντά τους σα φύλακα και παραστάτη. Το σόι του Κρανιά δεν ήτανε ντόπιο βέβαια στην πόλη κοντά στον ποταμό, μα πάλι ούτε κι ολότελα άγνωστο. Η αργατιά, που ξεχείμαζε στον κάμπο και δεν έπαψε ποτέ να προσκυνά την αυλόπορτα του πύργου, ήτανε το μεγαλύτερο σημάδι του, κι αρχοντιά και πλέμπα εδώ στην πόλη δεν μπορούσανε να μην το σεβαστούν.

Και αληθινά ο Θώμος Κρανιάς δεν είχε άδικο να βασίζεται σ’ αυτό. Η γυναικαδέρφη, που έμεινε με τα παιδιά, δεν έλαβε αφορμή να επιθυμήσει τις τιμές και τις φροντίδες που παρά­τησε στο χωριό. Ούτε η παλιόκαπα του τόπου της, ούτε οι προεστές της πόλης κοντά στον ποταμό την αφήσανε μοναχή στη θλίψη της· οι εννιά, οι σαράντα και το ξάμηνο της επαρχίνας μοιρολογηθήκανε, όπως κι η θανή της, από τις καλύτερες νοι­κοκυρές του τόπου, καμιά δεν έλλειψε να μη συλλυπηθεί και να παρηγορήσει με τη συνοδειά της τον πύργο του ακροπόταμου. Κι όσο για την καθημερινή ζωή εκεί μέσα, ο πύργος σα ν’ άλλαξε μόνο κυρά και τις κουρτίνες, που βαφήκανε μαύρες για τη λύπη της μακαρίτισσας. Όλα τ’ άλλα ξακολουθήσανε το συ­νηθισμένο δρόμο τους. Η σούπα δεν έπαψε ν’ αυγοκόβεται με τις αγουρίδες της κληματαριάς, ο Γεσίλας να κυνηγά τα σπουρ­γίτια ολόγυρα στις φράχτες, η Μαριώ κι η Κούλα να μη μαζεύουνται από τη γειτονιά κι η Φρόσω να παραμονεύει πίσω από την κουρτίνα το πέρασμα του πλουσιόπαιδου.

Η άνοιξη ξαναήρθε, τα πουλιά κελαδούνε στη μελικοκκιά κι η λαγκαδιά της ποταμιάς γέμισε γαλάζιους ίσκιους. Μαζί τους σέρνεται κει κι ο ίσκιος του πλουσιόπαιδου. Η Φρόσω έλπιζε τώρα πως με τη μαύρη φορεσιά και τη χλομάδα της ορφάνιας θα το αποτρέλαινε και θα το ανάγκαζε να δώσει γλήγορα ένα τέλος.

Η θεια τη βοήθησε. Να κάθεται να κεντά στον κήπο κάτω από τον ίσκιο της μελικοκκιάς πρι να χρονιάσει η μάνα δεν την άφηνε, όμως να πλένει στο γιαλό την έστελνε. Η σύντα­ξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα.

Η Φρόσω πετούσε κάτω εκεί τη μαύρη σκέπη κι άφηνε να στράφτουνε στον ήλιο τα μαλλιά.

«Κι έφεγγε ο γιαλός κι έλαμπε ο τόπος»

Η σχολάρχαινα άκουσε πρώτη απόμακρα το νυχτερινό τρα­γούδι του πλουσιόπαιδου κι έτρεξε ν’ ανοίξει τα μάτια της χωριάτισσας. Μα ήταν αργά. Τ’ απόμερα της ποταμιάς είχαν προδώσει στη γειτονιά το μυστικό. Μια πολύτροπη γριά βάλθηκε γλήγορα να το σκεπάσει να μη βγει στο φως. Ωστόσο ψιθυρίστηκε και μέσα στην πόλη και το πλουσιόπαιδο χάθηκε κείθε ξαφνικά.

Η θεια κλείδωσε τη Φρόσω στο κατώγι. Της έκοψε τα μαλ­λιά, την ξιπόλυσε και περίμενε να ’ρθει ο πατέρας να της χαρακώσει και να της αλατίσει τα ψαχνά. Μόνο με δικό της δάρσιμο δεν έσβηνε η ντροπή.

Είναι αλήθεια πως αυτή δεν ήταν πρωτόλουβη στη γενιά. Δεν είχε ανάγκη να της το θυμίσει η σχολάρχαινα, που τώρα λυπότανε τη Φρόσω και γύρευε να μαλακώσει τη χωριάτισσα.

Η χωριάτισσα δεν ξέχασε πως κι η ίδια η Φρόσω παρά­στεκε κάτι περσότερο από πνεύμα την ώρα που ευλογούσε ο παπάς το γάμο των γονιών της. Ωστόσο η τωρινή περίσταση δεν είναι η ίδια. Ο Θώμος Κρανιάς είχε το φόβο πως, μ’ όλο το σόι του και το μαύρο το μουστάκι, ο δήμαρχος Φασίτσας δεν τον έκανε και τόσο χάζι για γαμπρό και γύρευε ν’ ασφαλιστεί. Δεν έγινε άφαντος. Και τέλος ο Θώμος Κρανιάς ήτανε το εγγόνι του προεστού Κρανιά, ο γιος του φαλαγγίτη ταγματάρχη, που είχε το κορμί σπαρμένο βόλια, τα δάχτυλα φαγωμένα από το μπαρούτι κι όχι αργασμένα από τα τυριά και βρόμικα από τις σαρδέλες, σαν τον πατέρα του ξεπλανευτή της Φρόσως.

Το τελευταίο αυτό αγριεύει περσότερο την καπετάνισσα. Να γινότανε η ντροπή στο σύνορό της ο άνομος δε γλίτωνε εύκολα. Μα εδώ στον ξένο τόπο τι μπορεί να κάνει; Η αργατιά του τόπου της ξέρει μονάχα να την παρακαλεί να στέλνει στον εισπράχτορα και στον ειρηνοδίκη. Εκείνοι, που είναι για να εκδικούνται τους αρχόντους τους, δεν αργατεύονται με το τσαπί, ούτε φυλάν κοπάδια· τα δεκατίζουνε μονάχα.

Η σχολάρχαινα κι η υπομοιραρχίνα πολεμούνε να την παρη­γορήσουν:

«Σαν έρθει ο Κρανιάς, θα λογαριαστεί σαν άρχοντας με τον παλιό μπακάλη».

Τέλος την κατάφεραν κι έβγαλε από το κατώγι την ανιψιά. Μα δεν της έβγαλε και τα κουρέλια από το κορμί, δεν της έδωσε ούτε τα ποδήματα, ούτε θέση στο τραπέζι.

Θέλει να το βλέπει ο κόσμος πως η αρχόντισσα δεν δέχεται την ατιμία. Έτσι τιμώρησε μια φορά την αδελφή της κι ο δή­μαρχος Φασίτσας. Για τη συχωρεμένη πέσανε τότες οι δικοί κι η οργή του πατέρα πράυνε κι έδωσε τέλος την ευχή του στο στεφάνωμα με το γιο του φαλαγγίτη ταγματάρχη.

Η Φρόσω ξέρει καλά πως η θεια θα ’τανε πιο πρόθυμη από το μακαρίτη τον παππού της να στρέξει σε παρόμοιο τέλος και στη δική της περίσταση, όμως ένα τέτοιο τέλος δεν της περνά στο νου μήτε σαν όνειρο. Νιώθει καλά πως το πλουσιόπαιδο χάθηκε για παντοτινά. Κοιτάζει μόνο πως να γλιτώσει από τη χωριάτισσα κι από το μικρό Γεσίλα, που άρχισε να αιστάνεται κι αυτός την προσβολή και να της τη φωνάζει, αν δεν τον προλάβει με μια κουταλιά γλυκό, μια φούχτα μύγδαλα ή ένα δίλεπτο κλεμμένο με καρδιοχτύπι από το κομπόδεμα της θειας. Και περιμένει τον πατέρα να ’ρθει να τη σκοτώσει, όπως τη φο­βερίζουν όλοι κάθε μέρα.

Όταν ήρθε τέλος μια λαμπρή στον πύργο του ο Θώμος Κρανιάς, η χωριάτισσα ξαφνίστηκε. Όχι μόνο δεν έβρισε και δεν έδειρε την κόρη του, μα την αγκάλιασε κιόλας εκεί που τον προσδέχτηκε κάτω στην αυλόπορτα.

Η χωριάτισσα περίμενε τον γαμπρό της να ’ρθει να τρίξει  δόντια και να σπάσει κόκαλα, να γυρέψει ακόμα λόγο κι από αυτή την ίδια πως έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη ντροπή να μπει στο σπίτι του. Και τώρα βλέπει μπροστά της έναν πατέρα αδιάφορο, έναν άρχοντα δίχως οργή και δίχως δίψα να εκδικη­θεί ένα γιο μπακάλη, που ατίμασε και καταφρόνεσε το σόι του.

Δεν ξέρει πως να το εξηγήσει. Του κάκου περιμένει να της κάμει λόγο πρώτα εκείνος. Περνούν οι μέρες κι ο Θώμος Κρανιάς σωπαίνει.

Η σχολάρχαινα πιστεύει πως θα ’χει στο νου του κάνα σκέδιο και δε θέλει να το φανερώσει.

«Δε μπορεί· μίλησε με τον πατέρα του παιδιού και του ’ταξε πως θα την πάρει κι ησύχασε». Είναι βέβαιη κι η υπομοιραρχίνα.

Μα η χωριάτισσα δεν ησυχάζει.

«Θα του πιάσω πρώτη εγώ κουβέντα»· αποφασίζει κάθε μέρα. Όμως η γλώσσα της δε λύνεται. Τόνε φέρνει αποδώ αποκεί του μιλεί για το αγόρι του που άρχισε να μπιρμπαντεύει, για τις μικρότερες που δε μαζεύουνται από τη γειτονιά. Από το σοκάκι της Φρόσως φοβάται να περάσει. Ο λόγος έρχεται στα χείλη της, όμως δε βγαίνει. Γιατί σα να μη θέλει να βγει κι από το νου της πως κι αυτή δεν έκαμε το χρέος της, δεν είχε τέσσερα τα μάτια στο θηλυκό της αδερφής της.

Κι έτσι περνούν οι μέρες. Ο γαμπρός της πάει κι έρχεται στον καφενέ κι η χωριάτισσα κλαίγεται στις φιλενάδες για την ξενοιασιά του.

Η Φρόσω, αντίς το θάνατο που πρόσμενε να της έρθει με τον πατέρα, αντίκρισε στην όψη του κάτι που το θαρρούσε χαμένο, αγύριστα. Η ζωή της σα να είχε σβήσει για παντοτινά θαμμένη μέσα στο κατώγι και στη μαύρη σκέπη, που φορεί ακόμα από το θάνατο της μάνας· από κάτω της δεν έκρυψε μονάχα τα κομμένα μαλλιά και τα στεγνωμένα μάγουλα, μα και κάθε χαρά και γέλιο.

Και τώρα ξαφνικά ο πατέρας της φέρνει έν’ απόλαμπο ιλαρό κι ανέλπιστο. Το χαμόγελο που έχει πάντα στα χείλη του γι’ αυτή, το μάτι του, που πέφτει απάνω της γεμάτο αγάπη, κάνουν και τα δικά της χείλη να γελάσουνε μια στιγμή κι η λα­λιά της σα να βρίσκει στο πλευρό του έν’  απόφωνο από τον παλιόν αχό της.

Ξαφνίζεται από αυτό κι η ίδια. Σιγά σιγά θαρρεί κι αρχίζει να ξαναζεί. Στην ψυχή της ανοίγεται μια αγάπη απέραντη, πιο απέραντη από τη θλίψη της κι ωστόσο της φαίνεται πολύ μικρή, πολύ στενή να κλείσει μέσα τον πατέρα. Τα μάτια του θέλει να βλέπει πάντα, τη φωνή του θέλει ν’ ακούει πάντα. Την αυγή τον περιμένει με καρδιοχτύπι να ξυπνήσει, το μεσημέρι λαχταρά πότε ν’ ακούσει το πάτημα του στην αυλόπορτα, το δειλινό σαν να ξαναγνωρίζει την άνοιξη ένα γύρο του στον κήπο. Μαζί του ήθελε να ’ναι όλη την ώρα, να τρέχει πάντα πίσω του, σα να ξανάγινε μικρό παιδί.

Ωστόσο κάτι την κρατά, κάτι τη φοβίζει να μείνει μαζί του μοναχή. Πίσω από το γέλιο του, από το βλέμμα το γεμάτο αγάπη σα να σηκώνεται ένα σύννεφο από έννοια κι από θλίψη, ένα σύννεφο που μόνο αυτή το βλέπει και το φαντάζεται πως είναι ο αχνός της πίκρας, που του στάλαξε στην καρδιά η ντροπή κι η μοίρα της κι έτσι η ευτυχία, που αιστάνεται στο πλάγι του, θολώνεται κι αυτή. Για να σκορπίσει αυτό το σύννεφο από το μέτωπό του ένας τρόπος είναι μόνο, εκείνος που θα ημέρωνε και τη θεια, θα ησύχαζε τον κόσμο και θα ξανάδινε κι αυτής της ίδιας την τιμή και τη ζωή. Μα το γνωρίζει, αυτό είν’ αδύ­νατο.

Και σωριάζεται στην πόρτα του κατωγιού και κλαίει πιο πολύ για τον πατέρα παρά για τον εαυτό της.

Η θεια ετοιμαζότανε να πάει στην εκκλησιά. Ήτανε μεγάλο Σάββατο κι η Φρόσω θα σφουγγάριζε τον πύργο.

– Τι στέκισι, τι μιρμιρί’ εις; Πάει η ώρα γιόμα, γκρίνιαξε η χωριάτισσα, όταν είδε την ανιψιά να τρίβει ξέκαρδα το πάτωμα.

Η Φρόσω φοβότανε μην ξυπνήσει τον πατέρα, που κοι­μόταν ακόμα στην άλλη κάμαρα, και δεν έβαζε δύναμη στο πόδι.

– Σκρόφα, θα μι κουλά’ εις. Του ξέρ’ ς, θα μιταλάβου σήμιρα, ξαναφώναξε η θεια βλέποντας πως η Φρόσω δεν άκουε το λόγο της· συντάρχα, σου ’πα· πάρ’ τα ξιρά σ’.

Ήθελε να γίνεται ο λόγος της δίχως αντιλογία κι άργητα, όταν κιόλας εκείνος που προσταζόταν ήταν η Φρόσω.

Μα η Φρόσω επίμενε να τρίβει σιγαλά κι αργά, χωρίς να λέει την αφορμή. Γνώριζε πως η θεια δεν έβλεπε με καλό μάτι τα συμπόνια της με τον πατέρα.

Η χωριάτισσα άναψε:

– Τήρα η στρίγκλα, δε γρικάει!

Ήξερε πως σαν καλή χριστιανή δεν έφτανε να μη βάλει τί­ποτε στο στόμα της σήμερα πριν πάει να κοινωνήσει έπρεπε κιόλας να μη βγάλει λόγο κακό από αυτό. Μα η Φρόσω την είχε φουρκίσει κι η κοινωνία της πήγαινε χαμένη.

– Κιφάλι αγύρ’ γου· σ’ έβαλ’ ου τρισκατάρατους να μ’ αλ’ κουτή’ εις; Η οργή της άναψε περσότερο και το χέρι της, γυμνασμένο καθώς ήτανε, ξάμωσε να χτυπήσει.

Η Φρόσω κάνοντας να φυλαχτεί γλίστρησε στο βρεμένο πάτωμα κι έπεσε χάμω. Μα με το γλίστρημα ένα ξεσκίδι από τη σκούπα, όπου πατούσε, της τρύπησε τη φτέρνα.

– Φρόσω, Φρόσω!, ακούστηκε άξαφνα από μέσα η φωνή του Θώμου Κρανιά.

Η χωριάτισσα έφυγε σωριάζοντας κατάρες κι η Φρόσω ση­κώθηκε και χύμηξε στην πόρτα, απ’ όπου πίσωθε έκραζε ο πατέρας.

– Παιδί μου, είπε ο Θώμος Κρανιάς ανασηκωμένος στο κρεβάτι με τα μάτια θαμπωμένα από τον ύπνο.

Η όψη της κόρης του, όπως στάθηκε μπροστά του βρεμένη, πονεμένη, κίτρινη τόνε φόβισε.

– Τι έπαθες; τι κλαις; είπε ξανά κι άπλωσε τα χέρια.

Η Φρόσω σκέπασε με τα δικά της το πρόσωπο κι έπεσε στην αγκαλιά του.

– Πες μου, τι κλαις;

Και γύρεψε ο πατέρας να της πάρει τα χέρια από το πρόσωπο.

Μα η Φρόσω τα ’σφιγγε πιο δυνατά· σωριασμένη απάνω του άφησε λεύτερα μόνο τ’ αναφιλητά της. Ο πατέρας τα ’χασε.

– Παιδί μου, τι έχεις; μουρμούριζε και πολεμούσε ν’ ανα­σηκώσει το κεφάλι της.

Μια στιγμή το μπόρεσε με κόπο και κόρη και πατέρας αντικριστήκανε στο φως που έριχνε ο ήλιος μέσα στην κάμαρα από μια σκισμάδα του παραθυριού.

Ο πατέρας έκαμε να της φιλήσει το μέτωπο, μα η Φρόσω σα να μη βάσταξε το βλέμμα του ξανάκρυψε στην αγκαλιά του το πρόσωπο και τ αναφιλητά της ξαναπνίξανε το στήθος.

– Πατέρα μου, συμπάθα με, συμπάθα με, της λύθηκε τέλος η φωνή τη στιγμή που τα χείλη του πατέρα ακουμπούσανε στα μαλλιά της.

Ο πατέρας δεν πρόσμενε το λόγο. Ξυπνημένος πριν απάνω σε ήσυχο όνειρο από τις φωνές της χωριάτισσας, έκραξε τ’ όνομα της κόρης του σαν απ’ ορμή ασυναίσθητη. Κατάλαβε ποιόνε μαρτύρευε η χωριάτισσα και τόνε φώναξε να τον παρηγορήσει.

Και τώρα της κόρης του τα λόγια του θυμίσαν άξαφνα πως είχε γονατιστή μπροστά του μια μετανοιωμένη αμαρτωλή. Η καρδιά του αποσυντρίφτηκε:

– Ό,τ’ έγινε έγινε· λησμόνα το, μουρμούρισε σκυμμένος απάνω στο κεφάλι της, μην έχοντας πια τη δύναμη να το σηκώσει.

Η Φρόσω μια κι η καρδιά της άνοιξε, μια και ξεστόμισε το λόγο που της βάραινε τα στήθη, ήθελε να χύσει μέσα στην πατρική αγκαλιά και τη στερνή σταλιά του πόνου της.

– Λησμόνα το, λησμόνα το, ξαναμουρμούρισε ο πατέρας χαδεύοντας το κεφάλι της·

Κι η κόρη του αυτό ήθελε· να λησμονήσει ό,τι έγινε. Με τα ξεσκίδια της παλιάς ζωής να πλέξει μια καινούργια ήσυχη και ταπεινή στην άκρη της, πλημμυρισμένη από την αγάπη και την αφοσίωση στον πατέρα, τριγυρισμένη από τη λησμονιά της αμαρτίας, φωτισμένη από μιαν αχτίδα συχώρεσης κι ελεη­μοσύνης. Τη λησμονιά και τη συμπόνεση λαχτάριζε η ψυχή της και φιλούσε και πότιζε με δάκρυα τα χέρια που τη σκουπίζανε.

Άξαφνα όμως άκουσε μια φωνή που έκραξε τ’ όνομά της. Μια στιγμή νόμισε πως ερχότανε από τα τρομαγμένα σπλάχνα της. Μα όταν την ξανάκουσε, τη γνώρισε καλά· Σα να ξύπνησε μεμιάς απ’ όνειρο, πετάχτηκε και θέλησε να τρέξει προς τη φωνή. Όμως δεν μπόρεσε. Μια κεντιά στην πληγωμένη φτέρνα την κάρφωσε στον τόπο της.

– Πατέρα, πάρε με μαζί σου, δε βεστάω άλλο δω, φώναξε και του αγκάλιασε τα γόνατα και πάλι με αναφιλητά.

Ο πατέρας την ξανάσφιξε στο στήθος.

– Σώπα, παιδί μου, σώπα, μουρμούρισε πολεμώντας να την ησυχάσει.

– Πατέρα, πάρε με, θα πεθάνω δω μέσα, ξαναπαρακάλεσε πνιγμένα η Φρόσω.

– Που είναι τ’ νε η θιόβριτ’; Μουρή, μουρή!, ακούστηκε πάλι η φωνή της χωριάτισσας τώρα κοντύτερα, από την πόρτα της άλλης κάμαρας.

Κι έτσι ο πατέρας δεν πρόφτασε ν’ αποκριθεί…

… … … … …

Η Φρόσω ξανάπιασε το σφουγγάρισμα κουτσαίνοντας κι ο Θώμος Κρανιάς κατέβηκε ύστερα από λίγο με συννεφιασμένο πρόσωπο στον καφενέ.

Η σιγόντα όμως, που βρήκε κει στο πικέτο, τον έφερε το μεσημέρι πάλι γελούμενο στην κούλια. Κι η Φρόσω ξέχασε κι αυτή τον πόνο στην όψη του πατέρα.

Ο Θώμος Κρανιάς είχε ξεχωριστή αγάπη στη μεγάλη κόρη του από τον καιρό που ήτανε μικρή κι όταν έμαθε το πάθημά της η ψυχή του πόνεσε βαθιά. Κι η ντροπή, που του έγινε στο σπίτι, δεν του πλήγωσε λιγότερο και τη φιλοτιμία.

Το πρώτο που σκέφτηκε ήτανε να τρέξει να βιάσει τον ατιμαστή να διορθώσει το κακό. Μα η πράξη δεν είν’ εύκολη σαν το στοχασμό. Ο Θώμος Κρανιάς το γνώριζε κι αυτού ξεχώριζε από τη γυναικαδέρφη του. Οι φούριες δεν του αρέσανε κι ήξερε πως στην περίσταση αυτή η βία κι οι φοβέρες δεν πιάνουν τόπο. Πρώτα έλειπε ο άνθρωπος που θα τις έκανε. Νταλματζήδες και τσολιάδες είχανε τα βουνά του τόπου του, άλλο καλό· μα ποιος θα πήγαινε να τους εύρισκε; Ή λες θα τους έστελνε ο ξάδερφός του; Εκείνος από τον καιρό που καταργηθήκανε τα επαρχεία και δεν μπορούσε να τον έχει πια στην πόλη κοντά στον ποταμό, ούτε τόνε νοιάζεται άλλο· τον άφησε γραμματικό εκεί στο λασπότοπο της Θεσσαλίας.

Το μέτρησε λοιπόν το πράμα έτσι κι αλλιώς κι είδε πως δεν του μένει άλλο απ’ τον καλό τον τρόπο. Ο πρώτος στοχασμός του ήτανε πάλι να ’ρθει στον πύργο μόνος του και με όλη τη ντροπή που του ερχόταν από τον κόσμο κι από τους φίλους του στην πόλη, θα το αποφάσιζε, αν η γυναικαδέρφη του δεν έβγαινε στο μεταξύ με την απαίτηση να ’ρθει να πάρει τα παιδιά ή του­λάχιστο μόνο τη ντροπιασμένη.

Αυτού τα έμπλεξε ο Θώμος Κρανιάς. Αυτό δεν ήτανε δυνατό να γίνει· με κανέναν τρόπο. Γιατί; Ίσια ίσια το γιατί αυτό ήθελε να ξεφύγει. Ανάθεμα μόνο την ώρα, που αποφάσισε να χωριστεί από τη μακαρίτισσα, έλεγε με πόνο μέσα του, και για να μην πονοκεφαλά να βρίσκει αφορμές, έγραψε πως θα ’ρθει αμέσως όταν του δώσει άδεια η υπηρεσία. Για ν’ αναπάψει όμως και τη συνείδησή του, έπιασε κι έγραψε και του πατέρα του νέου, που απάτησε την κόρη του, ένα γράμμα γεμάτο αρχοντική αξιοπρέπεια και πατρικό θυμό. Δεν του άφηνε κανένα δισταγμό πως από μέρος του θαρρούσε το συνοικέσιο σαν τελειωμένο. Ο παραλής μπακάλης, πάλι, αξιόπρεπος το ίδιο, δεν άργησε να τόνε βεβαιώσει με μια σύντομη απόκριση πως είναι και κείνος αγαναχτισμένος άλλο τόσο με την πράξη του γιου του και πως του μήνυσε να τρέξει να τη διορθώσει. Έτσι αλλαχτήκανε δυο τρία γράμματα ευγενικά και φιλικά και το πράμα έμεινε να μιληθεί προφορικά όταν ανταμώσουνε με το καλό. Μα μια από το φόβο μην η γυναικαδέρφη του ξαναβγεί με την απαίτηση να πάρει τα ορφανά μαζί του, μια γιατί δεν είχε στο χέρι πάντα τα έξοδα, το ταξίδι έμενε όλο και για παραπέρα. Κι αποφα­σίστηκε να γίνει τη λαμπρή αυτή, όταν περισσέψανε κάτι ψιλά από μια περιοδεία κι όταν πια νόμιζε πως στον πύργο κρύωσε το πράμα και πως η χωριάτισσα συνήθισε με την καινούργια κατάσταση.

Κι έτσι έγινε κιόλας· η χωριάτισσα δεν τόνε στενοχώρησε, όσο κι αν τρωγότανε και θύμωνε μαζί του μέσα της. Ο παραλής μπακάλης πάλι, όταν τον είδε που ήρθε, θυμήθηκε λαμπριά­τικα κάποιους παλιούς χρεοφειλέτες του ένα γύρο στα χωριά και χάθηκε από την πόλη. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς πίστεψε πως θα φάει μ’ ησυχία το αρνί στην κούλια του, θα θυμηθεί με συντριμμένη καρδιά τη μακαρίτισσα και με αναπαμένη τη συνείδηση πως ξεπλήρωσε το πατρικό χρέος του στα ορφανά, θα ξαναγυρίσει στ’ άλλα του καθήκοντα στο λασπότοπο, όπου τον άφησε ο ξάδερφος του να κολλήσει.

Και τώρα βρήκε ξαφνικά τον κόμπο εκεί που δεν τον πρόσμε­νε και κει που του πονούσε αληθινά. Η μαραμένη όψη της κό­ρης του, θαμμένη μες τη μαύρη φορεσιά, του τρύπησε την καρ­διά μόλις την είδε που τον προσδέχτηκε δειλά, ταπεινωμένα στην αυλόπορτα του πύργου, η τραχιά ζωή της έπειτα εκεί μέσα, που του έπεφτε στα μάτια όσο κι αν το απόφευγε, του ξυπνήσανε στην ψυχή μαζί με τη συμπόνεση και κάποιο βάρος.

Αυτό μαζευότανε στο σύννεφο, που η Φρόσω έβλεπε στο μέ­τωπό του κι έριχνε την αφορμή όλη στον εαυτό της. Ο Θώμος Κρανιάς την ώρα που η κόρη του γονατιστή μπροστά του γύ­ρευε με δάκρυα να τη συμπαθήσει, δεν ένιωθε μόνο τον πόνο του πατέρα για ένα δυστυχισμένο τέκνο, μα κάτι πιο πολύ, κάτι που η κόρη του δεν το φανταζότανε. Αιστανότανε βαθιά πως κι αυτός ο ίδιος έπρεπε να γονατίσει μπροστά σε κάποιον ίσκιο και να του γυρέψει συχώρεση. Κάπως θολό ήταν αυτό το αίστημα, αξεδιάλυτο κι ομιχλιασμένο· του Θώμου Κρανιά δεν του πολυάρεσε ν’ αντικρίζεται κατάματα και με τους άλλους και με τον εαυτό του. Ήτανε το φυσικό του τέτοιο. Μόνο η συχωρεμένη που το γνώριζε καλά, μόνο η κυρα-Θώμαινα, αν ίσως ζούσε τώρα, θα μυριζόταν από την πρώτη στιγμή που πάτησε στο σπίτι ο άντρας της, τι πολεμά να σωπάσει μέσα του κι αυτός και ποιες αδυναμίες της γενιάς του ξυπνήσανε μακριά της. Όσο κι αν τις θαρρούσε φυσικές αυτές κι ο ίδιος, όσο κι αν δεν έκανε ποτέ του δοκιμή να τις νικήσει, πάντα η ψυχή του σήκωνε μιαν αδύνατη ανταρσία. Μα η ίδια πάλι ξανά­βρισκε μέσα της τη δύναμη και την έπνιγε. Γι’ αυτό δεν αγα­πούσε ο Θώμος Κρανιάς ν’ αντικρίζεται κατάματα με την ψυχή του· το αντίκρισμα θρέφει τον πόλεμο· η λησμονιά μόνο τον πνίγει. Και τη στιγμή που γύρευε να την απλώσει στη θύμηση της κόρης του, σα να ήθελε να ρίξει λίγες δίπλες της και στη δική του θύμηση. Πολλά είχε κι ήθελε να ξεχάσει κι αυτός και πρώτα πρώτα τη δυστυχία της κόρης του. Πριν του το ξεστομίσει εκείνη, το αισθάνθηκε μονάχος του πως είχε χρέος να τη λύτρωνε τουλάχιστο από τη σκληρή ζωή που έκανε στην κούλια. Πάντα όταν έπεφτε το μάτι του απάνω της, η έννοια αυτή του πρόβαλε στο νου. Κι η καρδιά του μέσα έκλαιγε. Μα – «ανάθεμα την ώρα που αποφάσισε να χωριστεί από τη συ­χωρεμένη» – αναστέναζε πάλι από βαθιά και ξεθύμαινε. Ό,τι αιστανότανε ο Θώμος Κρανιάς για μια στιγμή, το αιστανότανε με τα σωστά, για να το λησμονήσει με την ίδια ειλικρίνεια έπειτ’ από λίγο.

Έτσι και τώρα, ύστερ’ από τη συγκίνηση που του δώσανε τα κλάματα της κόρης του, τον είδε κείνη να γυρίζει το μεσημέρι γελαστός. Όμοια, ανάμεσα έννοιας και χαράς περάσανε κι οι άλλες μέρες που έμεινε κοντά στη φαμελιά του. Ας έχει δόξα ο θεός, οι φίλοι του στην πόλη περισσεύανε κι έτσι μπο­ρούσε να περνά τις περισσότερες ώρες έξω από την κούλια. Εκείνο που ζητούσε να ξεφύγει πρώτα και κύρια ήτανε το να μείνει πάλι μόνος με την κόρη του. Μέσα η ψυχή του λαχταρούσε να τη σφίξει άλλη μια φορά στα στήθη του, να της φιλή­σει τα μαραγκιασμένα μάγουλα, να την παρηγορήσει· μα η φωνή της, «πατέρα πάρε με μαζί σου» τον τρόμαζε κι έφευγε όσο μπορούσε πιο πρωί από το σπίτι, για τον καφενέ, όσο που έφυγε μιαν αυγή θαμπότερα για τη λασπόπολη της Θεσσαλίας.

– Σαν ξένος ήρθε και σαν ξένος έφυγε, μουρμούρισε η χωριάτισσα και σταυροκοπήθηκε από πίσω του.

Κρύα και θλιβερή του έσφιξε η Φρόσω και του φίλησε το χέρι κάτω στην αυλόπορτα που τον προβόδισε.

Και ρωτούσε μέσα της: «Τι έπαθε; Πως άλλαξε μεμιάς;» Η αλλαγή του πατέρα ύστερ’ από το ξέσπασμά της στην αγκαλιά του δεν της ξέφυγε. Ναι, μήτε ο λόγος ο γλυκός γι’ αυτή, μήτε το συμπόνεμα έλειψε από την όψη του, μ’ από τ’ άλλο μέρος το έδειχνε ολοφάνερα πως απόφευγε να μείνει μοναχός μαζί της. Με τη συχώρεση, που του ζήτησε ολόψυχα, η Φρόσω αιστανότανε να τίναξε το πιο μεγάλο βάρος από μέσα της και πρόσμενε να ξαλαφρώσει μ’ αυτό λιγάκι και τη δική του καρδιά. Πως τη συχώρεσε, πως ο πατρικός της πόνος νίκησε μέσα του την προσβαλμένη τιμή και το ντροπιασμένο σόι, που κάνανε τη θεια ανεξιλέωτη μαζί της, το νόησε από τον τρόπο που την έσφιξε στην αγκαλιά του, από το φιλί του κι από το λόγο που της είπε να λησμονήσει ό,τι έγινε. Πως δεν της είχε μίσος μέσα του, όπως φοβόταν πριν, το είδε ως την τελευταία στιγμή που έφυγε.

Κι όμως τις ύστερες μέρες, έπειτ’ από το πρωί που έκλαψε στην αγκαλιά του, δεν ήταν πια ο ίδιος ο πατέρας. Δε γελιόταν, όχι. Μια στενοχώρια δοκίμαζε κοντά της κι η όψη του έγινε πιο θλιβερή και πιο νοιασμένη. Έννοια ήτανε κι όχι ξενοιασιά, όπως το νόμιζε η χωριάτισσα. Όχι· ο πατέρας δεν ήταν αδιά­φορος γι’ αυτή· η πονετική ματιά, που της έριχνε, της άνοιγε το μέσα του. Κατιτίς άλλο θα τόνε στενοχωρούσε. Κι αυτό τη βασάνιζε.

Τι να ’τανε τάχα; Να ’τανε γιατί του γύρεψε να την πάρει μαζί του κι αυτό του ήταν αδύνατο κι αυτό τον έκανε να λυπάται, και την απόφευγε μην έχοντας τι να της πει; Γιατί βέβαια δεν ήθελε να της πει το λόγο ξάστερα, να της φανερώσει πως η ατιμία της του είναι ντροπή και στον ξένο τόπο.

Με τη σκέψη αυτή βυθίζεται βαθύτερα στη θλίψη της και πόνο και κλαίει τον πατέρα για το κακό που του έκαμε. Αυτή, αυτή είναι η αφορμή σε όλα. Η χωριάτισσα έχει δίκιο να την καταριέται και να την τυραννεί.

Η νυχτιά, που είχε φανεί μια στιγμή πως έπαιρνε να ξεθαμπώσει, έπεσε ξανά πιο μαύρη και την έζωσε.

Όμως όσο κι αν αιστάνεται πως είναι όλο το φταίξιμο δικό της, όσο κι αν ρίχνει δίκιο της χωριάτισσας, που της φέρνεται τόσο σκληρά, δεν μπορεί να πνίξει μέσα της έν’ άλλο αίστημα. Γεννιέται μόνο του μ’ όλον τον πόλεμο που θέλει να του κάμει ο στοχασμός της. Βλέπει τον εαυτό της παρατημένο από θεούς κι ανθρώπους. Κι έρχουνται στιγμές που η ψυχή της αγριεύει κι ανταριάζεται και δειλά δειλά σα να γυρεύει κάποιο δίκιο, που δεν το λογαριάζει κανένας γύρω της, που κι η ίδια κιόλας δεν είναι βέβαιη αν είναι αλήθεια δίκιο. Αν έφταιξε, αν ανόμησε και βύθισε στη δυστυχία και στη ντροπή τους άλλους, μα δεν είναι κι η ίδια αυτή περσότερο δυστυχισμένη; Αυτή δεν την αδίκησε κανένας; Κανένας δεν το συλλογίζεται αυτό, μα όλοι την πνιγούνε στο ανάθεμα. Και στο τέλος ποιο είναι το μεγάλο κρίμα της, το άλυτο και το ασυμπάθιστο, που πρέπει να το σέρνει σ’ όλη τη ζωή; Τι έκαμε; Και πως το έκαμε ακόμα, καλά δεν το ξέρει και μόνη της· σα σ’ όνειρο, σα σε μεθύσι σύρ­θηκε σ’ αυτό. Ας λέει η θεία ό,τι θέλει για την ξετσιπωσιά και το κακό της αίμα, ας λέει ο κόσμος ό,τι θέλει για τα δό­κανα που βάλθηκε να στήσει κι έπεσε η ίδια μέσα· αυτή, ο θεός το ξέρει, κακό σκοπό δεν έβαλε στο νου. Τα πλούτη του αγαπητικού δεν τα λογάριασε ολότελα, ούτε και τα ήξερε την πρώτη αρχή, όταν τον αντίκρισε κάτω από το μπαλκόνι του επαρχείου ένα δειλινό. Τα μάτια του είδε μόνο που την κοιτάζανε παράξενα, τα μάγουλά της θυμάται που ξανάψανε και το γιασεμί που μοσχοβολούσε από την αυλή. Τίποτες άλλο, τί­ποτες άλλο. Τα πλούτη η μάνα της τα θύμισε κατόπι εκείνη της πρωτάνοιξε τα μάτια στο ισοφάρισμά τους με το φτωχό σόι του Κρανιά. Κι αλήθεια τη συμβούλεψε, τη φοβέριξε, την έδειρε κιόλας, μ’ από τ’ άλλο μέρος της έβαλε και το πρώτο κοκκινάδι στα μάγουλα, της έκοψε τα πρώτα σγουρά στο μέ­τωπο και τη μάλωσε να μη βγει άλλη φορά όξω στο μπαλκόνι αχτένιστη κι ανάλλαγη, όπως συγύριζε το σπίτι. Αυτή στην αρχή πετιότανε κει, σα μάντευε το πέρασμα του νιου, δίχως να το θέλει, δίχως να το νιώθει. Ύστερα βέβαια άλλαξε κι αυτή, χόρεψε όπως της λαλούσαν όλοι γύρω της, όπως τη δασκαλεύανε προεστές και φιλενάδες, ύστερα ξύπνησε μέσα της κι αυτής η φυσική έννοια, που έχει κάθε κόρη δίχως προίκα, πως να σιγουρευτεί. Και σιγουρεύτηκε καλά. Αν σιγουρευό­ταν αλλιώτικα, αν το δόκανο έπιανε τα πλούτη, τότε θα ’ταν όλα καλά καμωμένα, όλοι θα της κάναν τόπο να περάσει. Τώρα όμως!…

Από τα παράθυρα του πύργου η θέα ανοιγότανε στον ποτα­μό. Η ματιά της Φρόσως πέφτει στα νερά του που αστράφτανε φεγγερά στον ήλιο ή θαμπίζανε μολυβένια στη συννε­φιά· και τη νύχτα αυτιάζεται το βόγκο τους. Ο δρόμος ως εκεί δεν ήτανε μακρύς. Μα η Φρόσω δεν τολμούσε να τον πά­ρει. Η όψη του πατέρα έβγαινε πάντα μπροστά της, το πονε­τικό γέλιο του, η ματιά η γεμάτη αγάπη. Τρόμαζε μήπως τα ’παιρνε κι αυτά μαζί της.

Οι φιλενάδες δεν παύουνε να ’ρχουνται να συντροφεύουν τη χωριάτισσα κι η ομιλία γυρίζει πάντα στην ξενοιασιά που δείχνει για το σπίτι του ο Κρανιάς.

Η δημαρχίνα ξαφνίζεται κι αυτή πως το ’καμ’ έτσι ο έπαρχος

– Έπρεπε ν αναγκάσει τον παλιομπακάλη!

– Ή να ’παιρνε κάνε μαζί του την κοπέλα, να την κουκου­λώσει εκεί με κάποιον άλλον.

– Όχι, δεν είν’ από καλό του του κυρ-Θώμου, λέει η σχολάρχαινα: Όσο έζ’ γε η σχωρεμέν’ η Θώμαινα δεν ήταν έτσι.

Κι αυτό π’λές πως τσουρούτιψε κι τα λεπτά.

– Κι τάχατις πως τα στ’λε κι χάθ’ κανε στου δρόμου!

Η δημαρχίνα ησυχάζει τη χωριάτισσα πως θα βάλει αυτή τον άντρα της να γράψει του Κρανιά.

– Τι τουν κάνι τόσου μιστό, θιαμαίνουμι! Να τουν ήξιρα κάνε πως πίνι!

– Τα χαρτιά τουν τρώνε.

Η χωριάτισσα αναστενάζει:

— Χαμένου το ’χου. Είναι μυστήριου μ’ αυτόν τουν άνθρωπου.

– Μυστήριου, μυστήριου αλήθεια, μουρμουρίζουν όλες. Και το μυστήριο δε θα λυνότανε ποιος το ξέρει ως πότε, αν άξαφνα ένα σούρουπο χινοπωριάτικο δεν ξεκάμπιζε στον πύργο του ο Θώμος Κρανιάς με την πάψη πάλι στην τσέπη και μ’ ένα κοριτσάκι δυο χρονών στην αγκαλιά.

Είπε πως ήταν ορφανό της πλύστρας του. Πέθανε τώρα κοντά η μάνα του και το λυπήθηκε να το άφηνε στους πέντε δρόμους. Ένα κομμάτι ψωμί θα περισσέψει στην κούλια και γι’ αυτό.

Στο πρώτο το λυπήθηκε κι η γυναικαδέρφη του και δε ρώ­τησε περσότερα. Κι ίσως θα ησύχαζε με όσα έμαθε αν ησυχάζανε κι οι φιλενάδες κι ο κόσμος γύρω της. Μα ο κόσμος νοιώθει το χρέος να βγάζει πάντα την αλήθεια στο φως και τη φορά αυτή εδώ στην πόλη είχαν το φόβο πως δεν τη λέει ολάκερη ο πρώην έπαρχός τους.

Η χωριάτισσα έπρεπε λοιπόν να βγάλει την αλήθεια. Αν μια φορά δεν άνοιξε το στόμα μπρος τον αδιάφορο πατέρα, όταν η Φρόσω ντρόπιασε τη γενιά, τότε το πράμα είχε κάποιον κόμπο και γι’ αυτή. Τώρα όμως η συνείδησή της είναι καθαρή, τώρα δεν έχει φόβο ν’ αντικριστεί με το γαμπρό της, όλο το δίκιο είναι με το μέρος της.

Έτσι άρχισε η γκρίνια. Ο Θώμος Κρανιάς έχει τον τρόπο να την ξεφεύγει και να την ξεχνά όλη την ημέρα στον καφενέ. Μα δεν μπορεί να ξενυχτά κιόλας εκεί. Είτε αργά είτε γλήγορα έρχεται το βράδυ, άμα κοιμηθούνε τα παιδιά στην άλλη κάμαρα, η γλώσσα της χωριάτισσας λύνεται κοντά στο τζάκι, οπού κάθεται και πλέκει το τσουράπι της.

– Δε σο ’φταν’ η μια ντροπή! Βάλθ’ κις να πουριζιλέψις του σόι σ’. Πώς έχ’ς μούτρα κι παρουσιάζισι στουν κόσμο; Έχασις ντιπ του ίρτς’ σ;

Ο Θώμος Κρανιάς σώπαινε.

– Γέρουντας άνθρουπους! Κακά γραφτά. Τ’ είχα να ιδού!

Ο Κρανιάς γύριζε το ποτήρι του να ζεσταθεί κι από το άλλο πλευρό κι η χωριάτισσα του ξαναθυμούσε μ’ άλλα λόγια τη ντροπή, τα χρόνια του, το σόι, την αδερφή της και τον κόσμο.

– Σαν παίρνεις στο κοντό τι λέει ο κόσμος! μουρμούριζε ήσυχα ο Θώμος Κρανιάς και ρουφούσε από το ποτήρι.

– Δε μ’ χρειάζιτι να πάρου τουν κόσμου στου κουντό· τ’ν έχουμε μπρουστά μ’ – ιδώ π’τ’νε κι βάλ’ σις μέσα στα θηλυκά σ’.

Ο Θώμος Κρανιάς γυρνούσε από το άλλο πλευρό.

– Έγνοια σ’ κι θα ιδείς. Κι οι άλλες οι δυο του δρόμου τς χαϊδιμένη σ’ θα πάρ’νε. Κι η δεύτιρ’ στα νύχια στέκιτι· οι αργουλάβ’ έζουσανε τ’ν κούλια. Μαύρα μ’ κι άλαλα· τι μ’ είχε πες η μοίρα μ’ να ιδού!

Ο Θώμος Κρανιάς συνηθισμένος από το νανούρισμα έκλεινε τα μάτια. Το πολύ να μουρμούριζε κάποτε πριν αποκοιμηθεί:

– Δε βαρέθ’ κες; δεν απόστασε το στόμο σ’;

Η Φρόσω έμπαινε σιγά από τη μέσα κάμαρα, σκέπαζε τον πατέρα κι έπεφτε κι αυτή φοβισμένα στην άκρη της. Ήξερε πως με το πρωινό νυχτέρι θα ερχότανε η δική της σειρά. Η χαρά της θειας ήτανε να γκρινιάζει κι η απόλαψή της να τσιμπά και να χτυπά.

Με το μακαρίτη τον άντρας της, το λοχαγό, δεν έζησε πολύν καιρό μαζί, ώστε να ξεθυμάνουν τα στέρφα νεύρα της. Σαν έλειπε κείνος, τρωγότανε με την ψυχοπαίδα της. Ένα δυο χρόνια πριν πεθάνει, που τον είχε κοντά της απόστρατο, δοκί­μασε και μαζί του το ίδιο σύστημα, μα πολύ γλήγορα τα βρήκε στενά. Στη διοίκηση του μεταβατικού, όπου πέρασε την περ­σότερη ζωή του ο λοχαγός Παπαδογούλης, είχε γνωρίσει τη δύναμη του βούρδουλα. Τον κρέμασε λοιπόν απάνω από το κρεβάτι, κάτω από το κόνισμα και δίπλα στη στεφανοθήκη κι έτσι η λιγοστή ζωή, που του άφησε ο θεός στα τελευταία να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του, πέρασε μέλι και γάλα.

Μα με το γαμπρό άλλαζε το πράμα. Η ίδια φωνή, που κοί­μιζε το Θώμο Κρανιά το βράδυ, τον ξυπνούσε και το πρωί. Τόσο συνήθισε στην γκρίνια της χωριάτισσας, που αν έλειπε κανένα πρωί, ήτανε σα ν’ άλλαζε το σύστημα, σα ν’ άλλαζε το δρόμο της κι η ίδια η ζωή. Ο Θώμος Κρανιάς ήτανε της συνή­θειας άνθρωπος. Τα χωρατά ύστερα με τους φίλους στον καφενέ και κατόπι τα ρακιά ένα γύρο στα μπακάλικα δε θα ’χαν τη συνηθισμένη χάρη τους. Αν κάποτε θλιβόταν από την γκρί­νια της γυναικαδέρφης, θλιβότανε περσότερο για τη Φρόσω. Συχνά εκεί που σκότωνε την ώρα όξω από τον πύργο, τη συλ­λογιζότανε να τη βασανίζει εκεί η χωριάτισσα κι έχανε μια στιγμή την όρεξη. Μα όσο δεν μπορούσε να της δώσει την παραμικρή βοήθεια, πολεμούσε να το ξεχνά. Κι έλπιζε μόνο στον καιρό· αυτός μόνο θα ’κανε να ξεχαστεί το πράμα. Η δημαρχίνα ωστόσο κι η σχολάρχαινα κι η υπομοιραρχίνα βοηθούσαν και κέν­τριζαν τη χωριάτισσα στον αγώνα της για την τιμή της κούλιας.

Ο υπομοίραρχος κάτ’ είχε ακουστά.

– Κι ο σχολάρχης, μα δεν το ’λεγε για να μη βάλει διαντρεχές.

– Να μη ντραπεί κάνε τον κόσμο να τη φέρει σπίτι του.

– Δεν έπρεπε να την παραδεχτείς στην κούλια!

– Φοβέριξε πως θα φύγεις και βλέπεις πως τη διώχνει στη στιγμή. Θα τη στοχαστεί τη σύνταξή σου!

Συμβουλεύανε τη χωριάτισσα. Και για φοβέρα το πρωτοξεστόμισε του γαμπρού της κι αυτή.

Ο Θώμος Κρανιάς δεν το πίστεψε και ξακολουθούσε να σωπαίνει.

Η χωριάτισσα ήταν αδύνατο να κρατηθεί άλλο. Και πιο πολύ όταν έβλεπε πως οι φοβέρες της δεν πιάναν τόπο, δεν ίδρωναν του Κρανιά το αυτί. Και δίχως να φαντασθεί πως θα έφτανε ως εκεί το πράμα, περσότερο από πείσμα, έβαλε καθαρά το ζήτημα:

Μια από τις δυο, ή η ορφανή της πλύστρας από τη λασπόπολη, ή αυτή η ίδια η αρχόντισσα, η λοχαγίνα, πρέπει να λείψει αποκεί μέσα.

Ο Θώμος Κρανιάς κι όταν ακόμα πήρε στα σοβαρά το δί­λημμα, άφησε τα πράματα σαν πάντα στο φυσικό τους δρόμο. Κι ο φυσικότερος ήτανε να φύγει η λοχαγίνα. Μαζί της έφευγε κι η σύνταξη της; Ώρα καλή. Η δική του δεν ήτανε συμπλη­ρωμένη ακόμα; Κακό και μαύρο. Μα έτσι το θέλησε η μοίρα, να μη σταθεί άλλα δυο χρόνια η κυβέρνηση, όσο να τη συμπλη­ρώσει.

Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.

Η χωριάτισσα έφυγε και τα παράθυρα του πύργου ανοί­ξανε στον αέρα και στο φως. Στο κάστρο κιόλας παραπέρα από τον πύργο ήρθε ένα ευζωνικό τάγμα, αντίκρυ από τον πύργο άνοιξε ένα βελούχι κι η ακροποταμιά πήρε ζωή.

Όξω στο μπαλκόνι κάθεται η Κούλα με τη Μαριώ. Κόψανε αφέλειες στο μέτωπο κι οι δυο και φορούνε κεντητές παντού­φλες. Η Κούλα πλέκει ένα ροδάκι, η Μαριώ κεντά ένα μαξι­λάρι.

Κάτω στο δρόμο περνούνε δυο νέοι.

– Είν’ ο καινούργιος λογιστής, λέει η Κούλα. Η Μαριώ δε σήκωσε τα μάτια.

– Περάσανε και χτες.

Της Μαριώς της είχε μπερδευτεί η κλωστή.

– Ο άλλος είναι φοιτητής. Να δεις πώς μου τον είπανε, ξαναείπε η Κούλα.

Οι νέοι φτάσανε στη γωνιά του πύργου. Στρίβοντας προς το ποτάμι κοιτάξανε στο μπαλκόνι.

Η Κούλα γύρισε προς τα εκεί. Ο λογιστής της γέλασε.

Όταν ξανάστριψε, αντίκρισε τη Μαριώ που την κοίταζε. Η Κούλα κοκκίνισε όλη.

– Να χαρεί τα δόντια του, είπε η Μαριώ, σκάλισε μια στιγμή το δικό της με τη βελόνα και ξανάσκυψε στο κέντημα.

Από μέσα ακούστηκε το σιγαλό τραγούδι του πατέρα. Είχε ανεβεί από κάτω από τον κήπο και πλενότανε στο νεροχύτη.

Με το φευγιό της χωριάτισσας, ο Θώμος Κρανιάς ξαναβρήκε την όρεξη να κλαδεύει και να σκαλίζει καμιάν ώρα στον κήπο το δειλινό πριν κατεβεί στον καφενέ.

Η Κούλα έτρεξε να τον βοηθήσει να ντυθεί.

Όταν ξαναγύρισε στο μπαλκόνι, στο βελούχι αντίκρυ καθόντανε δυο αξιωματικοί. Της Μαριώς, όπως ακουμπούσε το πόδι στα κάγκελα, της είχε ανασηκωθεί το φόρεμα κι η κόκ­κινη κάλτσα έφεγγε στο φως.

– Μωρή, τα ’δειξες όλα, της είπε η Κούλα και κοίταξε ίσια στους αξιωματικούς.

– Τα μούτρα τους!  είπε η Μαριώ.

Η Κούλα κάθισε και ξανάπιασε το πλέξιμο. Η Μαριώ μισογύρισε την πλάτη στους αξιωματικούς.

– Τώρα που ήρθα γω, συλλογίστηκε η Κούλα. Και ξανακοί­ταξε τους αξιωματικούς.

– Τι ξεχάστηκες, μωρή; Δε θα το αποπλέξεις ούτ’ απόψε, της φώναξε η Μαριώ.

Η Κούλα έκαμε να της μουρμουρίσει τι τη νοιάζει αυτή· θυμήθηκε όμως πως της έταξε να της πληρώσει το βράδυ αυτό όσα της χρωστούσε.

– Θα σ’ τη δώσω τη μια κι εξήντα σου, είπε απότομα.

– Κι εξήντα πέντε είπε η Μαριώ.

– Τριάντα πέντε μο’ ’δωσες, είπε η Μαριώ.

– Τι, τι; Δε σο’ ’δωσα σαράντα λεπτά προχτές;

Ο λογιστής ξαναφάνηκε που ανέβαινε τον όχτο με το φοι­τητή.

Η Κούλα γύρισε και τους κοίταξε.

– Καλά, είπε ύστερα της αδερφής: Καλά μια κι εξήντα ­πέντε.

Ήταν έτοιμη να της δώσει μια κι εβδομήντα, αν της άφηνε τη δραχμή για μια βδομάδ’ ακόμα. Στη μόστρα του γυρολόγου, που πέρασε το πρωί, είχε δει μια χτένα, και τη ζήλεψε για τα μαλλιά της.

– Τι τη θέλεις τη δραχμή; ρώτησε η Μαριώ, όταν της έκα­με την πρόταση.

Η Κούλα δεν απάντησε. Αν της έλεγε, φοβότανε πως θα προλάβαινε ν’ αγόραζε η Μαριώ τη χτένα. Στοχάστηκε ακόμα πως την άλλη βδομάδα δε θα είχε πλύση και θα μπορούσε να βγάλει τη δραχμή. Κι έτσι σωπάσανε κι οι δυο.

Ο λογιστής κι ο φοιτητής δεν καθίσανε στο βελούχι. Μεί­νανε μόνο οι δυο αξιωματικοί.

Καθώς ήτανε σκυμμένη η Φρόσω κάτω στο κατώγι μπροστά στον αργαλειό, μπαίνει ο Γεσίλας βιαστικά και την αρπάζει άξαφνα από το χέρι:

– Έλα, τη δραχμή !

Η Φρόσω θυμήθηκε πως του την έταξε από μέρες. Μα ούτε αυτή πρόφτασε να βγάλει χτες το φύλλο από το κελίμι που ύφαινε, ούτε η Κούλα τέλειωσε τα ροδάκια, που της είχαν πα­ραγγείλει. Από τον καιρό που έφυγε η θεια, οι αδερφές ξενοδουλεύουνε κρυφά κι οι τρεις.

Ο Γεσίλας δεν ακούει:

– Δεν ξέρω γω απ’ αυτά· θέλω τη δραχμή.

Στο βελούχι, που άνοιξε αντίκρυ από τον πύργο, άρχισε να μαθαίνει τα χαρτιά και χρεώθηκε στον καφετζή.

– Έλα, φέρ’ την αλλιώς σ’ το κόβω, φοβέριξε κι έπιασε το διάσμα.

Η Φρόσω έκαμε να φωνάξει. Μα θυμήθηκε πως τις προ­άλλες της ρέκαξε τη ντροπή της όξω στην αυλή και συμβιβάστηκε μαζί του να του δώσει μόνο τις δεκάρες που είχε.

Τις είχε δεμένες στο μαντίλι για να πάρει του πατέρα λι­γάκι κρέας για το βράδυ. Δεν της φαινότανε καλά να λείπει κάθε βράδυ από το σπίτι, να τρώει όξω με τους φίλους. Όχι πως γίνεται στους φίλους βάρος. Αυτό δεν το πιστεύει, γιατί ξέρει πως είναι τιμή για τον καθένα να τρώει μαζί με τον Κρα­νιά. Μα της αρέσει να ’χει τον πατέρα στο τραπέζι αντικρινά της, ν’ ακούει τα χωρατά του, ν’ ακούει ακόμα και την γκρίνια του, άμα γυρίζει με χαλασμένο κέφι από τον καφενέ.

Η Κούλα μπήκε μόλις έφυγε ο Γεσίλας.

Το κατώγι ήτανε σκοτεινό. Το φως έπεφτε μέσα μόνο από δυο τρύπες μακριές, ορθόστενες, που μοιάζανε με μασγάλια κάστρου.

Η Κούλα πήγε και τεντώθηκε ορθή στα νύχια μπροστά σε μια απ’ αυτές. Ο αργαλειός δε βροντούσε και δεν πρόσεξε τη Φρόσω που ήτανε σκυφτή στην άκρη. Κι όταν άκουσε τη φωνή της τρόμαξε.

– Μωρή, ποιον παραμονεύεις; είπε η Φρόσω.

Η Κούλα δε μίλησε.

Όξω είχε σταματήσει ο γυρολόγος με το καροτσάκι του κι η Μαριώ κατέβηκε κι έψαχνε στη μόστρα. Η Κούλα φοβή­θηκε μη δε βασταχτεί και προδώσει με καμιά ματιά την πιθυμιά της για τη χτένα και γι’ αυτό δεν έτρεξε μαζί. Ήρθε και την παραφύλαγε αποδώ.

– Φεύγα, μωρή, απ’ αυτού, μη μο’ ’πιασες το φως, ξαναφώ­ναξε η Φρόσω, που πολεμούσε να ασιάξει τις κλωστές στο διάσμα.

Η Κούλα δεν μπόρεσε να βαστάξει πια. Ήρθε κοντά στη Φρόσω και της είπε παρακαλεστικά:

– Απόψε τελειώνω τα ροδάκια. Δε μου δίνεις μια δραχμή μπροστά;

Η Φρόσω την αποπήρε:

– Δε μ’ αφήνεις και συ αποδώ; Άι τσακίσου· πιάσ’ τη δουλειά σου.

Κι άρχισε να υφαίνει.

Η Κούλα έφυγε κι η Φρόσω έβγαλε ως την άκρη την κλωστή. Περίεργη, σηκώθηκε ύστερα και πήγε στο στενό παράθυρο. Όξω η Μαριώ βαστούσε στο χέρι ένα κομμάτι μουσελίνα κλαρωτή φανταχτερά και τη δοκίμαζε απάνω της, μια στον κορσέ μια στο φουστάνι.

Και γύριζε και την παζάρευε.

«Γι’ αυτό ήθελε κι η άλλη τη δραχμή», είπε η Φρόσω.

Το φως απόξω, καθώς έμπαινε από το στενό μασγάλι, έ­πεφτε απάνω στο ξεθωριασμένο φόρεμά της. Κάτω στο σκούρο χώμα φέγγανε τα δάχτυλα, που βγαίνανε από το τρύπιο πα­πούτσι.

Η Φρόσω ακίνητη με σκυφτό κεφάλι τα κοίταζε.

Έπειτα γύρισε και ξανακοίταξε όξω. Η Μαριώ κρατώντας διπλωμένη τη μουσελίνα έμπαινε στην αυλόπορτα λιγώντας το κορμί. Αντικρινά κάθονταν οι αξιωματικοί και δυο άλλοι νέοι στο πλαγινό τραπέζι. Και το φως του δειλινού έγερνε στην πο­ταμιά ρίχνοντας απαλούς βιολετένιους ίσκιους πέρα στα λιοστάσια. Από τη μελικοκκιά όξω βοούσε το σμιχτό τραγούδι των πουλιών.

Το φως  της μέρας ζάλισε τη Φρόσω. Από πάνω ακούστηκε το πάτημα της Κούλας, που έβγαινε στο μπαλκόνι.

Η Φρόσω είδε πως είχε ξεχαστεί κι έκαμε να γυρίσει να πάει στον αργαλειό. Μα οι αξιωματικοί από αντίκρυ προσηκωθήκαν και χαιρετήσανε.

Σταμάτησε και κοίταξε: Ποιος να περνά;

Ήταν ο πατέρας που έβγαινε από την αυλόπορτα. Η φου­στανέλα του έφεγγε φρέσκη φρέσκη από το σκανταλέτο, τα τουζλούκια του φούσκωναν τουφωτά, οι πλατιές μανίκες του άσπρες σαν το χιόνι.

Η Φρόσω στάθηκε τεντωμένη και τον κοίταζε όσο που να χαθεί στο δρόμο. Ο σχολάρχης, που απαντήθηκε παραπέρα μαζί του, έβγαλε ως κάτω το καπέλο.

Η Φρόσω πήγε και κάθισε στον αργαλειό :

– Το σόι του Κρανιά δε χάθηκε μ’ όσα κι αν έλεε η θεια! Στο ίδιο σόι λογαριάζουν κι η Μαριώ κι η Κούλα καθισμένες στο μπαλκόνι.

Μια γειτόνισσα ήρθε και πρόδωσε της Φρόσως πως είδε τη Μαριώ να σμίγει, στο πίσω μέρος μ’ έναν αξιωματικό κι ο Γεσίλας έπιασε την Κούλα να κουβεντιάζει μ’ έναν άλλον στην αυλόπορτα.

Η Φρόσω θέλησε να ορμηνέψει τη Μαριώ. Η Μαριώ όμως της το ’κοψε μια και καλή :

– Κοίτα τον αργαλειό σ’ και ξεφορτώσου με.

Ο Γεσίλας κάτι ανταρεύτηκε κι αυτός της Κούλας, μα και κείνη είχε μάθει πρωτύτερ’ από τη Φρόσω πως τον ησυχάζουν.

Κι έτσι δεν ταράχτηκε η ειρήνη. Η θεια δεν είναι δω να κλείσει το μπαλκόνι, ο πατέρας βγαίνει και κάθεται καμιά φορά και κείνος με τους αξιωματικούς και της Φρόσως της φτάνει μόνο να βλέπει ευχαριστημένον τον πατέρα.

Κι ο Θώμος Κρανιάς δεν είχε λόγο να μην είναι. Όχι πως προσπαθούσε να μη βλέπει τι έλειπε από τον πύργο του· μα δεν του έμενε καιρός γι’ αυτό. Μήτε η ανοιχτή καρδιά μήτε το βουνίσιο πνεύμα του είχανε θολώσει τόσο, μήτε το γέλιο κι η φωνή του είχανε χάσει τον ηχό τους, ώστε να καταντή­σουν περιττά κι αδιάφορα για τα τσιμπούσια στα μεγέρικα και τα γλέντια στα περιβόλια. Με τη συνήθεια που πήραν όλοι να τον κράζουν ακόμα κύριο έπαρχο, κόντευε να λησμονήσει με τα σωστά πως ήτανε παυμένος. Απάνω κάτω κιόλα σα να του άρεσε καλύτερα η ζωή δίχως μπερδεψιές κομματικές, δίχως σκοτούρες με νομάρχες και δημάρχους. Μονάχα όταν αντίκριζε στο δρόμο καμιά πιάτα σκεπασμένη με λευκή πετσέτα να τράβα κατά το σπίτι του ταμία ή του ειρηνοδίκη, έπεφτε σε θλι­βερή μελαγχολία λίγες στιγμές. Μα είχε πάλι το καλό να μην παρακωλυέται σε πράματα λυπητερά, είχε βρει κιόλας κάποιους ατζαμήδες στα χαρτιά κι ασφάλισε το χαρτζιλίκι της ημέρας κι έτσι ο καιρός ψευτοπερνούσε.

Ως πότε θα ψευτοπερνούσε, άρχισε πρώτη η Φρόσω να το ρωτά, όταν πια κάθε παλιό θυμητικό της μάνας ήταν αμανάτι κι οι πέντε δέκα της πεζούλες στο χωριό είχαν πουληθεί. Ο αργαλειός της δεν τα πρόφταινε όλα, η Μαριώ κι η Κούλα είχαν τις δικές τους έννοιες, ο Γεσίλας γύρευε πάντα τη δραχμή.

Μια μέρα, η Παναγιούλα, η μικρή ορφανή της πλύστρας του πατέρα, που πήγαινε κοντά του στην αγορά για τα ψούνια, γύ­ρισε μ’ αδειανό κοφίνι.

Δεν έφερε ούτε το πλαστάρι το ψωμί.

Η Φρόσω έσκυψε το κεφάλι.

– Κι ο παλιοφούρναρης, είπε η Μαριώ. Ο πατέρας ήρθε το μεσημέρι δίχως όρεξη.

Είχε φτάσει και νέο γράμμα της θειας από το χωριό. Από καιρό ζητούσε να πάει μια, όποια θέλει από τις δυο ανιψιές να την κάμει θυγατέρα της.

Η Φρόσω τις παρακινούσε. Μα η Μαριώ έλεγε:

– Ας πάει η Κούλα. Κι αυτή απαντούσε:

– Ας πάει καλύτερα η Μαριώ. Ο πατέρας δε μιλούσε.

Τώρα εκεί που διαβάστηκε το γράμμα, γύρισε και κοίταξε τις κόρες του, τη μια μετά την άλλη. Έπειτα χαμήλωσε τα μάτια.

Τη νύχτα τον πειράξαν τα τραγούδια από το βελούχι αντίκρυ. Οι ξενύχτηδες τον ξέρανε πως του αρέσουν οι καλές φωνές και σιγά σιγά σιμώσανε με τις φυσαρμόνικες ως από κάτω απ’ τα παράθυρα.

Ο πατέρας τα ’βαλε με την Κούλα το πρωί. Πρώτη φορά.

– Θα σε λιανίσω, της είπε, εδώ που τους μαζώνεις.

Και της έδειξε το ραβδί του καθώς έφευγε για τον καφενέ.

Το άλλο βράδυ άνοιξε το παράθυρο και φοβέριξε τους ξενύ­χτηδες πως θα κατέβει και σε κείνους με το ξύλο.

Και το πρωί το σήκωσε και στη Μαριώ, που τον ξαδιαντράπηκε. Του είπε πως δεν τραγουδούνε γι’ αυτή:

– Μαζώνουντι για του…

Σταμάτησε, μα σαν είδε πως ο πατέρας δεν ένιωθε, το απόσωσε:

– Για του χαϊδιάρ’ σ’, σαν του θέλις να σ’ του που.

Ο πατέρας έφυγε φοβερίζοντας την πως θα τη στείλει στο χωριό στη θεια.

Οι τραγουδιστάδες τραβηχτήκανε λίγο μακρύτερα. Απόμεινε μονάχα ο λογιστής της Τράπεζας κι ο φοιτητής. Δε θέλανε να το πάρουνε για τελειωμένο πως τους ξετοπίσαν οι αξιωματικοί και σταματούσανε μπροστά στην κούλια μ’ ένα μαντολίνο και με δίστιχα πειραχτικά. Μα οι αξιωματικοί τους τρίξανε τα δόντια κι έτσι συχάσανε κι αυτοί.

Ωστόσο δεν ξαναήρθε ο ήσυχος ύπνος στον Κρανιά.

Μέρα με την ήμερα άρχισε να παραξενεύει κιόλας και στον καφενέ, να χάνει την υπομονή, άμα δε βοηθούσε το χαρτί να θυμώνει με τους φίλους, άμα δε δίνουν ό,τι του χρειάζεται.

Η αλλαγή του πρώην επάρχου τους δεν είναι ευχάριστη σε πολλούς στην πόλη και πολλοί είναι που σμίγουνε με τη Φρόσω τα παρακάλια τους να ’ρθει ο διορισμός.

Κι αυτός αργεί τη φορά τούτη περσότερο παρ’ ότι το πρό­σμενε κι ο ίδιος ο Κρανιάς. Του κάκου χαλά τα μάτια του και χάνει τον καιρό στον καφενέ διαβάζοντας τ’ αντιπολιτευόμενα άρθρα, μαλώνει συζητώντας με τους φίλους, γράφει και ξαναγράφει του ξαδέρφου. Η κυβέρνηση δεν έχει κίνδυνο να πέσει. Φόβος είναι μη φάει και τα τέσσερα χρόνια.

Και τα έφαγε με τα σωστά. Όταν τη ρίξαν οι εκλογές κι ο βουλευτής Κρανιάς έστειλε του ξαδέρφου του το διορισμό, ήταν αργά πια. Από το στερνό ταξίδι του ο Θώμος Κρανιάς δεν έφερε μαζί του μόνο τ’ ορφανό της πλύστρας του, μα κι ένα σφάχτη στο πλευρό κι ένα βήχα κούφιο. Τον πήρε στην αρχή αψήφιστα, όσο που του αναδρίμωσε άξαφνα κι ο αέρας της ακρο­ποταμιάς δεν ήταν ο αέρας που του χρειαζότανε για να πάρει το καλύτερο. Ο διορισμός τον ευρήκε στο κρεβάτι, κι έπεσε στο κρεβάτι ο Θώμος Κρανιάς για να μην ξανασηκωθεί.

Β

Είναι περασμένα τέσσερα πέντε χρόνια. Στον τάφο του πα­τέρα θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα. Ο Γεσίλας ζήτησε στο μεταξύ πόρο ζωής σ’ ένα ραφτάδικο. Όμως σε λίγες μέρες τον ξαναείδαν οι αδερφές να παίζει αντίκρυ, στο βελούχι, τα χαρτιά.

– Στενή ζωή, κακός αέρας, απάντησε της Μαριώς, που τόλ­μησε να ρωτήσει γιατί έφυγε από το ραφτάδικο.

Η Φρόσω κίνησε και πήγε σ’ έναν έμπορο, παλιό φίλο του πατέρα, και τον πήρε στο εμπορικό του. Μα όταν τον έστειλε να βγει στον καθημερινό γύρο στις γειτονιές, ο Γεσίλας πέταξε χάμω τα τσίτια, που τον έβαλε να φορτωθεί και γύρισε στον πύργο.

Οι αδερφές τα βάλανε με τον έμπορο.

– Τουν παλιάνθρουπου!

– Ου γιος τ’ Κρανιά να φορτωθεί τ’ βαντάκα!

Έτσι ο Γεσίλας γύρισε στους δρόμους, όσο που πήγε στο στρατό.

Οι αδερφές μείνανε μόνες. Η θεια από το χωριό είχε αφήσει χρόνους, αφού του κάκου γύρευε ως τα τελευταία να πάει κοντά της μια απ’ τις ανεψιές. Στο πόδι της εδώ είναι τώρα η Φρόσω. Το περασμένο της ξεχάστηκε πια και ξαναμπήκε λεύτερα στη ζωή του κόσμου. Βέβαια όχι πια σαν κόρη ανύ­παντρη, μα σαν κατιτίς ουδέτερο είδος, κατιτίς ανάμεσα χήρας και γεροντοκόρης. Στην εκκλησιά, στα λείψανα, σ’ αρρώστιες, όπου είχαν οι αδερφές να μοιρολογήσουν ή να συλλυπηθούν τις αντιπροσώπευε η Φρόσω. Όπου όμως γιορτή και γάμος, όπου η αρχοντιά της πόλης θυμότανε στις χαρές της κάποτε τις ορ­φανές του παλιού επάρχου της, εκεί έτρεχε η Μαριώ κι η Κούλα.

Τις περσότερες φορές η πρώτη· δεν άφηνε να της πατηθεί εύκολα το δικαίωμα που είχε σα μεγαλύτερη. Ο πύργος είχε και φροντίδες, που κάποτε δεν παίρνανε χασομέρια μήτε ένα δειλινό. Τέσσερα χέρια δεν μπορούσανε να λείψουνε την ίδια ώρα. Όσο κι αν βιάζεται η Μαριώ να κρατήσει όξω από τον πύργο το περασμένο περήφανο μπροστά σε κόρες ψωρονοικοκυρέων κι εμπόρων, κάτω από τη σκεπή του είναι η ζωή βαριά. Κι όχι μόνο για τη Φρόσω. Το βελονάκι των μικρότερων δεν πλέκει τώρα μονάχα για πόλκες και χτένες κι οι κεντητές παντούφλες δε δείχνουνται στο μπαλκόνι σα μια φορά, γιατί δεν είναι πάντα για δείξιμο. Κι έπειτα σε ποιόνε κιόλας να δει­χτούν; Οι αξιωματικοί, σα να έχουν φόβο της κούλιας του Σου­λιώτη, άμα γυρίζουν από την αναφορά δε σταματούνε στο βε­λούχι. Το αφήσανε στους υπαξιωματικούς κι ίσια μ’ αυτούς δεν ξέπεσαν ακόμα οι επαρχοπούλες.

Βελούχια λέγουνται στην πόλη κοντά στον ποταμό τα εξοχικά καφενεδάκια, που στένουνται την άνοιξη με λίγα πέταυρα για να σαπίσουν το χειμώνα στη βροχή και στην ερμιά, αν δεν καούνε στο μεταξύ στα τζάκια της γειτονιάς. Κάθε άκρη, κάθε γειτονιά της πόλης έχει το δικό της. Αυτού σπουδάζει τα χαρτιά η νεολαία του τόπου, όσο φοβάται ακόμα τον πατέρα και το δάσκαλο, αυτού φέρνει ο τελευταίος αποδείλινα τη γραμ­ματική και το χασμούρημα, αυτού σχεδιάζει ο κομματάρχης τους συνδυασμούς, αυτού ο χωριάτης, που έφερε το γέννημά του στην αγορά, γυρεύοντας να βρει τον παπά στα τρία τραπου­λόχαρτα, χάνει ό,τι του περίσσεψε από τον προστυχιστή κι από το νοικιαστή του φόρου, αυτού έρχεται καμιά λαμπρή η δεσποτική γιορτή να πάρει αέρα το εμπορόπουλο, αυτού τρα­γουδά τη νύχτα στ’ άστρα ο ερωτεμένος. Ο καφές είναι πάντα από καβουρδιστό ψωμί ή ρεβίθι, το λουκούμι καθαρό ζυμάρι και το ρακί μονάτο τσίπουρο. Μα κανείς δεν έρχεται αυτού για τον καφέ και το ρακί. Έρχεται για τη δροσιά, για το νερό και τον αέρα. Κι άλλο νερό κι άλλος αέρας δεν είναι δροσερότερα στην πόλη, όσο εδώ στον όχτο του ακροπόταμου. Σωστό βελούχι του Καρπενησιού.

Κι ο πρώην λοχίας Τυλιγάδας, που το έχει τώρα, ξέρει τη δουλειά του καλύτερα από τους άλλους πριν. Δεν έκοψε φτέρη από τον κάμπο, μα κουβάλησε λατόκλαδα από το βουνό και σκέπασε τη φρετζάτα απόξω, και μέσα στην παράγκα κρέμασε δίπλα στο δικό του και δεύτερο μπουζούκι· Ήξερε και την αγάπη των πρώην συναδέρφων του στ’ άνθη και στα μυρουδικά και δεν άφησε τραπέζι δίχως ρίζα βασιλικό, δεν άφησε γαρουφαλιά άκλεφτη από τις γειτονιές και τσιτσέκι και περικοκλάδι που να μη φυτέψει ολόγυρα.

Όσο για τα μαύρα μάτια, έλπιζε πως με τον καιρό να νοια­στούνε γι’ αυτά από καρσί, από τον πύργο. Για την ώρα του έφτανε πως νοιαζόντανε για μαρούλια κι αγγουράκια· του στέλνανε με τη μικρή την Παναγιούλα όσα ήθελε.

Η Παναγιούλα αυτή σα να ’πεσε στον πύργο από τον ουρανό. Ο Θώμος Κρανιάς παίρνει κάθε στιγμή συχώρια από τις κόρες του, που φρόντισε και τη γκενιάστηκε. Δεν κρατούσε μόνο την ανταπόκριση του πύργου με το αντικρινό βελούχι, μα είχε απάνω της και τη συγκοινωνία με την πόλη. Αυτή έφερνε τα νέα μαζί με τα ψούνια από την αγορά, αυτή πηγαινοερχότανε στα σπίτια με τα διασίδια και τα ραψίματα αυτή έτρεχε στους παλιούς φίλους και στους δικούς του πατέρα. Ο Θώμος Κρανιάς δεν άφησε των κοριτσιών του μοναχή κληρονομιά το σόι και την περηφάνια για το σόι, άφησε κι ένα σωρό φίλους στην πόλη και μια πλατιά δικαιολογιά. Κάθε υπάλληλος ή μετανάστης από τα βουνά με τους εννιά δήμους ήτανε δικός του πύργου. Κι οι φίλοι, αν είχανε μια φορά την τσέπη ανοιχτή για τον πατέρα, μπορούσανε να την κλείσουν τώρα στα ορφανά κορίτσια του, όταν αυτά ήταν κιόλας νια κι όμορφα, σαν τη Μαριώ και σαν την Κούλα, κι όταν το τάλιρο ή το δίφραγκο, που στέλναν και ζητούσαν κατά την ώρα και το πρόσωπο, το ζητούσανε γι’ ανάγκες, όπως είναι η αρρώστια μιας από τις αδερφές, το συλλείτουργο του πατέρα και της μάνας, ή το γιορτάσι του μονάκριβου αδερφού; Συχνά η αρρώστια περ­νούσε όσο να γυρίσει πίσω η Παναγιούλα, εξόν αν γύριζε με άδεια χέρια· για το συλλείτουργο, αν δε γινότανε, συχωρούσε ο Θεός, που μόνος γνώριζε τ’ απόκρυφα του πύργου· τ’ όνομα όμως του αδερφού έπρεπε να γιορταστεί με κάθε τρόπο. Ευ­κολότερο ήτανε να χαλάσει ο κόσμος παρά να μην ανοίξει ο πύργος την αυλόπορτά του την ημέρ’ αυτή, μάλιστα τώρα που ήταν ο αδερφός μακριά κι ήρθε κιόλας το μήνυμα πως προβιβάστηκε λοχίας.

Η Κούλα σφουγγάρισε τον πύργο, άσπρισε μέσα τον οντά και τη σκάλα και το πεζούλι της απόξω, η Φρόσω πήγε και δανείστηκε από τη γειτονιά ένα εξήντα νούμερο σεντόνι για τον καναπέ κι η Μαριώ έδεσε τη μαστίχα και το τριαντάφυλλο.

Και το πρωί την άλλη μέρα παραταχτήκανε κι οι τρεις ορθές μπροστά στην πόρτα. Η Φρόσω δίχως τη μαύρη σκέπη στα μαλλιά. Η μικρή ορφανή της πλύστρας πήγαινε κι ερχό­τανε με πλυμένα πόδια.

Πρώτος έφτασε ο σχολάρχης με το ψηλό καπέλο του. Συγχάρηκε για τη γιορτή και για την πρόοδο του Γεσίλα, μί­λησε για τον καιρό και για τις λάσπες, που δε στεγνώσανε στο δρόμο, και φιλεύτηκε κι από τα δυο γλυκά.

Έπειτα ήρθανε δυο γειτόνοι κι ο παπάς της ενορίας και σήκωσε το ύψωμα.

Η Μαριώ, που έστεκε και βοηθούσε στο φίλεμα, δεν ήρθε στην ανάγκη να βιάσει και τον παπά να φιλευτεί κι από τα δυο γλυκά.

Μα πίσω από το γιατρό, έναν ξάδερφο που ήρθε υστερότερα μαζί με τον ταμία, και δεν καταδεχτήκανε κι οι δυο παρά μόλις ν’ αγγίξουνε το ροσόλι με τα χείλη, έλυσε τη γλώσσα της:

– Να ’ταν άλλού· σε κάνα νιοκαζαντισμένο!

Γιατί οι δικοί και φίλοι δεν έφτανε να δώσουνε μονάχα τ’ οβολό τους για τη γιορτή, δεν έφτανε να ’ρθουνε μόνο να πολυχρονίσουν. Όποιος δε φιλευόταν κι από τα δυο γλυκά και δεν έπαιρνε ακόμα μαζί του και το παντεσπάνι τυλιγμένο στο χαρτί, καταφρονούσε την κούλια.

Η γιορτή έπεσε κιόλας κοντά τη Λαμπρή κι ήτανε και τα κόκκινα αυγά χτυπητός σωρός στο πιάτο δίπλα στο δίσκο. Όλα την ήμερα αυτή έπρεπε να είναι πλούσια και περισσά.

Όσοι ανεβαίνανε σήμερα τη σκάλα έπρεπε να δείξουν πως ξεχνούνε κείνη τη στιγμή τη δυστυχία της κούλιας.

Σ’ αυτό βοηθούσε κι ο ανοιξιάτικος ήλιος, που χυνότανε μέσα στον οντά κι άστραφτε στους κάτασπρους τους τοίχους, παιγνίδιζε στα ρακοπότηρα με το ροσόλι κι έκανε να λάμπουνε φαν­ταχτερά κι οι σκουριασμένοι ακόμα τενεκέδες, που πολεμούσανε να κρύψουνε με τις κρεμάμενες μακριές, σγουρές τους πρασινά­δες τα σκασμένα τ’ αγκωνάρια πίσω τους.

Τα πρόσωπα των αδερφών άστραφταν. Πολεμούσανε κι αυτά μαζί με όλα τ’ άλλα πράματα εκεί μέσα να σκεπάσουν και να σβήσουνε για μια μέρα το τωρινό και το πραγματικό και ν’ αφήσουνε ν’ απλωθεί και να μετεωριστεί η λάμψη του περασμένου και τ’ όνειρο του μέλλοντος. Και τα δυο αυτά σμίγουν κι αστρά­φτουν ολόγυρα από τ’ όνομα του Γεσίλα Κρανιά. Την ήμερα αυτή δε γιόρταζε στην κούλια ο φτωχός άγιος, ο άγνωστος κι, άσημος μάρτυρας Γεσίλας· γιόρταζε τ’ όνομα, η γενιά, το σόι του Κρανιά, που έκλεισε όλες τις ελπίδες του στο πρόσωπο του λοχία Γεσίλα Κρανιά.

Το δειλινό αυτό πήγε και το διάλεξε να ’ρθει κι η γριά Λιγούραινα, μια παλιά φιλενάδα της μάνας.

Είπε πως ήρθε να πολυχρονίσει κι οι αδερφές τη δεχτήκανε κι οι τρεις στην πόρτα και τη βάλανε και κάθισε στην κορφή του καναπέ. Κι η Μαριώ πήγε κι έφερε το δίσκο και τη φίλεψε.

Μα μόλις η Μαριώ βγήκε στη διπλανή κάμαρα ν’ αλλάξει στα ποτήρια το νερό, η γερόντισσα έσκυψε στη Φρόσω και της ψιθύρισε:

Ένα παιδί, πραματευτής, την έβαλε να ’ρθει να γυρέψει τη Μαριώ. Έχει το σπίτι του, το μαγαζί του, τ’ άλογό του, κάμποσα στρέμματα χωράφι κι είναι γερό κι άξιο.

Η Μαριώ, σαν κάτι να μυρίστηκε, σταμάτησε πίσω από την πόρτα και την άκουσε.

Και χύμησε μ’ ορμή μέσα στον οντά.

Πώς η προξενήτρα κατέβηκε ζωντανή τη σκάλα, ας το χρωστά της νέας βίζιτας που ήρθε σε λίγο. Κι οι τρεις αδερφές χυθήκανε ίσια να την πνίξουν.

Το βράδυ δε σφάλισε καμιά τους μάτι. Παρόμοια ντροπή δεν έγινε ως την ώρα στο γένος του Κρανιά. Μονάχα τότε που πέθανε ο πατέρας κι οι φίλοι βγάλανε φανερά δίσκο στην αγορά για την ταφή του.

– Αν θέλαν οι φίλοι να κάμουνε το χρέος τους, έπρεπε να το κάμουνε μυστικά και συναμεταξύ τους, είπε τότε κατάμουτρα του ειρηνοδίκη, άγρια κι όξω από τα λογικά της η Μα­ριώ, που το μυρίστηκε.

Μα οι σάλπιγγες, που ήρθανε να συνεβγάλουν τον αργυρό σταυρό του πρώην έπαρχου, κάμανε να ξεχαστεί η ταπείνωση κι η Μαριώ μπόρεσε να βγει στο παράθυρο να στείλει, κρεμών­τας τα λυτά μαλλιά, τα τελευταία ρεκάσματά της του άμοιρου πατέρα και μια κρυφή ματιά του αξιωματικού, που πρόσταζε με το λεπίδι του γυμνό το απόσπασμα κάτω στο δρόμο.

Η Μαριώ έχασε για καιρό την όρεξη. Τότε ήταν κι οι αξιω­ματικοί παρηγοριά. Τώρα έχασε και τον ανθυπασπιστή, που τον είχε τελευταία δεμένον στο πανί. Ήταν ευεργετικός, αλή­θεια, μ’ από γενιά καλή· ο μπάρμπας του είχε κάμει δήμαρχος. Έκανε σαν τρελός γι’ αυτή. Μα μετατέθηκε άξαφνα κι όταν ύστερ’ από λίγους μήνες τα κατάφερε να ξαναρθεί στο κάστρο, τη βρήκε να τα παίζει με το γραμματικό της εφορίας.

Με τούτον τη γλύτωσε η Μαριώ φτηνά. Κυνηγώντας όμως και τους δυο μαζί, δεν έπιασε κανέναν. Σα να συμφωνήσανε, δεν ξαναφανήκανε κι οι δυο στο βελούχι του ακροπόταμου.

Ο Φωτούλας Τυλιγάδας το μάντεψε καλά πως τα μαύρα μάτια από καρσί δεν μπορούσανε να μην τραβηχτούν από τη λεβεντιά της φουστανέλας.

Άμα λείψανε οι αξιωματικοί, άμα χάθηκε ο ανθυπασπιστής και δεν πιάστηκαν άλλοι δυο τρεις υπάλληλοι, απόμεινε η ελπίδα μόνο στους υπαξιωματικούς.

Το αποφάσισε πρώτη η Κούλα.

– Κι αυτοί μια μέρα, γλήγορα η αργά, θα το κολλήσουν το χρυσό γαλόνι, συλλογίστηκε κι έκαμε την αρχή.

Η Μαριώ ψιλοκρατούσε ακόμα. Όμως κάτι την κεντούσε πάντα μέσα της να μην αφήνει μάτια να κοιτάζουν άλλη. Και μόλις είδε το λοχία Μάνθο Σακαρέλο να τα παίζει με την Κούλα, βάλθηκε να της τον πάρει.

Μα δεν τα κατάφερε και για να εκδικηθεί έπιασε κι αυτή το Γιαννακό Πλαστάρα, όχι τόσο καλοσούσουμο, όσο καλοπίχερο.

Η Κούλα έσκασε με τη χρυσή την κονταπέτα, που είδε ξα­φνικά στην τραχηλιά της αδερφής. Ο δικός της της είχε φέρει μόνο ένα ζευγάρι καλτσοδέτες, και κείνες η Μαριώ τις βρήκε πρόστυχες.

– Κυρά μ’, ιγώ δεν τ’ τς γύρεψα· είδι πως ήταν χαλασμέ­νες εκείνες π’ φόρ’ γα κι μ’ αγόρασ’ άλλες απού μοναχός τ’, είπε η Κούλα.

– Σάμπους τ’ γύρεψα γω ν’ κουνταπέτα; θύμωσε η Μαριώ κι άρχισε μεταξύ τους το φάγωμα.

Μα δεν ήτανε μόνο οι δυο αδερφές που πέσανε στους υπα­ξιωματικούς.

Η αρχοντιά του τόπου, όσο και να μην ξεχνούσε τον παλιό της έπαρχο και να είχε ανοιχτή την πόρτα της στις ορφανές του, δεν άφηνε όμως και τα δικά της κορίτσια να ’χουνε πολλά νταραβέρια με τον πύργο. Το παράμερο της ποταμιάς, το βελούχι αντίκρυ από τον πύργο, μια καταπαχτή που ανοιγό­κλεινε προς το κατώγι στην από πίσω κάμαρα, όλ’ αυτά είχανε κάτι υποψιάρικο για τις μανάδες. Και τέλος το πάθημα της Φρόσως, και να λησμονήθηκε με τον καιρό, μένει πάντα στο κατώφλι της αχνό σημάδι, που δειλιάζει να το δρασκελίσει κάθε κόρη γνωστική. Αν έρχεται καμιά από τις καλύτερες της πόλης, τις σοϊλίτισσες ή τις ακουσμένες για την προίκα, έρχεται ή με τη μάνα ή μοναχή της το απόβραδο από το στενό κι από τον πίσω φράχτη, με φόβο μην δει άλλο μάτι παρά εκείνο που θέλει η ίδια να τη δει.

Αυτό δεν ξεφεύγει τις αδερφές. Η Φρόσω τρομάζει να κρα­τήσει το στόμα της Μαριώς:

– Έχουμι ’ν ανάγκ’ τς, μουρή, δεν του σ’ λουέσι!, της ψιθυρίζει κάθε φορά που την ακούει να τα βάζει όξω στην αυ­λή με την ψωροαρχοντιά.

Πιο ελεύτερη και με πιο λίγη πρόληψη στην ηθική της η κατωτερινή τάξη, φαίνεται προθυμότερη στις φιλίες με την κούλια. οι φτωχότερες, οι ταπεινές νοικοκυροπούλες του τόπου το νομίζουνε τιμή να βγαίνουνε στο σεργιάνι μπράτσο με τις επαρχοπούλες και να καθίζουν πλάι τους στο μπαλκόνι. Κι η Μαριώ κι η Κούλα πάλι βρίσκουν ευκολότερα στη συντροφιά των κοριτσιών αυτών εκείνο που γυρεύουν: το σεβασμό στο σόι τους και την αναγνώριση πως όσο κι αν ξεπέσανε, είναι και μένουν ανώτερες τους πάντα. Κι έν’ άλλο ακόμα· τα φτωχά και χιλιοξανακαμωμένα φορέματα των αδελφάδων χάνουνται μπρος στα λούσα μιας εμποροπούλας, ενώ μπροστά στην κόρη του ζευγά ή τη θυγατέρα της υφάντρας, ο αρχοντικός αέρας της Μαριώς και το ψιλό νάζι της Κούλας ξεχωρίζουνε και φιγουρά­ρουν. Αντί λοιπόν να ρίχνουνε τα μούτρα στις ψωροπερήφανες, ανοίγουν την πόρτα τους στις όμορφες και πεταχτές και χαρδακίστρες από κάθε μαχαλά, όσες δεν έχουν την υπομονή να περιμένουνε ν’ ανοίξει από μόνη η τύχη τους, να τους έρθει ο καλός με τη μάνα και την προξενήτρα, μα βγαίνουν οι ίδιες να τον απαντήσουν.

Όλες αυτές μαζεύονται στον πύργο. Κι όξω στα τραπέζια του βελουχιού και το βράδυ βράδυ στον περίπατο της ακροποταμιάς συνάζουνται κι οι υπαξιωματικοί, όλοι αλαφροπερπάτητοι και τσελεπήδες, από τα πρώτα ονόματα στα ευζωνικά. Οι μανάδες στη γειτονιά σκίζουν τα ρούχα τους, μανταλώνουν τα θηλυκά τους και στέλνουνε τους άντρες τους στο δήμαρχο και του ζητούνε να κλείσει το βελούχι. Μα κι ο Φωτούλας Τυλιγάδας δεν είναι από το τούρκικο κι έτσι το παιγνίδι δε σταματά.

Μόνο η Φρόσω δεν παίρνει μέρος σ’ αυτό. Γι’ αυτή το πέρα­σμα του καιρού το μετρά ο βρόντος του αργαλειού της κάτω στο ανήλιαγο και απάτωτο κατώγι. Και το βράδυ, όταν χύνεται το σούρωπο στο δρόμο, ίσκιος σκοτεινός, μπαμπουλωμένος με τη μαύρη σκέπη γλιστρά προς τη νυχτωμένη πόλη γυρεύοντας νέα διασίδια και πλεξίματα ή τους φίλους του πατέρα, όταν πρωτύτερα βγήκε άκαρπο το στάλσιμο της Παναγιούλας.

Γύρω από τον επιλοχία Συμεών Καραφωτιά στήθηκε ο μεγα­λύτερος αγώνας ανάμεσα στις πιο όμορφες, που μαζευόντανε στον πύργο. Μα έπρεπε να κάμουν όλες τόπο στις επαρχοπούλες και το μάλωμα περιορίστηκε στις δυο αδερφές.

Πρώτη έβαλε στο μάτι τον επιλοχία η Μαριώ, άμα τα χάλασε με το Γιαννακό Πλαστάρα, που γύρευε να την περιορίσει να μην κουβεντιάζει με κανέναν άλλον.

Μα ένα βράδυ, που έλειπε η Μαριώ, του ένεψε η Κούλα από το παράθυρο. Σα μακρινός ξάδερφος, που ανακαλύφτηκε πως ήταν, ανέβαινε λεύτερα στην κούλια πιο συχνά το σούρουπο παρά την ήμερα με τον ήλιο.

Η Κούλα τον έφερε κάτω από το θόλο εμπρός στην πόρτα του κατωγιού. Η Φρόσω έλειπε και κείνη κι η Κούλα κάθισε μαζί του όσο που ακούσανε πως γύρισε η Μαριώ.

Εκεί στο θόλο σμίξανε άλλες δυο τρεις βραδιές κλεφτά, όσο που χίμηξε η Μαριώ κι έδιωξε με τις σπρωχτιές την αδερφή. Και απόμεινε ο επιλοχίας δικός της.

Η νίκη της δεν ήταν τιποτένια. Ο επιλοχίας Καραφωτιάς ήταν ο πρώτος μέσα στους πρώτους του κάστρου. Καλόκορμος, μουστακαλής, περήφανος στη ντυμασιά και στο φιλότιμο, μην κάτσει μύγα πάνω του, μην τόνε στραβοκοιτάξει όπως περνά κανείς πολίτης, φόβος των ζωοκλεφτών και των φυγόδικων, όταν έβγαινε στο απόσπασμα, και τρόμος των νεοσύλλεχτων στο λόχο, άμα δε βάζαν το γκιουβέτσι έγκαιρα, στη Μαριώ μπροστά γινότανε μολαΐμικο αρνί, υποταχτικό στο θέλημά της, πρόθυμο σε κάθε της απαίτηση για σειρητάκια και κορδέλες και κάπου κάπου και κανένα φόρεμα.

Σιωπηλά, σαν πάντα, συμφώνησε κι η Φρόσω με τον τρόπο που λύθηκε το μάλωμα των αδελφάδων. Η Φρόσω, αν και δεν έπαιρνε η ίδια μέρος στο παιγνίδι, το ακολουθούσε ωστόσο από το βάθος του σκοτεινού της κατωγιού. Όσο κι αν η στεγνω­μένη όψη της με τα βαθουλωμένα μάτια φαίνουνται σαν να λένε: φάντασμα περασμένου είμαστε μόνο, η έννοια μας δεν είναι από τον κόσμο αυτό – η έννοια της από τον καιρό που έθαψε και ξέχα­σε τον εαυτό της είναι όλη για τον κόσμο αυτό.

Εκείνο το παιγνίδι, που παίζεται γύρω της χωρίς να την αγγίζει, δεν παίζεται και γι’ αυτή χωρίς σκοπό. Το έπαιξε κι η ίδια μια φορά κι έχασε και ξόφλησε μια και καλή. Μα ίσια ίσια το δικό της πάθημα φυλάγει τώρα τις άλλες. Μια δυο φορές κιντύνεψε κι η Μαριώ, είν’ αλήθεια. Μα τώρα έχει σίγουρον τον επιλοχία της. Αυτός δεν είναι ξένος, σαν τους άλλους πρωτύτερα. Παιδί από σόι κι από τα χώματά τους. Συνά­δερφος του Γεσίλα κιόλας. Αυτό της το θύμισε κι ο ίδιος, όταν τον ξεμονάχιασε μια μέρα και σα μεγαλύτερη αδερφή, σα μάνα να πεις, τον ξεψάχνισε για τους σκοπούς του:

– Είναι να λέγεται πως δε θα την πάρει τη Μαριώ! Μα πρώτα πρέπει να γίνει αξιωματικός, να δέσει τη γαϊδάρα του. Τρία χρόνια, που θα κλειστεί μέσα στο σκολειό, τι να την κάμει τη γυναίκα;

Η Φρόσω ήτανε λογική, σαν τον πατέρα της. «Πρώτα να γίνει δικαστής», της είχε πει μια φορά και το δικό της πλουσιόπαιδο, μα εκείνο δεν ήταν από σόι μήτε από τον τόπο της. Ύστερα κιόλας τ’ αλλοτινά δε θέλει να τα συλλογίζεται. Η φροντίδα της είναι τα τωρινά και τα μελλούμενα.

Ο επιλοχίας ανθυπολοχαγός λοιπόν κι η Μαριώ σιγουρεμέ­νη. Όσο για την Κούλα, δεν την πήραν ακόμα τα χρόνια μπροστά. Έχει ο θεός γι’ αυτή. Εκείνο που είναι το πιο βιαστικό, είναι πως να κρεμάσει το μακρύ σπαθί ο Γεσίλας.

Αυτό σκοτίζει τη Φρόσω και σ’ αυτό δυο είναι οι τρόποι: Ή να μπει στη σκολή, ή να σκοτώσει κάνα φυγόδικο.

Το δεύτερο πιο εύκολο. Μα ο βλογημένος πήγε και κόλλησε, σαν τον πατέρα, στο λασπόκαμπο της Θεσσαλίας· του αρέσει κα­λύτερα το γραφείο και πιο πολύ ακόμα το σιτιστιλίκι. Για τις αδερφές είναι αυτό καλό, γιατί έτσι περισσεύει κάποτε κάποιο πεντάφραγκο και γι’ αυτές, μα η Φρόσω νοιάζεται περσότερο για το μέλλον του παιδιού. Αν αποφάσιζε να ’βγαινε απάνω στα πατρικά βουνά, τόσο συγγενολόγι εκεί θα του κατάδινε κάνα φυγόδικο κι έτσι τελειώνανε τα βάσανα, λείπαν οι φροντίδες και τα παρακάλια για τη σκολή, που δεν είναι και τόσο εύκολο το πράμα. Θέλει μεγάλες συστάσεις, βαρβάτα μέσα, που έπρεπε να ζει ο πατέρας να τα βάλει. Μοναχή της τι να κάμει αυτή; Πού να πρωτοτρέξει;

Το ’φερε η οργή να ’ναι φαντάρος κιόλας ο Γεσίλας και να μην μπορεί να μετατεθεί εδώ στο τάγμα, που είναι τόσοι γνώριμοι αξιωματικοί και πρώτος ο διοικητής. Ήτανε στενός φίλος του πάτερα και τους το λέει πάντα, σαν έρχεται καπότες αποσπερνού στην κούλια:

– Ας τον είχα γω στα χέρια μου και βλέπατε πως τον έφερνα πρώτο στον πίνακα!

Από μακριά όμως, με τα γράμματα τι να σου κάνει κι αυτός! Ωστόσο πιστός φίλος ο καημένος και πονετική καρδιά. Σα σε παιδιά του μιλεί των κοριτσιών, μάλιστα στην Κούλα, σαν πιο μικρή που είναι, δείχνει συμπάθεια ξεχωριστή. Τη χτυπά στο μάγουλο, σαν μπαίνει μέσα, την καθίζει κοντά στο πλάι του, στα γόνατα του πες, και της χαϊδεύει το χέρι και τα μαλλιά. Κακό ποιος βάζει με το νου, ποιος πιστεύει δηλαδή τέτοια τύχη! Έτσι βέβαια ξεμπερδεύαν όλες οι στενοχώριες και τα βάσανα…

Μα αυτά είν’ όνειρα. Το πρώτο για την ώρα είναι πως να κρεμάσει ο Γεσίλας το μακρύ σπαθί.

Ενώ η Μαριώ έχει περάσει από το Γιαννακό Πλαστάρα στον Καραφωτιά, η Κούλα μένει πιστή στο Μάνθο Σακαρέλο. Μπροστά στον Καραφωτιά θα θυσίαζε κι αυτή το Μάνθο μ’ όλη την καρδιά της κι ο ίδιος ο Καραφωτιάς έδειξε όλη τη διάθεση να προτιμήσει τη μικρότερη ξαδέρφη, μα η Μαριώ μια κι έβαζε κάτι στο νου, έπρεπε κιόλας να γίνει.

Η συχωρεμένη θεια είχε δίκιο να της λέει πως έμοιαζε του παππού της σ’ αυτό. Η Μαριώ μια και το ’βαλε, κυρίεψε τον Καραφωτιά σα με γιουρούσι. Με το έτσι θέλω.

Ο περήφανος επιλοχίας δεν μπόρεσε ν αντισταθεί. Είδε πως έπρεπε ή να υποταχθεί στο θέλημα της ή να μην ξανανεβεί τη σκάλα του πύργου.

Σα γνωστικός που ήταν, προτίμησε το πρώτο, κι έτσι στο φανερό περιορίστηκε στη μεγαλύτερη ξαδέρφη. Είν’ αλήθεια πως εκεί που καθότανε στον οντά της κούλιας με την αρρεβωνιαστικιά, όπως ήρθε στην ανάγκη να τη λέει κι ονειρευότανε μαζί της την ευτυχία που τους πρόσμενε, αν τύχαινε να πάρει το μάτι του στην άλλη κάμαρα την Κούλα που άλλαζε την πόλκα της, ή αν η Κούλα εκεί που έβγαζε νερό έσκυβε το κορμί περσότερο έτσι για να τόνε σκάσει, ο ξάδερφος αγρίευε ως το σημείο να πετάξει από την αγκαλιά το «μόφαρο», που πήγε και φορτώ­θηκε. Μα ξανανικούσε η φρονιμάδα του και παρηγοριότανε μ’ ό,τι άρπαζε κλεφτά και πεταχτά της Κούλας, κι έμενε πι­στός κι υποταγμένος στη Μαριώ. Είχε δοσμένο κιόλα το λόγο του της Φρόσως.

Η Κούλα από το άλλο μέρος υποτάχτηκε στην ανάγκη κι αυτή. Κι αν άφηνε τον ξάδερφο να τη σιμώνει κοντύτερα παρ’ ότι στέκει σ’ έναν ξάδερφο, δεν το έκανε από κακή γυναικεία ορμή για ν’ απατήσει το Σακαρέλο, μα μόνο και μόνο για να εκδι­κηθεί την αδερφή της. Αν αποφάσισε μια στιγμή να παραιτήσει το Μάνθο, άμα παρουσιάστηκε ο Καραφωτιάς, δεν το έκαμε γιατί εκείνος δεν της άρεσε, μα μόνο και μόνο γιατί ο ξάδερφος είχε καλύτερα τον τρόπο για κορδέλες και καρφίτσες και γιατί, σα συγγενής που ήτανε, μπορούσε να μπαινοβγαίνει πιο εύκολα στην κούλια. Αφού όμως η Μαριώ το ’καμε ζήτημα παρηγορή­θηκε με κείνο που είχε κι αυτή.

Ο Σακαρέλος κιόλας αν δεν είχε τον τρόπο του Καραφωτιά, στην ομορφάδα όμως και στη λεβεντιά δεν έμεινε διόλου πίσω. Το κορμί λαμπάδα, η μέση δαχτυλίδι, η φουστανέλα με σαράντα μάνες, τα τσαρούχια κεντητά, η σκάλτσα πάντα τέζα, τα μάτια καστανά, η όψη του σταράτη όπως κι η δική της, και το μου­στάκι μαύρο και ψιλοστριμμένο. Ο σβέρκος μοναχά λίγο μα­κρύς, μα τόνε σκέπαζε μακρύτερη η χοντρή φούντα του φεσιού· με τόσο χου δεν τη φορούσε την παπαρούνα άλλος υπαξιωματι­κός. Έπειτα δα ο μακρύς λαιμός με το πεταχτό καρύδι του κά­τω από το σαγόνι είναι το πιο σίγουρο σημάδι της καλής γενιάς από τα βουνά του βάλτου.

Κι ο Σακαρέλος ήταν από μια από τις πρώτες φαμελιές του Βάλτου, από τους Χαλκιοπούλους μέσα. Ο πατέρας του κλέφτης στον καιρό του, από τα πρώτα παλικάρια του Μαριόλη· ο αδερ­φός της μάνα  του ληστής και κείνος με τον Κωνσταντέλο· ένας αδερφός του ξεμπέρδεψε ένα δήμαρχο, εχτρό της φαμε­λιάς, κι είναι ακόμα στου Μακρή, στο Μεσολόγγι. Μα ο Μάνθος δεν τους έμοιασε· είναι ήσυχος και φρόνιμος, φτάνει μόνο να μην τον πειράξει κανένας ή να μην του κοιτάξει την Κούλα, το βάσανό του, καθώς τη λέει του φίλου του Θόδωρου Μαυλή και πίνει στο βελούχι τον καφέ του, μισό φλιτζάνι δίχως ζά­χαρη.

Ο Θόδωρος Μαυλής είναι ο μπιστεμένος φίλος του Μάνθου Σακαρέλου. Λοχίας κι αυτός, όμως λίγο νοιάζεται γι’ αγάπες. Του αρέσει καλύτερα το κρασί, μάλιστα σαν τον κερνούνε, γιατί αφού τον πήρε το όριο κι απελπίστηκε για το χρυσό γα­λόνι, το ’βαλε να κάμει μικρό κομπόδεμα, ν’ ανοίξει κάνα μαγαζάκι σα φύγει απ’ το στρατό.

Στα νιάτα του δεν είχε μείνει κι αυτός αλάβωτος από τα μαύρα μάτια κι απ’ τα παιγνίδια τους δεν ήταν άμαθος. Ο Σακαρέλος ήξερε πως είχε πείρα σ’ αυτά τα πράματα και τον έβαλε να του πατήσει τη φιλενάδα.

Ο Θόδωρος Μαυλής λοιπόν έκαμε κάμποσες φορές της Κού­λας γλυκά μάτια κι ένα βράδυ της πέταξε στο μπαλκόνι ένα τε­νεκεδένιο βραχιολάκι τυλιγμένο σ’ ένα παρδαλό μαντίλι με τον Κολοκοτρώνη σταμπαρισμένον καβαλάρη, αφού της το ’δειξε πρωτύτερα, το δειλινό, από το βελούχι.

Μα τη βρήκε την Κούλα να γελαστεί κι ο Σακαρέλος βρήκε κι έβαλε τον άνθρωπο να την πατήσει:

– Ένα μπεκρούλιακα και μ’ άσπρες τρίχες κιόλας στα μουστάκια!

Η Κούλα του τα πέταξε πάλι στα μούτρα και το άλλο βράδυ, που έσμιξε με το Σακαρέλο στις πατουλιές της ακροποταμιάς, του παραπονέθηκε για το φίλο του.

Ο Σακαρέλος έκαμε πως δεν το πίστεψε.

– Θαν τα ’ρρ’ ξι για τ’ Μαριώ. Ισένανε δεν κουτάει να σι πράξ’ μουτ’ ου ίδιους ου Θιός, της είπε με παθητική φωνή.

– Έλα δα μην αγριεύ’ς· σι ξέρου που είσι παλικάρ’, γέλασε η Κούλα και τόνε χτύπησε χαδευτικά στο μάγουλο.

– Σα θέλις, δουκίμασι κι τήραξ’ άλλουν.

– Τι θα μ’ κάμ’ς;  θα μι σκουτώ’ εις, θάρου, είπε η Κούλα.

– Για δουκίμασι κι βλέπ’ς, απάντησε ο λοχίας σοβαρά.

Η Κούλα ξαναγέλασε και τον αγκάλιασε, σα να ήθελε να δείξει πως την κολάκευε η άγρια αγάπη του καλού της.

Ο Σακαρέλος ξεσκοτείνιασε. Ησυχασμένος από το αποτέλε­σμα της δοκιμής του Θόδωρου Μαυλή, δεν γκρίνιασε το βράδυ αυτό την αγαπητικιά με τις υποψίες που είχε, πως ο Καραφω­τιάς δεν μπαινοβγαίνει στην κούλια μόνο για τη Μαριώ.

Το βοριαδάκι φυσούσε ψιλό από τις ράχες. Ο λοχίας είδε την Κούλα που ανατρίχιαζε, έστρωσε χάμω τη μισή καπότα και με την άλλη μισή σκέπασε και κείνη και τις πλάτες του.

Το σκοτάδι, που πύκνωνε ολοένα γύρω, σκέπασε και τους δυο περσότερο.

Στον ουρανό φανήκανε τα πρώτ’ αστέρια, μα κι οι δυο δεν τα προσέξανε. Η Κούλα είχε φροντίδα μεγαλύτερη για πράματα πιο γήινα. Ήθελε να μάθει αν ο συνάδερφος του Σακαρέ­λου Νώντας Σαματάς αποφάσισε στ’ αλήθεια να στεφανωθεί την Κατέρω του Μπρέσακου, αν ο Θύμιος Βασιλόπουλος ξέκοψε πράματις για πάντα από τη Βαγγελιώ, τη φιλενάδα της, αν ο Στέριος Μπουλοβίνας, που δεν ξαναφάνηκε τέσσαρες μέρες στο βελούχι, είναι τιμωρημένος και γιατί.

Οι φιλενάδες όλων αυτουνών ήτανε από τα κορίτσια, που συναζόντανε στον πύργο και περιμένανε να τους στείλει μήνυ­μα η Κούλα με τη μικρή ορφανή της πλύστρας.

Αν κι ο δικός της ο λοχίας θα την έπαιρνε κι αυτή, για τούτο είχε ρωτήσει άλλες βραδιές. Απόψε είχε στο νου άλλο κάτι πιο βιαστικό.

Το σκοτάδι πύκνωνε πάντα πιο πολύ, τ’ αστέρια ψηλά πληθαίνανε κι από την πλαγιά έκραζε τριζανιστά το γιδοβίζι. Και το ποτάμι βογκούσε αθώρητο εκεί κάπου.

– Πρώιμα έπιασε του κρύου, είπε άξαφνα η Κούλα, ύστερ’ από σύντομη σιγή, αφού έμαθε όσα ήθελε.

– Καιρός για δύου, απάντησε ο λοχίας.

– Δεν πάου π’θινά απόψι· θα μείνου δω ούλι νύχτα. Ζιστάθ’ κι του κόκαλό μ’ κάτ’ απ’ ’ν κάπα σ’.

– Σαν τ’ θέλεις, χάρ’σμά σ’.

– Του ξέρ’ς, δεν τ’ ν παίρνου κι κάνεις του γαλαντόμου, είπε η Κούλα: Να ’τανε τίπουτας άλλου!

– Λες πως έτσ’ του λέου; Πάρ’ νε κι φεύγα! είπε ο λοχίας και σηκώθηκε.

Η Κούλα έκαμε να τον κρατήσει.

– Έλ’ άσ’ τα χώρατα. Έλα κάτσι, θα κρυώ’ εις.

– Δεν είμι για να κάτσου· όπ’ κι αν είναι θα βαρέσ’ προυσκλητήριου.

– Έλα, σου ’πα, κάτσι κάτ’· κάτ’ έχου να σ’ που.

Αυτό το κάτι είχε μαντέψει ο Σακαρέλος και ζητούσε να ξεφύγει. Μα όπως έβλεπε κει την Κούλα τυλιγμένη ως απάνω με την κάπα του – τα μάγουλά της μόνο θαμποφέγγανε και τα μαλλιά της μαυρίζανε βαθύτερα στο σκοτάδι:

– Άι ουρή, πως έκανες για βλάχα! φώναξε, σα να του ξύπνησαν άξαφνα σβησμένες θύμησες κι έσκυψε και τη φίλησε σκασταριστά.

Η Κούλα τον αγκάλιασε:

– Δε σ’ αφήν’ απόψι· ιδώ θα ξιν’ χτύσουμι.

Και τον κάθισε κοντά της και τον ξανασκέπασε με την κα­πότα.

– Πώς σε κάνει ένα παλιόπραμα, ωρέ Σακαρέλο!, στοχαζό­τανε απελπισμένος με τον εαυτό του ο βαλτινός λοχίας. Δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη να σηκωθεί.

Η Κούλα τον ξαναγκάλιασε:

– Η φουτιά μας λείπ’ μαναχά, μουρμούρισε.

– Κι κάστανα να ψήσουμι, γέλασε ο Σακαρέλος σαρκαστικά.

– Μάνθου, θα σ’ νε πάρου τ’ ν καπότα μι τα σουστά. Καθώς ζιστάθ’ κα δω απ’ κάτ’, δεν μπουρού να πάου αλλιώς στ’ ν κούλια.

– Κουρίτσ’ απάν’ στ’ βράσ’ σ’ κι να κρυώνεις! Δε ντρέπισι! είπε ο Σακαρέλος και την αγκάλιασε.

– Ας είχα κι γω ένα τέτοιου τσόλι απάνε μ’ κι ήγλεπις αν κρύουνα· μα μι του ψ’ λό του τα’ τάκι, μι του λιόμ’ αυτό!

Κι έφερε η Κούλα το χέρι του λοχία στην ψιλή μπερτίτσα, που τύλιγε τους ώμους της.

– Δεν έρχουμ’ άλλου βράδ’ να σι σμίξου δω, πρόστεσε κλαυτά.

– Γιατί δε φουρείς του σπαλέτου σ’; ρώτησε ο Σακαρέλος κι εννοούσε το σάλι του Θώμου Κρανιά, που έριχνε η Κούλα απάνω της τον περασμένο χειμώνα, όταν ερχόταν αποβραδίς στα πρώτα, τους ανταμώματα.

Η Κούλα δε θέλησε να του πει πως το έβαψε τώρα μαύρο η Φρόσω και τουλουπωνότανε μ’ αυτό, όταν έβγαινε στο βρα­δινό γύρο της στην πόλη.

Προτίμησε κι ήρθε ίσια στο ζήτημα:

– Θέλεις να κρυώνου, Μάνθου, ή να μην κρυώνου;

– Τι ρώτ’ μα είν’ αυτό;

– Σι ρουτάου, πες, τι θέλεις;

Ο λοχίας έμπλεξε:

– Να μην κρυώνεις, μουρμούρισε.

– Τότινες πάρι μ’ τρία τσικλιά κόκκινου γνέμα μάλλινου, να πλέξου νια μπιρτίτσα.

Ο λοχίας έπεσε στο δίχτυ.

– Θα μ’ τα πάρ’ ς  ε; Θα μ’ τα φέρ’ ς αύριου; Σι καρτιρού πίσου στ’ φράχτ’ απουβραδίς.

Και κρεμάστηκε απάνω του.

‘Ο Σακαρέλος κοίταξε άφωνος τα μάτια της, που λάμπανε στο σκοτάδι. Δεν ήτανε γραφτό να πάρει και τη δεκαμερία αυτή τις μεταξωτές καλτσοδέτες (με τ’ όνομά του κεντημένο σ’ αυτές ανάποδα) που παράγγειλε δω και δυο μήνες σ’ έναν καζάζη του τουρκομαχαλά.

– Αυτή η αγάπη θα με ρίξει στο γκρεμό, στοχαζόταν ο Σακαρέλος κι ήταν έτοιμος να πει το όχι.

Τσιγκούνης δεν ήταν αληθινά, όπως είχε τ’ όνομα κι όπως τον πίστευε κι η Κούλα. Μα οι πόροι του ήτανε μετρημένοι κι ο Μάνθος Σακαρέλος δεν εννοούσε να γυρεύει άδηλους τέτοιους, όσο κι αν οι συνάδερφοί του βρίσκανε την ψυχολογία του αυτή αταίριαστη με την πατροπαράδοτη του τόπου του.

Ο Σακαρέλος δεν ήθελε να είναι περήφανος και τσελεπής μόνο στη ντυμασιά, εννοούσε να είναι το ίδιο παστρικός και στα χέρια. Και την ώρ’ αυτή πάλευε με τον πειρασμό. Ένα πείσμα μέσα του ήθελε να κόψει την κακή συνήθεια, που είχε η Κούλα να ’ρχεται να τόνε σμίγει πάντα με μιαν απαίτηση.

Κάλλιο να μην ξαναρθείς να μ’ ανταμώσεις, γυρνούσε στη γλώσσα του να πει, μα τα μάτια του φιδιού, που του είχε ζώσει το λαιμό, τη δένανε· η πύρα του κορμιού, που άγγιζε το δικό του, κι η ιδέα πως αυτό κρυώνει του φέρναν ανατρίχιασμα θερμό κι αυτού και ζαλίζανε το νου του.

Κι έμενε άφωνος εκεί.

Μα ξάφνω ακουστήκανε κουδούνια πίσω τους, από την πλα­γιά. Ήτανε κοπάδι γίδια, που ροβολούσε προς την ποταμιά. Σε λίγο πήδησε κι ο τράγος μπρος τους.

Αναγκαστήκανε να σηκωθούνε, να θυμηθούν πως τους περι­μένουνε στο στρατώνα και στην κούλια.

Άμα προχώρησαν ένα διάστημα μαζί, όσο που φανήκανε τα φώτα από το κάστρο, η Κούλα στάθηκε:

– Άι στου στρατώνα συ· μην έρχισ’ απ’ τουν κουντό, μη ιδεί κανένας, είπε.

Κι αφού του ξαναθύμισε πως θα τον περιμένει αύριο βράδυ εκεί που του είπε, τον καλονύχτισε και πάει.

Ήτανε το βράδυ του Αϊ-Γιωργιού ανήμερα. Οι υπαξιωματι­κοί του κάστρου είχανε γενικό ζιαφέτι στο βελούχι του Φωτούλα Τυλιγάδα. Δυο τρεις τους είχαν τ’ όνομά τους κι όλοι μαζί κάνανε τραπέζι του νιοφερμένου συναδέλφου τους Αχιλλέα Σκαλτσογιώργου.

Ο Φωτούλας Τυλιγάδας έβαλε τα δυνατά του να τους ευχαριστήσει όσο μπορούσε καλύτερα. Αλάτισε μοναχός το αρνί, έπλεξε το κοκορέτσι και μάζεψε από τη κούλια κι από τη γειτονιά πιάτα και μαχαιροπίρονα.

Οι πρώην συνάδερφοό του θα προτιμούσανε λατσούδια, μα το βουνό ήτανε μακριά. Ένα γύρο οι κήποι είχανε μόνο τριαντάφυλλα. Η Μαριώ μάζεψε μιαν αγκαλιά κι άλλη μια η Κούλα, τα στείλανε με την ορφανή της πλύστρας του πατέρα και γυρέψανε να της στείλει κι ο Φωτούλας την κοιλιά του αρνιού. Μα δυο ευζώνοι, που γυρνούσανε το σουβλί από πίσω από την παράγκα, προλάβανε και την ψήσανε πρωτύτερα στα θράκια.

Ο Θόδωρος Μαυλής, που ήρθε να ρίξει μια ματιά, αν είναι όλα σε τάξη, πήρε κι αυτός ένα μεζέ κι ήπιε ένα τσίπουρο. Και το βράδυ, αφού οι υπαξιωματικοί πήρανε και δώσανε τη νυχτερινή αναφορά στους λόχους τους, μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το μακρύ τραπέζι, που τους περίμενε στρωμένο κάτω από φρετζάτα του βελουχιού, αντίκρυ στα παράθυρα του πύργου.

Την προεδρία την πήρε ο Συμεών Καραφωτιάς. Ο Τυλιγάδας φρόντισε και του προμήθεψε έναν ταμπουρά, γιατί στα τέλια του μπουζουκιού του μπερδευόντανε τα δάχτυλα· δεν το συνή­θισε. Ο μουσαφίρης Σκαλτσογιώργος κάθισε πλάι του, ο Μάνθος Σακαρέλος παραπέρα, αντικρινά στο Γιαννακό Πλα­στάρα, που είχε καθίσει με την πλάτη γυρισμένη προς την κούλια· από τον καιρό που μάλωσε με τη Μαριώ δεν ξανασή­κωσε ποτέ τα μάτια στα παράθυρά της.

Κατόπι πήρε θέση στη σειρά όλη η λεβεντιά του κάστρου κι ανάμεσό της ένας πολίτης φίλος τους με μια φυσαρμόνικα για να βαστά το μπάσο.

Τα δυο μπουζούκια του βελουχιού καθίσανε κοντά κοντά. Το ένα στα χέρια του Φωτούλα Τυλιγάδα, το άλλο στου Γιώργου Καραμπλιάκα από την Αντράνοβα. Το χωριό του, ονομαστό για τραγανά κεράσια και κορίτσια, δε φημίζεται για παιγνιδιάτορες, μα ο λοχίας Καραμπλιάκας έκαμε καιρό στην Καλαμάτα και κει ξεσκόλισε στο μπουζούκι.

Τα όργανα προσμένανε στην άκρη, όσο να φαγωθεί το αρνί και ν’ ανοίξει η διάθεση με τα ποτήρια, που αδειάζανε στην υγειά του ενός και του άλλου. Δεν άργησε και πρώτοι δώσανε το σημείο οι κλαψάρικοι τόνοι της φυσαρμόνικας.

«Τα λελούδια μαραμένα, τα φιλιά φαρμακωμένα», ταίριασε με το μινόρε της τη σκληρή και ξεγοφιάρικη φωνή του ο μοραΐτης επιλοχίας Ανάστος Παδελόπουλος.

Δεύτερη και τρίτη τον ακολουθήσανε και το τραγούδι απλώ­θηκε. Τα μπουζούκια θελήσανε να το συνοδέψουνε, μα η μπουργάνα του Φωτούλα Τυλιγάδα κάτι έπαθε και χαλούσε το ρυθμό.

– Ποιος διάτανους πήι κι του σκαντάλισι! Ιγώ του σ’ νάρ’ σα τ’ απέγιουμα, φουρκίστηκε ο Φωτούλας κι άρχισε να κουρδίζει το μπουζούκι του.

Το τραγούδι κόπηκε και μοναχή η φωνή του Γιαννακού Πλα­στάρα αποτέλειωσε το γύρισμα:

Δώσ’  μου πίσω τα λελούδια,

δώσ’ μου πίσω τα φιλιά.

Είχαν ξυπνήσει μέσα του οι καημοί και ξεχάστηκε.

Τα ποτήρια ξαναδειάσαν, όσο έσιαχνε ο Φωτούλας το μπου­ζούκι.

– Έλα, Φωτούλα, πάρ’ το τώρα· μας γκάστρωσες, πρό­σταξε ο Συμεών Καραφωτιάς.

Ο Τυλιγάδας, γελαστότερη ψυχή από τον παίχτη της φυ­σαρμόνικας, χτύπησε πιο περίχαρη χορδή, πιο ανοιχτόκαρδο σκοπό:

– Ούλες οι παπαρούνες, παπαρούνα μου, — αντιλάλησε η ψιλή, βραχνότρεμη φωνή του.

– Ούλες οι παπαρούνες με γέλια, με χαρές, βουίξαν όλοι μ’ ένα στόμα.

– Άιντε τσολιά μου! αλάλαξε ο Καραφωτιάς, σκαρταρίζοντας ψηλά στον αέρα τα τρία δάχτυλα.

Μπιμ! μπαμ!

– Νίλα θα γένει απόψε! ρεκάξανε άλλες φωνές.

Και το γλέντι μπήκε στο δρόμο του. Τα δυο μπουζούκια παλεύανε ποιο να περάσει το άλλο, οι φωνές ποια να πάει ψηλότερα και πότε γελούμενοι, αλαφροί, πότε βαριοί, παθητικοί ακολου­θούσαν ένας τον άλλον οι σκοποί, όσο που ο επιλοχίας Καρα­φωτιάς έδωσε πάλι το σημείο στην αλλαγή του τόνου.

Τα δυο μπουζούκια πάψανε, όταν τον είδανε να πάρει στα  χέρια του τον ταμπουρά κι όλοι σωπάσανε.

Ο επιλοχίας Καραφωτιάς ήταν τραγουδιστής με τ’ όνομα στα ευζωνικά. Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. Όλα τούτα αντιλαλούσανε μ’ όλους τους αχούς τους στο μεστό και λαγαρό τραγού­δι του και κοντά σ’ αυτά και πρώτ’ απ’ όλα έτρεμε στη φωνή του κι αναστέναζε ο καημός μιας λεβεντιάς, που χάνεται ολοέν’ από τα βουνά, η πίκρα για το χαμό και μαζί και κάποια ελπίδα μήπως ξανανθίσει. Η λαχτάρα της σα να ξεχείλισε και την ώρ’ αυτή κι άρχισε βαθιά, βαριά:

– Με γέλασε μια χαραυγή, ο αυγερινός κι η πούλια, και πήρα πλάγια ταϊβουνά.

Ο ταμπουράς μόνο συνόδευε στα χέρια του ίδιου επιλοχία κι οι φωνές από τη μισή παρέα ακολουθούσαν αργά και σιγαλινά, για να το σηκώσει έπειτα η άλλη μισή με τη φωνή του Τυλιγάδα απάνω απάνω.

Όπως όλοι οι ξακουστοί τραγουδιστάδες, ο Συμεών Καρα­φωτιάς δεν τέλειωνε ποτέ τραγούδι. Και τώρα ύστερ’ από τρία τέσσερα γυρίσματα το έκοψε στη μέση.

Και σώπασε κι η άλλη μεριά.

Ο καημός του επιλοχία Καραφωτιά ξάναψε όμοιους πόθους σ’ όλο το τραπέζι. Ο Φωτούλας Τυλιγάδας άδραξε πάλι το μπουζούκι.

Ο Γιαννακός Πλαστάρας βαλαντώθηκε και το τραγούδι του Κατσαντώνη απλώθηκε θλιμμένο και βαρύ.

Όμως η λάμψη του αγραφιώτη αρματολού ήταν παλιά και θαμπωμένη πια για το Φωτούλα Τυλιγάδα. Οι λαχτάρες του πετούσανε σε κοντινότερους καιρούς και στη φαντασία του σύχναζαν άλλες νωπότερες σκιές και δόξες, που γεμίσανε τον Έλυμπο και Κίσαβο, την Γκιόνα και τη Λιάκουρα, τον Μπούμπιστο και τη Βελίτσα.

– Εσείς, πουλιά του Γρεβενού, Τσίτσου κι Μήτσου μου, έσκισε τη νυχτιά η στριγκή λαλιά του πρώην λοχία.

Ο Τσιτσομήτσος ήτανε μια από εκείνες τις σκιές, που η γενιά του είχε νταραβέρια ζωντανότερα παρ’ ότι με τις δόξες του Βλαχάβα και του Κατσαντώνη, Στα νιάτα του τις κυνήγησε κι ο ίδιος στα βουνά κι έπλεξε γύρω τους κάποιο όμορφο όνειρο, που η τύχη το θέλησε να σβήσει έτσι σκληρά στη βρό­μικη ποδιά του βελουχτζή εδώ στον όχτο του ακροπόταμου.

Τέτοιο όνειρο πλανεύει και τη λεβεντιά του κάστρου εκεί τρι­γύρω του. Όλοι έχουν τον ίδιο πόθο μαζί με τον Καραφωτιά, όλοι κλαιν ελπίδες που χάνουνται όσο πάνε. Γιατί ξέρουν πως οι σκιές, που ξύπνησε το τραγούδι του Φωτούλα Τυλιγάδα, δε γεμίσανε μόνο δόξα τα βουνά, δε στοιχειώσανε κάθε κορφή και ράχη και χωριό και χούνη, μα πλημμύρισαν και τους καφενέδες με χρυσά γαλόνια, στολίσανε τις στράτες με αστραφτερά σπαθιά και σκόρπισαν απόστρατους συνταξιούχους απ’ άκρη σ’ άκρη στα βουνά και στα χωριά.

Αργά, επίσημα, συγκρατητά κι απανωτά αντηχούνε τα τρα­γούδια του Σπανού, του Τάκη, του Ντελή, του Κάγκαλου, του Πατσαούρα. Καθένας έχει κι ένα χωριανό αρχιληστή να θυμη­θεί και τα πουλιά ξορκίζονται να μη λαλήσουν, οι κούκοι και τ’ αηδόνια να βουβαθούν κι οι όμορφες να αλλάξουν τη Λα­μπρή, γιατί τον έναν ήρωα σκοτώσανε, τον άλλον τον λαβώσανε, τον τρίτον πάνε να τον κρεμάσουν. Η φωνή του Φωτούλα βράχνιασε, ο Καραμπλιάκας άναψε με τ’ άλλο το λαλούμενο, ο Γιαννακός Πλαστάρας χούγιαξε πως δε ματάειδε τέτοιο πατιρντί, ο Ανάστος Παδελόπουλος μνημόνεψε κι αυτός το Λίγκο το λεβέντη κι έτσι ξεντρόπιασε το Μοριά μπροστά στους Ρου­μελιώτες.

Μια δόξα μόνο δεν υμνήθηκε κι ένα όνομα δεν αναφέρθηκε· του Κωσταντέλου. Κάποιος, που το χωριό του ενεχότανε στο φόνο του, ήτανε στη συντροφιά και κανένας δεν είχε όρεξη να ξανάψει πατροπαράδοτες μνησικακίες στο βαλτινό λοχία. Ένας ήτανε φόβος μην το κάμει, ο νιόφερτος συνάδερφος, που ίσως δεν ήξερε πως ο αδερφός της μάνας του Σακαρέλου πήγε θράσος και κείνος μαζί με το μεγάλο ήρωα.

Μα τον Αχιλλέα Σκαλτσογιώργο δεν τόνε φλόγιζαν τέτοιοι πόθοι. Όταν ήρθε η σειρά του να τραγουδήσει γύρισε ξαφνικά το σκοπό.

Θέλουν ν’ ανθίσουν τα κλαριά, βλάχα, βλαχούλα μου – άρ­χισε απαλά, σιγαλινά.

Όλοι σωπάσανε μεμιάς.

– Κι ο πάγος δεν τ’ αφήνει· θέλω και γω να σ’ αρνηθώ

κι ο πόνος δε μ’ αφήνει, το πήρε άξαφνα ο Γιαννακός Πλα­στάρας από το άλλο πλευρό.

Ο Καραφωτιάς έκαμε κίνημα να τον σωπάσει. Αν δε φοβότανε μην το πάρει σε κακό ο πρωτυτερινός αγαπητικός της αρρεβωνιαστικιάς του, θα του βούλωνε το στόμα με την απαλάμη.

Μα πρόλαβε άλλος και του ένεψε και σώπασε.

Κι ο Σκαλτσογιώργος ξαναπήρε μόνος το τραγούδι.

Τριγύρω τσιμουδιά· όλοι κρατήσανε και την αναπνοή.

Η φωνή του Σκαλτσογιώργου, συνοδεμένη μόνο από τα μπουζούκια ανέβηκε σιγαλά σιγαλά κι υψώθηκε βεργολίγερη, τρεμούλιασε απαλά και λύγισε, κελάρισε και τρίλισε σαν την λαλιά του κότσυφα, ξαναχαμήλωσε, τσακίστηκε, βράχνιασε και μουρμούρισε σαν παράπονο τρυγονιού, για ν’ ανέβει και να παιγνιδίσει πάλι σα γελαστό φλυάρημα γαλιάντρας, να ξανα­πέσει και να ξανασηκωθεί, να παιγνιδίσει και ν’ αναστενάξει, όσο να σβήσει ψιθυριστά σαν ανατρίχιασμ’ αεριού στα φύλλα. Ο Συμεών Καραφωτιάς σήκωσε το ποτήρι:

– Γεια σου, ορέ Σκαλτσογιώργο, γεια σου! Όλοι ήπιανε στην υγεία του Σκαλτσογιώργου και σιωπή κράτησε μερικές στιγμές.

Αντίκρυ στο μπαλκόνι της κούλιας σα ν’ αναδεύτηκε ένας ίσκιος κι ο επιλοχίας Καραφωτιάς αλαφιάστηκε.

Ο Σακαρέλος δεν κουνήθηκε στο κάθισμά του. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού η φυσαρμόνικα ξανάρχισε το κλάμα :

Εις φρικώδη μαύρη νύχτα,

εις σιγήν κοιμητηρίου,

άντικρυ νεκροταφείου

μουρμούριζε ο Ανάστος Παδελόπουλος την ίδια στιγμή που ο Καραφωτιάς κεντημένος από το τραγούδημα του Σκαλτσογιώρ­γου άπλωνε το χέρι στον ταμπουρά.

Ο Παδελόπουλος είδε το κίνημα και σώπασε.

– Έλα, πάρε κανένα, του μουρμούρισε κι ο Σκαλτσογιώργος. Ο Καραφωτιάς ξανάπλωσε το χέρι. Μα η τρεκλιστή φωνή του Θόδωρου Μαυλή από την άλλη άκρη του τραπεζιού τον έκοψε ξανά.

Το παιδί που με – το παιδί που με -, τραύλιζε ο τσακιρωμένος υπαξιωματικός και σκουντούσε τους μπουζουξήδες να τον ακολουθήσουν.

– Ας κάμ’ νε κι άλλοι του κέφ’ τς είπε ο Καραφωτιάς και σηκώθηκε ξάφνω αφήνοντας τον ταμπουρά στο κάθισμα.

– Αχά, πού πας; ρώτησε ο Σκαλτσογιώργος.

– Π’ θινά· θα γυρίσου άμεσους, είπε αδιάφορα ο επιλοχίας κι έφυγε.

Κανείς δεν τον πρόσεξε. Μονάχα ο Σκαλτσογιώργος και ο Σακαρέλος είδαν την φουστανέλα του, που άσπρισε μια στιγμή όξω στο δρόμο.

Ο Σακαρέλος είδε ακόμα πως χάθηκε κι ο ίσκιος από το μπαλκόνι της κούλιας και τη στιγμή αυτή δεν έμεινε ήσυχος στο κάθισμά του.

Το γλέντι άναψε τώρα στην αντίπερ’ άκρη του τραπεζιού. Κέντρο ήτανε εκεί ο Θόδωρος Μαυλής κι ο Φωτούλας Τυλιγάδας, που είχε την τέχνη να ταιριάζεται με όλους. Ένιωθε και τις λεβέντικες ορμές του Καραφωτιά και τις παράτροπες λιγά­κι του Θόδωρου Μαυλή. Οι κακές γλώσσες λέγανε μάλιστα πως τις είχε κι αυτός στο αίμα του, μα σα γεροντοπαλίκαρο που έμεινε και σα βελουχτζής που ήταν, του τις συμπαθούσαν. Και τη στιγμή αυτή με το τραγούδι, που άρχισε ο Μαυλής, σα να ξαναβαλαντώθηκε.

Ο Αχιλλέας Σκαλτσογιώργος αηδίασε και βαρέθηκε να τους ακούει.

– Πού να πάει ο Καραφωτιάς; ρώτησε το Σακαρέλο.

– Θα πάει για φ’ λί, πετάχτηκε από αντικρινά ο Κώτσος Παπαδημούλης, που άκουσε το ρώτημα.

Ο Σακαρέλος δεν κουνήθηκε, δε μίλησε. Ο Σκαλτσογιώργος λάγγεψε:

– Τι στο δρόμο το π’ λιούν εδώ το φ’ λί; ξαναείπε του Σακαρέλου χαμογελώντας.

Ο Σακαρέλος έκαμε πάλι πως δεν άκουσε.

– Γεια σ’, ορέ Μάνθο! Τα ’ρρ’ ξες κιόλας, νύσταξες! του φώ­ναξε ο Γιαννακός Πλαστάρας κι άπλωσε το ποτήρι.

Ο Σακαρέλος πήρε το δικό του, τσούγγρισε μαζί του και το άδειασε χωρίς να βγάλει λόγο.

– Κάτι θέλει να μου πει, τραύλιζε ολοένα ο Θόδωρος Μαυλής στην κάτω άκρη.

– Στον μπαξέ θέλει να πάμε να γλεντήσουμε μαζί, συμπλή­ρωσε ο Γιαννακός Πλαστάρας και γύρισε κείθε χτυπώντας το ρυθμό με τις απαλάμες.

– Αν είναι κείν’ η στρουμπ’λούλα, που είδα δω καρσί το δειλινό, χαλάλι τ’! μουρμούρισε του Σακαρέλου ο Σκαλτσογιώρ­γος, χωρίς να λάβει πάλι απόκριση.

Ο Σακαρέλος ξανάδειασε το ποτήρι του μια δυο φορές αλλά­ζοντας με τους πλαγινούς του ομιλίες αδιάφορες. Δεν είχε τραγουδήσει όλο το βράδυ· ακολουθούσε μόνο τους άλλους μουρμουριστά. Δεν ήταν τραγουδιστής και δεν του άρεσε να καταπιάνεται με ό,τι δεν μπορούσε να το βγάλει πέρα.

Ο Καραφωτιάς δεν άργησε να γυρίσει. Όσοι τον είδαν κάμανε πως δεν τον πρόσεξαν. Κανένας δεν τον ρώτησε πού ήταν. Ο Σκαλτσογιώργος μόνο σφύριξε χαμογελώντας στο αυτί:

– Φάνηκε απόξω κανένας νταλματίας;

Ο επιλοχίας δε μίλησε.

– Τόνε λιτάρωσες καλά: τον παράδωσες στ’ ν υπομεραρχία; Ο Σκαλτσογιώργος είδε πως ο ανώτερός του δεν είχε όρεξη για χωρατά και σώπασε.

Μα η διάθεση δεν ξαναήρθε στο απάνω μέρος του τραπεζιού. Ο Καραφωτιάς δεν ξανάπλωσε το χέρι στον ταμπουρά, ο Σκαλτσογιώργος δεν ξανατραγούδησε.

Κοντεύανε μεσάνυχτα. Άδεια διανυκτερεύσεως δεν είχαν όλοι τους κι ήταν καιρός να το χαλάσουν. Αδειάσανε τελευταία φορά τα ποτήρια τους κάτω από το βραχνό τραγούδι του Μαυλή και σηκωθήκανε και πήραν το δρόμο του κάστρου.

Μονάχα ο Γιαννακός Πλαστάρας κι ο Μάνθος Σακαρέλος δεν είχαν όρεξη για ύπνο. Χωρίς να πούνε τίποτε στους άλλους, κοντοσταθήκανε και κάμανε κατά την πόλη. Η Κατινίτσα η Σμυρνιά χόρευε με το καφέ αμάν σ’ έναν από τους καφενέδες της πλατείας και τράβηξαν εκεί να ξεθυμάνουν τη βαριά καρδιά.

Όσο βαστούσε το γλέντι στο βελούχι, δεν μπορούσε να ησυ­χάσει αντίκρυ κι η κούλια. Πρι να καθίσουν οι υπαξιωματικοί στο τραπέζι, ο επιλοχίας Καραφωτιάς νοιάστηκε να στείλει στις ξαδέρφες το σβέρκο του αρνιού, δυο τρία ψαχνά κομμάτια και μια μισοκάρικη μπουκάλα κρασί. Κι έτσι μπορούσανε ν’ ακολουθούν κι αυτές το γλέντι με καλύτερη διάθεση.

Η Κούλα πήρε την καρέκλα της και βγήκε στο μπαλκόνι, η Μαριώ κάθισε στο παράθυρο της άλλης κάμαρας κι η Φρόσω, μην έχοντας κανένα λόγο ν’ αγρυπνά, έπεσε και κοιμήθηκε.

Ο Καραφωτιάς από το μέρος που καθόταν είδε και γνώρισε μόνο τον ίσκιο, που παραφύλαγε όλη την ώρα στο μπαλκόνι. Το κεφάλι της Μαριώς δεν μπόρεσε να το ξεχωρίσει στο σκοτει­νό παράθυρο ούτε αυτός ούτε ο Σακαρέλος που καθότανε κατάντικρυ. Κι ο Καραφωτιάς νόμισε πως η αρραβωνιαστικιά του είχε κοιμηθεί. Αλλιώς δε θα τραβούσε προς τον πύργο, άμα έφυγε από το γλέντι για λίγες στιγμές.

Μόλις όμως προχώρησε προς την αυλόπορτα, η Μαριώ τον ξάφνισε μισοανοίγοντάς την:

– Καλησπέρ’, έλ’ απού μέσα.

Ο επιλοχίας δεν πρόφτασε να μπει, όταν από το βάθος της αυλής παρουσιάστηκε τρεχάτη η Κούλα. Νομίζοντας κι αυτή πως η Μαριώ κοιμήθηκε στην άλλη κάμαρα, σαν είδε στο δρόμο πως ο ίσκιος του ξαδέρφου έκαμε κατά τον πύργο έτρεξε σιγαλά, ξυπόλυτη, νυχοπατώντας μην ξυπνήσει τη Μαριώ και πήδησε αλαφρά τη σκάλα.

Κι οι τρεις βρεθήκανε ξαφνισμένοι κι απογοητευμένοι πίσω από την αυλόπορτα.

– Συμεών, ποιος ήτανε π’ τραγούδ’σι τ’ βλάχα; ρώτησε η Κούλα σιγαλινά, σιμώνοντας τον Καραφωτιά.

– Ο Σακαρέλος, της απάντησε απότομα ο Καραφωτιάς, σα να ξέσπασε μ’ αυτό τη φούρκα του.

Η Κούλα του έδωσε μιαν ανάποδη στο στόμα.

– Να σε μάθω γω πως βαρούν, αγρίεψε ο ξάδερφος, και της άδραξε με ένα χέρι τα δικά της χέρια, ενώ με το άλλο της έπιασε σφιχτά το αυτί, στριμώχνοντάς την προς τον τοίχο:

– Τώρα τι θέλεις να σ’ κάμω;

Η Κούλα πόνεσε και φώναξε βραχνά.

– Ντόσα, σκασμός! – Έλ’ άφσ’ τ’ νε, Συμεών, τ’ ν τουρλακίδα· θα ν’ αϊκούσ’νε στου βιλούχι, μουρμούρισε πνιχτά η Μαριώ.

– Του λες του ράι είτ’ όχι; ξακολούθησε ο επιλοχίας, δίχως να προσέχει τη Μαριώ.

Της ξαπόλυσε κάπως το αυτί και την έσφιξε δυνατότερα στον τοίχο.

Η Κούλα γελούσε, σα να ήταν ευχαριστημένη στα δεσμά του ξάδερφου. Δεν είχε φόβο να της τριφτεί στον τοίχο το καλό το φόρεμα, που φορούσε το δειλινό στον περίπατο της ακροπο­ταμιάς. Το είχε ξεγδυθεί αποβραδίς κι έμεινε με το μεσοφόρι και την παλιά της πόλκα, που καθώς την έσφιγγε στον τοίχο ο ξάδερφος, άνοιξε μπροστά στην τραχηλιά.

Ο Καραφωτιάς κόντευε να λησμονήσει πως έστεκε η Μαριώ στο πλάι. Μα κι η Μαριώ έχασε την υπομονή.

– Ας’ τ’ νε, σούπα, τ’ στρίγλα να χαθεί. Θα ξυπνήσ’ η γειτουνιά, είπε και θυμωμένη έπιασε τα χέρια του αρρεβωνιαστικού και τον τράβηξε από την αδερφή.

– Ας έχεις χάρ’ τς Μαριώς, είπε τέλος κι ο επιλοχίας απελπι­σμένα και την απόλυσε.

– Μα σα θέλεις, ξανασ’κώνεις χέρ’ πρόστεσε και γύρισε προς τη Μαριώ.

Η Μαριώ ήταν ακόμα με το ημερινό της λούσο και καθώς έκαμε ο επιλοχίας να την παρηγορήσει κι αυτή μ’ εν’ αγκάλιασμα, το χέρι του σκόνταψε απάνω στο τορνούρι της.

– Δεν το ’βγαλες ακόμα το σαμάρ’; Σκιάζουμι θα κοιμάσι κιό­λας μι δαύτο, είπε αποφουρκισμένος ολότελα.

Η Κούλα γέλασε κι η Μαριώ δάγκασε τα χείλια.

Μέσα στο θαμπόφωτο της νύχτας ο επιλοχίας μόλις ξεχώ­ριζε την όψη της. Εκείνο που έβλεπε καθαρά ήταν η μακριά της μύτη, χαραχτηριστικό σημάδι της γενιάς του Κρανιά, που η Κούλα μοιάζοντας περσότερο της μάνας της δεν το είχε.

Πολλές φορές η μύτη αυτή χάλασε τη διάθεση του επιλοχία, απόψε όμως καθώς την έβλεπε από το πλάι να σκίζει το σκοτάδι με το τόξο της, του έκοψε ολότελα κάθε όρεξη.

Στην άκρη στο πεζούλι παραπέρα είχε καθίσει η Κούλα και κουνούσε τις γυμνές αρίδες της χαμογελώντας του σαν περι­παιχτικά.

Ο Καραφωτιάς ένοιωσε να τον αφήνει κάθε δύναμη:

— Άιστε, κοιμ’ θείτε τώρα, μουρμούρισε και γύρισε προς την αυλόπορτα.

Η Μαριώ έμεινε σαν αποκαρωμένη.

Συμεών, πες μ’ καημένε, ποιος τραγούδ’ σι τ’ βλάχα; έτρεξε η Κούλα κατόπι του.

Μα ο Συμεών δε γύρισε μήτε να κοιτάξει.

– Ποιος ήταν που τραγούδησε τη βλάχα; συλλογιζόταν όλη νύχτα η Κούλα στριφογυρίζοντας στο στρώμα της.

– Ποιος ήταν που τραγούδησε;

Τον έβαζε στο νου της, τον μάντευε, ήτανε βέβαιη σχεδόν, ωστόσο ήθελε να μάθει τ’ όνομά του.

Ο νιόφερτος λοχίας, ο μελαψός και μαυρομούστακος, με το κορμί το λίγο έγκωμο το ζουνάρι το κρεμαστό μαριόλικα και τη φέρμελη την κεντισμένη ιδιότροπα δεν της ξέφυγε τη ματιά το απόγεμα, που ήρθε στο βελούχι. Καθόταν όμως στο ίδιο τρα­πέζι κι ο Μαυλής κι έτσι δεν έλαβε καιρό να τον περιεργαστεί καλύτερα. Και κείνος την πρόσεξε στο μπαλκόνι και στύλωσε απάνω της τα μάτια, μα η Κούλα έδωσε τόπο της οργής και κρύφτηκε μέσα, από φόβο μην ο Μαυλής το πει του Σακαρέλου.

– Δίχως άλλο εκείνος θα τραγούδησε. Τις άλλες τις φωνές τις ξέρει, τις γνωρίζει όλες.

– Μα ποιος να ’ναι τάχ’ αυτός; Πότε ήρθε και πούθε ήρθε; Είναι περαστικός, ή μετατέθηκε στο τάγμα;

– Δεν πάει στο καλό· τι με νοιάζει όποιος και να ’ναι! ξανα­λέει μέσα της, κλείνει τα μάτια και ζητά να κοιμηθεί.

– Το χέρι σου το παχουλό και το -, σα ν’ αντηχεί όμως ακόμα η άγνωρη φωνή κι η Κούλα αναταράζεται και ξανανοίγει τα μάτια.

Θυμώνει με τον εαυτό της. Τι τη μέλει αυτή; Δεν πάει να ’ναι όποιος θέλει ο ξένος ο λοχίας! Μήπως δεν έχει αυτή το Μάνθο της, μήπως δεν είναι και κείνος λεβέντης κι όμορφος; Πως δεν τραγουδά θα πεις. Πως η φωνή του μήτε ακούστηκε απόψε στο βελούχι. Και τι με τούτο; Αυτή δεν τον αγάπησε για τη φωνή. Αυτός δεν είναι λόγος να… Μαζί του δεν έχει κανένα παράπονο. Δεν της κάνει ό,τι του γυρέψει, δεν της φέρνει ό,τι της χρειάζεται; Πλούσια δεν είν’ αυτά, πολλά κι ακριβά δεν είναι. Μα τι να τον κάμ’ η Μαριώ τον ξάδερφο, που της φέρνει πιο πολλά, μα την ίδια ώρα κοιτάζει να τη βουλώσει μπροστά στα μάπα της! Ο Μάνθος μήτε σηκώνει μάτι σ’ άλλη.

Κι η Κούλα ξανακλείνει τα μάτια.

Μα ο ύπνος δε θέλει να ’ρθει. Τι έπαθε; τι της ήρθε; Σε καλό της απόψε! Να πάρ’ η αμαρτία κι αυτούς τους ψύλλους, που θεριέψανε με την άνοιξη. Αύριο πρωί θα σφουγγαρίσει όλη την κούλια από άκρη σ’ άκρη. Δε βαστιέται το κακό τους.

Ξανάκλεισε τα μάτια.

Τέτοιο τραγούδημα όμως δεν ξανάκουσε. Το σκέπασε το αηδόνι που κελαδούσε στα λιοστάσια. Και τι αλλιώτικα κεντίδια που είχε η φέρμελη του, τι καλοΐσκιωτος! Έχει και μιαν ελιά στο μάγουλο, αν δε γελάστηκε. Την κοίταξε κατάματα.

Δεν είν’ άλλος| αυτός τραγούδησε. Κι ο Καραφωτιάς πειράχτη­κε, που τόνε ρώτησε ποιος τραγούδησε τη βλάχα. Ζήλεψε μο­νομιάς. Άλλος πάλε και τούτος! Σα να φταίει αυτή που εκείνος τρέμει τη Μαριώ, σα να φταίει αυτή που η Μαριώ την πρόλαβε απόψε στην αυλόπορτα. Είδες η βρόμα το μυρίστηκε. Ήτανε για να μη — για να μη μάθει ποιος τραγούδησε. – Η Κούλα τρόμαξε ν’ αποκοιμηθεί.

Οι ψύλλοι στην άλλη κάμαρα δεν αφήνανε πιο ήσυχη και τη Μαριώ. Κι αυτή ήτανε σκασμένη, που κατέβηκε η αδερφή και την εμπόδισε, κι αγριεμένη πιότερο με τον τρόπο που έφυγε ο αρρεβωνιαστικός. Δεν βλέπει την ώρα, πότε να ξημερώσει να τόνε βρει και να τον μάθει πως φέρνουνται, μπροστά στην Κούλα κιόλας.

Ακούς εκεί να της πει πως κοιμάται με το τορνούρι!

Κι η σουσουράδα η άλλη γέλασε! Ας φέξει ο Θεός την ήμερα μοναχά κι απέ ακούει κι αυτή όσα της πρέπουν.

Τη νύχτα δε θέλησε η Μαριώ να κάμει φασαρία, μην ακού­σουν από το βελούχι. Μόλις όμως χάραξε, πετάχτηκε, κι η Κούλα, που ότι μέστωνε τέλος στον ύπνο, ξαφνίστηκε από ένα τράβηγμα γερό, που ένιωσε στο πόδι.

Η Μαριώ μισόγυμνη, με τα μαλλιά ξέπλεκα, με τα μάτια πεταχτά όξω από την αγρύπνια, αφτιασίδωτη και κουρελιάρα στεκότανε μπροστά της:

– Μ’ μουσκουκιμάσ’ ακόμα! Τήρα ξιγνοιασά. Πάει η ώρα γιόμα!

Η Κούλα μόλις την ξεχώριζε στο θάμπωμα της χαραυγής. Παράξενο, η σουβλερή μύτη τη φόβισε κι αυτή. Μια στιγμή νόμισε πως είχε μπροστά της κάποια στρίγγλα, που έβγαινε από τη σπηλιά της. Έτριψε τα μάτια κι έκαμε να ξυστεί.

– Θα σ’ κουθείς, μουρή, ή όχι, σου ’πα; φώναξε η Μαριώ.

– Άι να χαθείς, μι τρόμαξις, μουρμούρισε η Κούλα και ξαπλώθηκε πάλι.

– Τρουμασμένη! Ακούς ικεί, τς χάλασανε τουν ύπνου!

Η Κούλα ξανάκλεισε τα μάτια.

– Τήρα τ’ βρόμα, δεν αϊκούει!

Κι η Μαριώ την κλώτσησε στο πλευρό.

– Φεύγα, σου ’πα, ξιφουρτώσου μι· ξύπνησες μ’ όρεξ’ θαμπά θαμπά, μουρμούρισε η Κούλα.

– Θαμπά θαμπά… βέβαια. Ιψές μόκατσες ως τα μεσάνυχτα. Τ’ αστόησις πως έχις να κουφ’ νιάεις σήμιρα! έδωσε δεύτερη, τρίτη κλωτσιά η Μαριώ.

Η Κούλα ξαναμουρμούρισε κάτι και μισοσηκώθηκε.

– Τι είπις; δεν έχεις να κουφ’ νιάεις;

– Όχι, δεν κουφ’ νιάζου!

– Θα κουφ’ νιάεις κι θα σκάεις!

Κι οι αδερφές αδραχτήκανε.

Η Φρόσω, που ξύπνησε από την ταραχή, τις βρήκε να κυ­λιούνται μαλλοπιασμένες στο πάτωμα. Η Κούλα έβριζε κι έσπρωχνε μονάχα. Σα μικρότερη, δε σήκωνε το χέρι να χτυπήσει.

Η Φρόσω είδε κι έλαβε όσο να τις χωρίσει.

Άμα βγήκε ο ήλιος, βρήκε την Κούλα σκυμμένη στη σκάφη. Έγινε το θέλημα της Μαριώς· έπρεπε να βρέξει τα ρούχα και να τα ρίξει στην μπουγάδα. Οι χοντροδουλιές του πύργου είχανε πέσει όλες στην Κούλα και στην ορφανή της πλύστρας του πατέρα. Δεν έφτανε μόνο να τις κάνουν, έπρεπε κιόλας να τις κάνουν όπως κι όποτε ήθελε η Μαριώ.

Η Κούλα έτριβε στη σκάφη με τα μάτια κλαμένα. Δεν είχε πώς αλλιώς να ξεθυμάνει. Με τον καυγά και με την ταρα­χή λησμόνησε μια στιγμή και το νιόφερτο λοχία και το ζουνάρι του και την ελιά στο μάγουλο και το τραγούδημα της νύχτας. Από την αϋπνιά ήτανε και το κεφάλι της βαρύ, ο αέρας της αυγής ψυχρός, το νερό της σκάφης κρύο, η γης, όπου πατούσαν οι φτέρνες της, κρύα κι αυτή. Η καρδιά της ανατρίχιαζε· Όλη η λαχτάρα, που τη γέμιζε ψες τη νύχτα στο μπαλκόνι, είχε σβηστεί και ξεχαστεί με την τραχιά καθημερινή ζωή, που ξανάρχιζε σήμερα πριν καλοφωτίσει ακόμα η μέρα.

Μα όταν έδωσε ο ήλιος κι ο αέρας πήρε να ζεσταίνει, όταν αρχίσανε ν’ ανάβουνε τα μπράτσα με το τρίψιμο στη σκάφη και το αίμα κυκλόφερε ξανά, πήρε να ζεσταίνει κι η ψυχή και τ’ αυτιά ν’ ακούνε τα πουλιά, που κελαδούσανε στη μελικοκκιά.

Σιγά σιγά ήρθε πια η καρδιά στον τόπο της κι έτρεμε τώρα πότε ν’ ακούσει τη σάλπιγγα, που θα έλυνε την αναφορά στο κά­στρο και θ’ άφηνε λεύτερους τους υπαξιωματικούς να ’ρθουνε στο βελούχι.

Τέλος την άκουσε κι αφού περίμενε όση ώρα λογάριαζε πως θα τους χρειαζότανε να φτάσουν, άφησε την πλύση κι ανέβηκε στον πύργο.

Κοίταξε από το παράθυρο· άδειο ακόμα το βελούχι· ο νοικιαστής του φόρου καθότανε σ’ ένα τραπέζι μοναχός.

Κατέβηκε πάλι στη σκάφη της, για να ξανανεβεί σε λίγο.

Τώρα είδε τέσσερους υπαξιωματικούς. Εκείνος όμως δεν ήταν. Ποιος εκείνος; Ο Μάνθος ή ο άγνωστος λοχίας;

Η Κούλα δεν ήξερε κι αυτή ποιον γύρευε το μάτι της.

Κατέβηκε πάλι στη δουλειά της. Όσο ν’ αποστρώσει την μπουγάδα, ξανανέβηκε δυο τρεις φορές μ’ όλο το φόβο που είχε ν’ απαντηθεί με τη Μαριώ και να ξαναπιαστούνε, γιατί αφήνει τη δουλειά της. Μα του κάκου· εκείνος δεν ήρθε ακόμα.

Άμα σκέπασε τα ρούχα με το σταχτοπάνι κι άδειασε απάνω και τον τελευταίον τενεκέ την αλισίβα, η καρδιά της ανάσανε. Μπορούσε τώρα να τρέξει απάνω δίχως έννοια.

Δρασκέλησε τη σκάλα πηδηχτά. Είχε ξεχάσει όλη την πρωινή της λύπη κι έτρεχε σα να έτρεχε στην αγκαλιά του. Νάτος τώρα, ήταν καθισμένος στο βελούχι.

Η Κούλα έκαμε να χυμήσει στο μπαλκόνι, μα έπεσε η ματιά της στα βρεμένα ρούχα, που φορούσε, και σταμάτησε.

Η κάμαρα, όπου ήταν η Κούλα, είχε το μπαλκόνι μοναχό άνοιγμα προς το βελούχι· στη διπλανή, που είχε προς τα εκεί παράθυρα, καθόταν κι έραβε η Μαριώ. Κι η Κούλα δεν ήθελε ν’ απαντηθεί μαζί της. Γλήγορα γλήγορα πέρασε το φουστάνι της, ποδέθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι.

Τα μάτια του πέσανε, καρφώθηκαν αμέσως απάνω της κι ήταν έτοιμη κι αυτή να του χαμογελάσει, μα η ματιά του Θόδωρου Μαυλή, που καθόταν πάλι κοντά του, την έκοψε.

– Γιατί; γιατί; είπε μέσα της χωρίς να το καταλάβει. Γι’ αυτόν λοιπόν λαχτάριζε η καρδιά της όλη την αυγή κάτω στην αυλή που έπλενε; Για να ’ρθει να δει αυτόν βιαζότανε πότε να ρίξει την μπουγάδα;

Σ’ ένα τραπέζι του βελουχιού καθόταν ο Αχιλλέας Σκαλτσο­γιώργος και μόλις αντίκρισε κι αυτός την Κούλα, που παρουσιάστηκε στο μπαλκόνι ξαναμμένη και ροδοκόκκινη, του κό­πηκε η μιλιά και στύλωσε κει τα μάτια.

Ο Θόδωρος Μαυλής τον είδε και κοίταξε και κείνος στο μπαλκόνι.

Η Κούλα τρόμαξε και θύμωσε.

– Εκεί που βρέθηκε κι αυτός! Σα να μη μας φτάνει ο άλλος μοναχός, έχουμε και τούτον το μεθύστακα. Ζωή κι αυτή να μην έχει κανένας το λεύτερο να κάνει ό,τι τ’ αρέσει.

Φουρκισμένη, μπήκε μέσα και κάθισε στον καναπέ. Η καρδιά της έτρεμε. Το κορμί έκαιγε όλο. Κουρασμένη από τη δουλειά, κομμένη από την αϋπνιά, ένιωθε να της πονούν όλα τα μέλη. Το κεφάλι της βούιζε, τα χέρια και τα πόδια της ήτανε φωτιά.

Ξαπλώθηκε, άνοιξε τα στήθη κι ήθελε να κλάψει. Η Μαριώ άνοιξε την πόρτα, κοίταξε μέσα μια στιγμή, μα την έκλεισε πάλι κι έφυγε, χωρίς να πει λόγο.

Δεν έκανε πως έλεγε!

Η Κούλα αυτό ήθελε, φωνές να ξεθυμάνει.

– Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή!

Έκλεισε τα μάτια και δοκίμασε να κοιμηθεί. Μα ξαφνικά ένα γέλιο ακούστηκε σκαρταριστό από κάτω, από το βελούχι.

Η Κούλα το άκουσε πρώτη φορά· κανένας από τους υπαξιω­ματικούς του κάστρου δε γελούσε τόσο ξάστερα και γκαρδιακά. Αν τ’ άκουγε η Φρόσω, θα ’λεγε πως ξύπνησε ο πατέρας από το λάκκο του. Είναι δίχως άλλο το δικό του και την καλεί να βγει όξω στο μπαλκόνι.

Η Κούλα δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Πετάχτηκε από τον κα­ναπέ:

– Όχι ο Μαυλής, μα κι ο Μάνθος ο ίδιος να ’ναι όξω, εγώ θα βγω. Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν.

Και κούμπωσε τα στήθη ρίχνοντας μαζί το μάτι στον καθρέφτη.

Τα κατακόκκινά της μάγουλα τη φοβίσανε, μα όταν κοίταξε μέσα καλύτερα είδε πως ήταν ομορφότερη έτσι. Τόσο όμορφη, όσο ποτέ.

– Και να χαθεί θαμμένη μες την κούλια του Σουλιώτη! Ο νους της άναψε:

– Όχι! Θα βγω όξω κι ας χαλάσει ο κόσμος!

Και βγήκε.

Ο Θόδωρος Μαυλής δεν καθόταν πια κοντά στο Σκαλτσο­γιώργο.

Τούτος άμα την είδε, της χαμογέλασε.

Η Κούλα του χαμογέλασε κι αυτή και μπήκε μέσα.

– Τι να του κάμω; Δε φταίω γω· Ποιος  του ’πε να μην τρα­γουδά έτσι καλόφωνα κι αυτός, ποιος του ’πε να κλείσει εψές τη νύχτα το στόμα του, να βουβαθεί! Όλοι ακουστήκαν, ολωνών άνοιξε η καρδιά. Το δικό του αχείλι δεν έβγαλε ούτε τσιμουδιά. Αν δεν τον έβλεπα να κάθεται καρσί, θα ’λεγα πως δεν ήτανε στο τραπέζι. Οληνώρ’ ακούνητος, αμίλητος, σκουντουφλιασμένος, μαραζάρης, άγριος κι υποψιάρης μ’ όλους και με μένα· μην κοιτάξω πουθενά όπου δεν είν’ αυτός, μην πάω που­θενά δίχως να τον ρωτήσω, μη λαθευτώ και κάμω τίποτες που δεν τ’ αρέσει. Όποιος μπαίνει στην κούλια, έρχεται για μένα· μ’ όποιονε με δει να κουβεντιάζω, βάζει κακό στο νου του. Μαύρη ζωή θα κάμω με τέτοιον άνθρωπο – στοχάζεται η Κούλα σκυμμένη πάλι στη σκάφη το απομεσήμερο και βιάζεται να ξεμπερδέψει και ν’ ανεβεί να βγει στο παράθυρο.

Ο Μάνθος Σακαρέλος είναι νικημένος πια από το νιόφερτο λοχία. Ποιος είναι, ποιο είναι τ’ όνομά του και το σόι, δεν το ξέρει ακόμα. Η ντυμασιά του δείχνει πως δεν είναι της αρά­δας. Το ίδιο και το φέρισμό του. Όχι, δεν είναι όποιος όποιος.

Τα δεσμά, που γύρευε να της βάλει πάντα ο Σακαρέλος, βρήκαν την περίσταση να σπάσουν και το μόνο που την ανησυ­χεί είναι πώς να του φερθεί, άμα θα τόνε δει σε λίγο, πως θα τα βγάλει πέρα με την μπλεξιά, που θα κάμει και με τους δυο.

Γιατί, να κόψει μια και καλή με το Σακαρέλο, μήτε είναι δυνατό, μήτε θέλει κιόλα να το κάμει πριν να μάθει πιο πολ­λά για το νιοφερμένο, να βεβαιωθεί πως θα μείνει εδώ και να σιγουρευτεί δα κάπως και για το σκοπό του. Πως έχει τη διάθεση να πιάσει φιλία μαζί της, το μισοκατάλαβε από χτες, που τον είδε να ρίξει τις πρώτες ματιές στο μπαλκόνι· βάζει ακόμα στοίχημα πως επίτηδες γι’ αυτή τραγούδησε ψες το βράδυ τη βλάχα. Και σήμερα, όπως κοίταξε, δεν της άφησε πια δισταγμό. Μα ο Μάνθος τι θα κάμει, σαν το μυριστεί; Δεν είναι από κεί­νους, που μπορεί να τους ξεφορτωθεί κανένας εύκολα. Της το ξέκοψε πως δεν έχει γλυτωμό κι αυτή και κείνος που θα την κοιτάξει.

Αυτή η ανησυχία τη βασανίζει κι ύστερα το απόβραδο, όταν κάθισε στο παράθυρο κι αλλάζει κρυφές ματιές με τον Αχιλ­λέα Σκαλτσογιώργο, που ήρθε και κάθισε μοναχός σ’ ένα τρα­πέζι αντίκρυ.

Κουρασμένη από την πλύση, καθώς ήτανε, βαρέθηκε να συγυριστεί και να βγει όξω στο μπαλκόνι. Το βρήκε κιόλας πιο στρατηγικό να μείνει μισοκρυμμένη στο παράθυρο πίσω από το μπερντεδάκι· κι από το φόβο μην την πιτύχει ο Σακαρέλος ξαφνικά και με το στοχασμό πως είναι καλύτερα για την αγάπη, ν’ αρχίζει σιγαλά και κρύφια.

Όμως κάτι μέσα της δεν την αφήνει να μην αιστάνεται και κάποιο βάρος με κάθε ματιά που ρίχνει του καινούριου φίλου. Αγάπη ενός χρονού και παραπάνω δε σβήνει σε μια μέρα. Έπειτα έρχουνται και τα καλά του βαλτινού λοχία και την κάνουνε να μετανιώσει μια στιγμή. Αν έβγαινε μπροστά της την ώρ’ αυτή, δεν ξέρει κι η ίδια αν δε θα ’στελνε στο καλό τον άγνωστο και δε θα χυνότανε μ’ όλη την παλιά λαχτάρα στον παλιό φίλο.

Παράπονο δεν μπορεί να ’χει κιόλας από το Σακαρέλο. Ακόμα κι ό,τι φορεί, ό,τι κρέμεται δηλ. στην άλλη κάμαρα, εκείνος της το ’φερε, από το υστέρημα του μάλιστα.

Μα θα μπορέσει τάχα να της πάρει και τις χρυσές βεργέτες, που της έταξε; Πάνε τόσοι μήνες κι ακόμα δεν του περισσέψανε τα παρτικά. Ο καινούριος εκεί μπορούσε να τις φέρει αμέσως με το πρώτο νέμα της. Όλοι οι άντρες έτσι είναι στην αρχή. Έπειτα στερεύουνται. Τούτος μπορούσε να της πάρει κι ένα ζευγάρι στιβαλέτα, που ’χει χρόνια να φορέσει. Κάλτσες της χρειάζουνται ακόμα, που κάθεται και παιδεύεται μονάχη της και κόβει ώρες από τον ύπνο της για να πλέκει. Τελευταία γύρεψε του Μάνθου να της φέρει ένα ζευγάρι και τι θαρρείς της είπε; «Τι τις θέλεις! τώρα πιάνει καλοκαίρι». Ήτανε λόγος αυτός από έναν αγαπητικό; Μα εκεινού, μάτια μου, δεν τ’ αρέσουνε τα λούσα στις γυναίκες. Ο ίδιος θέλει μονάχα να ντύ­νεται, να ’ναι πάντα στο καντίνι. Για κείνη δε νοιάζεται. Μήτε και τη θέλει κιόλας να παραβγαίνει όξω. Μ’ αν τώρα είν’ έτσι, σαν την πάρει κιόλας θα την αφήνει να γυρίζει κουρελιάρα, αν κι άμα γίνει αξιωματικός δεν μπορεί να το κάνει από ντροπή του κόσμου. Μ’ αν πάλι γίνει αξιωματικός, θα την πάρει τάχα; Δεν τον είδες πως φυλάγεται μην απαντηθεί πουθενά με τη Φρόσω;

Απάνω αυτού ξαναπαντά τη ματιά του Σκαλτσογιώργου και δίχως να το νιώσει του χαμογελά. Πήρε όμως να σουρουπώνει και φοβάται μη δε βλέπει το χαμόγελο της, όπως βλέπει εκείνη το δικό του κάτω από το φως  του φαναριού, όπου είναι καθι­σμένος: Τώρα έχει χάζι να ξεκαμπίσει ο Σακαρέλος ξαφνικά και να την πιάσει μ’ αυτό στα χείλια. Μπορεί κιόλας να κάθεται κρυμμένος εκεί πουθενά ή να ’χει βάλει κάποιον άλλον να παραφυλάγει. Αυτός, για να μην φανεί σήμερα ολημέρα, κάτι θα μυρίστηκε·

Την Κούλα την πιάνει καινούρια ταραχή. Όσο περνά η ώρα, αρχίζει να θυμάται πιο πολύ το Μάνθο της. Πού είναι και δε φάνηκε ολημέρα; Κοντεύει να τον πιθυμήσει. Ας βγει τέλος μπροστά της, να δει από τον τρόπο του αν έχει αλήθεια νιώσει τίποτες, ή όλα είναι μόνο υποψίες της.

Κι ο Αχιλλέας Σκαλτσογιώργος δεν το κουνεί από κει που κάθισε. Αρχίσανε να μαζεύουνται κι άλλοι συνάδερφοι και κάμανε συντροφιά. Ήρθε κι ο Μαυλής τσακιρωμένος σαν πάντα. Και μόνο ο Μάνθος δεν παρουσιάζεται.

Η Κούλα σηκώθηκε από το σκοτεινό παράθυρο, βγήκε όξω στο μπαλκόνι και κοίταξε ένα γύρο. Πουθενά.

– Τι έπαθε; Πώς χάθηκε μια μέρα ολάκερη; Όχι άλλο!

Κατέβηκε στην αυλόπορτα· ο Θόδωρος Μαυλής την είδε. Η Κούλα ανησυχεί στ’ αλήθεια για το Σακαρέλο. Της έρχεται να κάμει νόημα του Μαυλή να ’ρθει να τόνε ρωτήσει. Μα δεν μπορεί· αν του κάμει, θα τη δει κι ο ξένος λοχίας.

Μπήκε μέσα πάλι και γύρεψε την Παναγιούλα να τη στείλει στο Φωτούλα Τυλιγάδα να ρωτήσει μην ξέρει εκείνος τίποτε, μα δεν τη βρήκε. Την είχε σταλμένη άλλου η Φρόσω.

Απάνω εκεί γυρνά η Μαριώ από τον περίπατο και φέρνει το μήνυμα:

Ο Μάνθος Σακαρέλος με το Γιαννακό Πλαστάρα είναι στο μπουντρούμι. Τα κάμανε, λέει, θάλασσα ψες τη νύχτα στο καφέ αμάν, καθώς πήγανε μεθυσμένοι. Γυρέψαν από τα βιο­λιά να τους παίξουνε τη Μαριωρή. Άλλη παρέα όμως είχε διατάξει πριν άλλο τραγούδι κι οι υπαξιωματικοί, σαν ακούσανε πως τα βιολιά πήραν εκείνο κι όχι το δικό τους, σηκώθηκαν και θελήσανε να κατεβάσουν από το πάλκο τη χορεύτρα. Οι βιολιτζήδες κάτι κάμανε να πούνε κι ο Σακαρέλος κι ο Πλαστάρας τους τσακίσανε στο ξύλο. Ο καφετζής θέλησε να μπει στη μέση, μα τόνε δείρανε κι αυτόν και φόρα τις ξιφολόγχες, δεν αφήσανε γερό καθρέφτη, ρίξανε μόστρες, κομματιάσανε ποτή­ρια, σηκώσανε τον κόσμο στο ποδάρι. Έπρεπε να ’ρθει το περί­πολο να τους συχάσει, Ο διοικητής τους προφυλάκισε. Την έχουνε κακή· καλά να πάθουνε.

Τη στιγμή αυτή εκδικιέται η Μαριώ μονομιάς όλα τα μίση της: Την Κούλα, το Γιαννακό Πλαστάρα και το Σακαρέλο. Γιατί και τούτον δεν είχε μάτια να τον δει: ρίχτηκε μονομιάς της Κούλας, αυτή την περιφρόνεσε. Νόμιζε τώρα πως με κάθε λόγο της τρυπούσε την καρδιά της αδερφής.

Μα η Κούλα σα ν’ ανάσανε με το χαμπέρι· Έτσι ε; Αυτά της κάνει τις νύχτες η αφεντιά του! Γυρίζει στις καφεαμάνισσες. Απ’  αυτή γυρεύει μονάχα να μη σηκώσει μάτι σ’ άλλον άνθρωπο. Σα θέλει τώρα, ας έρθει να της πει κανένα λόγο. Μα πού να ’ρθει; Πώς να βγει από το μπουντρούμι! Ποιος ξέρει ως πότε θα καθίσει μέσα!

– Θα μπούνε φυλακή πολύ; ρώτησε τη Μαριώ.

– Πολύ λέει! Θαν τς πάνε στ’ Ανάπλι· μην περά’ σ’ νε κι απ’ του στρατουδικείου κιόλας, είπε η Μαριώ με χαρά πως τρόμαζε πιο πολύ την αδερφή.

Κι αλήθεια, η Κούλα τρόμαξε μια στιγμή. Το κάστρο του Αναπλιού, το στρατοδικείο τα είχε ακούσει σαν κάτι φοβερό και τρομερό. Μια θλίψη πέρασε στην ψυχή της, σα φαντάστηκε πως ο κακόμοιρος ο Μάνθος θα πάθει όσα έλεγε η Μαριώ. Όσα παράπονα κι αν έχει μαζί του, προχτές τη νύχτα κόντεψε να τη βρούνε τα μεσάνυχτα πλάι του στην ακροποταμιά.

– Οι παλιουμπικρούλιακες ικεί! Ηύρανε τς βιουλτζήδις να κάμ’ νε τουν παλικαρά! μουρμούρισε η Μαριώ ανεβαίνοντας τη σκάλα.

Η Κούλα ακούμπησε συλλογισμένη στον τοίχο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να λυπηθεί ή να χαρεί. Ο Μάνθος της περνούσε στο νου μια σα φταίχτης και μια σαν αδικημένος· έτσι πότε ήθελε να χαρεί, πότε κόντευε να κλάψει. Έτριψε τα μάτια για να της έρθουν δάκρυα, έπιασε κιόλα την άκρη της ποδιάς της για να τα σκουπίσει. Και την ένιωσε νοτισμένη στα δάχτυλά της, χωρίς όμως να ξέρει αν βράχηκε από δάκρυα ή ήταν ακόμα υγρή από την πλύση πρωτύτερα.

– Κακομοίρη Μάνθο! μουρμούρισε και κοίταξε χαμένα στο μισοσκόταδο.

– Κακομοίρη Μάνθο! της φάνηκε πως έκλαψε κι ο γκιώνης κάπου εκεί πίσω από την κούλια· «κακομοίρη Μάνθο», της φάνηκε πως ψιθύριζε θλιμμένα και το αέρι του βραδιού. Είχε βρέξει απάνω στα βουνά κι ερχότανε κρυαδερό από τις ράχες.

Ψιλό ανατρίχιασμα της γαργάλισε την πλάτη κι οι γυμνοί αστράγαλοι μυρμηγκιάσαν κάτω από το νοτισμένο φόρεμα.

– Πιάνει καλοκαίρι, ήρθε στη θύμησή της, χωρίς να το θελήσει ο στερεμένος λόγος του αγαπητικού κι η ψυχή της άλλαξε πάλι:

– Για τις χορεύτρες και τις καφεαμάνισσες του περισσεύουν. Ας κάτσει τώρα φυλακή!

Μα ο γκιώνης ξανάκραξε από τα δέντρα, η Μαριώ από την κορφή της σκάλας παραπέρα ιστορούσε μιας γειτόνισσας τα νυχτερινά άθλα του Πλαστάρα και του Σακαρέλου κι η ψυχή της Κούλας μαλάκωσε πάλι άθελά της. Η όψη του Σακαρέλου πέρασε τώρα μπροστά της σαν κατατρεγμένη και μαρτυρική. Τόνε στοχάστηκε κλεισμένο στη φυλακή και τόνε φαντάστηκε να τον πηγαίνουνε σιδερόδετο στο Ανάπλι.

– Παναγία μ’ Βλαχέρνα, ας βγει απ’ τ’ φυλακή κι ας περπατού ξ’πολυτ’ ένα χρόνου, παρακάλεσε από καρδιά και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα.

Μα εκεί, που έπιασε πάλι την ποδιά να τα σφογγίσει, ακού­στηκε άξαφνα από το δρόμο το ίδιο γέλιο, που πριν το μεσημέρι την έκαμε να πεταχτεί ορθή από τον καναπέ. Κι η Κούλα χύμησε στην αυλόπορτα.

Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή κι έτσι μπορούσε η Κούλα να στολιστεί. Μα εκεί που έπιασε και ντυνόταν, είδε περσότερο παρ’ άλλη φορά πόσο φτωχή ήτανε σε στολίδια. Η καρδιά της γέμισε θυμό με τον αγαπητικό της:

– Τήρα κει φιούμπα, τήρα βελουδάκι! γινήκανε ριτίδια. Αφήνω δα ούτε μια ταντέλα, ούτε μια καρφιτσούλα για την τραχηλιά!

Μόνο τα γοβάκια είναι καινούργια, μα κι αυτά τ’ αγόρασε από δικά της, από τα ξενοπλεξίματα.

Και σήμερα το στόλισμα χρειαζότανε περσότερο παρά κάθε άλλη φορά. Η Κούλα έμαθε πρωί πρωί από τον Τυλιγάδα ποιος ήταν ο λοχίας με τη φέρμελη την κεντιστή ιδιότροπα και με το ξάστερο το γέλιο. Αρχοντόπουλο από τα μέρη της  Υπάτης και μετατέθηκε στο τάγμα. Κι έτσι πάψανε και τα τελευταία κλονίσματα.

Ποιος του φταίει του κυρ-Μάνθου; Ποιος του είπε να κυ­νηγά τις καφεαμάνισσες; Ας κάθεται τώρα στη φυλακή.

Το δειλινό οι υπαξιωματικοί του κάστρου παραταχτήκανε ασπροβολώντας στα τραπέζια του βελουχιού κι οι όμορφες από τους μαχαλάδες πιάσανε τη θέση τους στο μπαλκόνι και στα παράθυρα της κούλιας. Η Μαριώ είχε ασφαλισμένον τον πιλοχία της και πήγε σε κάποια βαφτίσια μέσα στην πόλη, η Φρό­σω το ίδιο κάπου να συλλυπηθεί κι η Κούλα εξουσίαζε μοναχή την κούλια. Ο Σακαρέλος κάθεται στη φυλακή κι ο Αχιλλέας Σκαλτσογιώργος στο τραπέζι αντίκρυ.

Ο Φωτούλας Τυλιγάδας δεν έδωσε ψεύτικες πληροφορίες της Κούλας, Ο νιόφερτος υπαξιωματικός ήταν από τα μέρη, που της είπε, κι ο πατέρας του καλός νοικοκύρης, κομματάρ­χης και πάρεδρος του χωριού. Έστειλε το γιο του στο στρατό για να κρεμάσει το μακρύ σπαθί, είχε τα μέσα να του το σιγου­ρέψει κι είχε χωράφια και μετρητά στον τόκο για να του στέλ­νει να καλοπερνά, να ντένεται και να φαίνεται. Ασφαλισμένος πως τη σκοτούρα για το μέλλον την έχει πάρει ο πατέρας, ο λοχίας Σκαλτσογιώργος έκαμε δουλειά του την αγάπη. Με τη γερή κορμοστασιά, με την καλή φωνή, με τ’ όνομα και το χαρτζιλίκι που έχει, το έργο του δε βρίσκει μεγάλα εμπόδια. Όλα τα μάτια πέφτουν απάνω του, όλες οι πόρτες του ανοίγουνε. Γιατί ο Αχιλλέας ξέρει πού χτυπά. Τα κατορθώματα του είναι αριθμητά, παντού όπου πέρασε δεν τον ξεχνούν. Και το άλλο ευζωνικό τάγμα, απ’ όπου έρχεται τώρα, το παράτησε, γιατί ο τόπος ήτανε στενός για τα κυνήγια του. Ό,τι δροσερό είχε το χωριό κοντά στα σύνορα, που ήτανε το τάγμα, ο Αχιλλέας το μύρισε, του πήρε τον αθέρα και δώθε παν οι άλλοι. Χωριστά απ’ αυτό, εδώ στο κάστρο του ακροπόταμου είχε περσότερες ελπίδες να τον προτείνουν υποψήφιο για τη σχολή κι ο γέρο Σκαλτσογιώργος όταν το άκουσε, έτρεξε να κάμει με το βου­λευτή του το θέλημα του γιου.

Ένας σαν τον Αχιλλέα Σκαλτσογιώργο δεν μπορούσε παρά ν’ αλαφιαστεί, όταν εκεί που γλεντούσανε προψές άκουσε πως ο επιλοχίας Καραφωτιάς ξεκλέφτηκε από το πλάγι του και πήγε για φιλί. Η Κούλα, που την είχε δει το απόγεμα στο μπαλκόνι, του κέντησε την όρεξη. Και πρώτη δουλειά του την άλλη μέρα ήτανε να ’ρθει να μυριστεί καλύτερα το μέρος, που δίνει τα φιλιά τη νύχτα. Πως το τραγούδι του είχε δολώσει κάποια εκεί τριγύρω, δεν το φαντάστηκε· μόλις όμως αντίκρισε στο μπαλκόνι την Κούλα, βεβαιώθηκε γι’ αυτό. Κι από την πρώτη ματιά της και το κρύψιμο ύστερα και το ξαναβγάλσιμο ήξερε πια με ποιο είδος είχε κει να κάμει. Τέλος το βράδυ, όταν την είδε καθισμένη στο παράθυρο, δεν είχε πια δισταγμό.

– Σα στον μπούφο το π’λί, στοχάστηκε κει που καθότανε μοναχός και το σχέδιο του ήταν πια καταστρωμένο.

Την Κυριακή πρωί ούτε πέρασε από το βελούχι· το δειλινό ήρθε και κάθισε με δυο άλλους υπαξιωματικούς αδιάφορος και σοβαρός· κι αν έριχνε καμιά ματιά στον πύργο, φρόντιζε να φαίνεται η ματιά πως πέφτει εκεί από τύχη, όπως έπεφτε και στους ανθρώπους που καθόντανε γύρω του στ’ άλλα τραπέζια, ή σε κείνους που περνούσανε στο δρόμο. Οι ματιές τον βεβαιώ­σαν πως η Κούλα δεν ήταν η πιο όμορφη εκεί στο μπαλκόνι, ωστόσο αφού αυτή έπεσε πρώτη, δεν έπρεπε να την αφήσει για την ώρα.

Αφού κάθισε κάτι λιγότερο από ώρα, πήρε τους συντρό­φους του και φύγανε.

Και δε γελάστηκε. Η Κούλα δεν μπορούσε να ησυχάσει στο μπαλκόνι με την αδιαφορία του νιόφερτου λοχία. Οι φιλενάδες της νομίζανε πως είναι λυπημένη για το φυλακωμένον αγαπητικό και την πειράζανε. Μα η Κούλα δεν τις πρόσεχε. Δεν μπορεί να νιώσει και να εξηγήσει τον τρόπο του λοχία. Δε φαντάζεται πως το παιγνίδι, που είχε παίξει αυτή του Μάνθου μια φορά, μπορεί να της το παίξει της ίδιας ένας άλλος. Και σαν είδε που σηκώθηκε ο Σκαλτσογιώργος κι έφυγε, τα έχασε ολότελα. Μια στιγμή γύρεψε να βρει παρηγοριά στη θύμηση του Σακα­ρέλου: Αν ήτανε λεύτερος, ποιος ξέρει σε ποιο απόμερο θα ’τανε καθισμένη πλάι του, ίσως θα της έφερνε σήμερα και κείνα που της έταξε.

Μα εκεί που είναι κείνος πού να τόνε βρει. Το μόνο που της μένει είναι να πάει κοντά στο Σκαλτσογιώργο.

– Ε, δεν πάμε λίγο κατ’ ν’ ποταμιά; πρότεινε αδιάφορα στις φιλενάδες της ύστερ’ από λίγη ώρα, σαν είδε πως οι υπαξιωματικοί έκαμαν εκείθε.

Δυο από τις φιλενάδες, που οι καλοί τους πήγανε μαζί με τον Αχιλλέα Σκαλτσογιώργο, σηκώθηκαν αμέσως. Οι δυο άλλες βρήκαν πως ήτανε νωρίς ακόμα. Οι δικοί τους φίλοι κάμανε πρωτύτερα κατά τη χώρα και τους προσμένανε να γυρίσουν.

Η Κούλα με τις δυο πρώτες επιμένανε. Κι οι άλλες, σα λι­γότερες, έπρεπε ν’ ακολουθήσουν.

– Σα στον μπούφο το π’λί, ξαναείπε μέσα του ο Σκαλτσο­γιώργος όταν τις είδε.

Η ακροποταμιά ήταν ένας έρημος περίπατος ανάμεσα του ποταμού και του κάστρου. Άρχιζε από τον τουρκομαχαλά και περνώντας από κάποια σπιτοκάλυβα, σκόρπια στα ριζιά μιας ράχης, έβγαινε όξω στα περιβόλια και στ’ αμπέλια, ανεβαίνοντας κορδελωτά σε λόφους χαμηλούς αλλού ελιοφύτευτους, αλλού σπαρμένους άγρια σκίνα και μυρτιές και σπάρτα. Κάτω περ­νούσε το ποτάμι ασημωπή μουντή λουρίδα, κάπου πλατιά, κά­που στενή μέσα στον πλατύ λευκό χαλιά, αντίπερα απλωνόταν ο πράσινος και φουντωμένος κάμπος και στο μάκρος γαλανές απανωτές αράδες τα βουνά.

Ο περίπατος αυτός ήτανε παρατημένος σ’ ένα δυο ποιητι­κούς νεοσσούς του τόπου, στους δασκάλους και στα κορίτσια που βγαίναν τις γιορτές ξεσκούφωτα και τις καθημερνές το βράδυ βράδυ όπως δούλευαν ολημέρα μες το σπίτι. Η αρχοντιά δεν έβγαινε ως αυτού· είχε κρατήσει ένα γούπατο μέσα στην πόλη, που το ’λεγε πλατεία και κει τριγύρω χτίσανε τα σπίτια τους οι νιόπλουτοι τοκιστάδες κι έμποροι. Άλλοι φραγκοφορεμένοι ίσκιοι σπάνια να περάσουνε στην ακροποταμιά, εξόν αν πήγαινε στα χτήματα του κανείς γιατρός.

Του Σκαλτσογιώργου, όπως ήτανε συνηθισμένος να μην πε­ριορίζεται μόνο στα κάτω στρώματα, δεν του πολυάρεσε η ερη­μιά. Η φύση όμορφη γύρω, μα εκείνος δεν κίνησε από την άλλη άκρη της Ρούμελης να ’ρθει εδώ πέρα να περιδιαβάζει στην εξοχή. Πέντ’ έξι βόλτες στο χαλιά και δυο τρία συναπαντήματα με κείνες που ήρθαν από την κούλια κι άρχισε κιόλα να βαριέται.

Τ’ άλλα κορίτσια, που σεργιανίζανε κει, δεν άξιζαν ούτε να τα κοιτάξει. Τύχη και κατεβήκανε κι άλλοι υπαξιωματικοί από το κάστρο κι ο Σκαλτσογιώργος βρήκε συντροφιά. Άφησε τους άλλους και κατέβηκε μαζί τους στη χώρα. Αυτό απαιτούσε κιόλα και το σχέδιο.

Και το σχέδιο πέτυχε. Το βράδυ, όταν ο Σκαλτσογιώργος γύ­ριζε στο στρατώνα, η Κούλα στεκότανε μονάχη στην αυλόπορτα και τον περίμενε.

Την άλλη Κυριακή η φιούμπα και το βελουδάκι ήταν ολο­καίνουργα στα μαλλιά της Κούλας και στ’ αυτιά της γυαλίζανε οι χρυσές βεργέτες, που λαχταρούσε τόσον καιρό.

– Σκύλα· άμελη· θα σι σκουτώς’ ου Σακαρέλους, σα βγει απ’ τ’ φυλακή, της είπε η Μαριώ, σαν την είδε άξαφνα έτσι στολισμένη.

Η Κούλα γέλασε:

– Αν δε μι σκουτώεις ισύ προυτήτιρ’ απ’ τ’ ζήλια σ’, της αποκρίθηκε από μέσα της.

Ούτε τη ζήλια της Μαριώς, ούτε το Σακαρέλο λογάριαζε τώρα η Κούλα. Ήτανε σα μεθυσμένη με τον καινούριον αγαπητικό κι ήθελε να χαίρεται μονάχα· «Σαν έβγει ο Σακαρέλος, ό,τι θέλει ας γίνει, ας χαλάσει ο κόσμος».

Η Κούλα νοιάζεται πιότερο πως να μη χαλάσει το χατίρι του Αχιλλέα σε τίποτε, όπως δεν της χαλά κι αυτός σε ό,τι του γυρεύει.

Αυτές οι μέρες ήτανε σαν όνειρο για τη ζωή της. Εκείνο, που ποθούσε από καιρό, το βρήκε τέλος και μέσα της αλάλαζε όταν τη ζήλευε η Μαριώ. Ο Σκαλτσογιώργος ήταν ο πρώτος κι ο καλύτερος· η φορεσιά, ο αέρας του, το φέρσιμο τούς έβαζε όλους κάτω.

Όλες οι φιλενάδες βρήκαν πως διάλεξε καλά και το μόνο που ρωτούσαν ήτανε για το σκοπό του καινούργιου φίλου.

Μα η Κούλα σα μη νοιαζότανε πολύ γι’ αυτόν. Για την ώρα δεν έβλεπε άλλο από τη νίκη της στιγμής και της έφτανε η δόξα πως κέρδισε τον πρώτο, τον καλύτερο. Με το Σακαρέλο πριν έβαζε όλα τα δυνατά της να μένει ευχαριστημένη. Δεν μπορούσε να σωπάσει ποτέ μια ταπείνωση, που ένιωθε μέσα της πάντα σα γύρευε να πάρει ένα φιλί κλεφτό ή χάδι από τον ξάδερφο Καραφωτιά. Και τώρα θριαμβεύει και μπροστά σ’ αυ­τόν δεν τον έχει ανάγκη πια. Δεν έχει ανάγκη κιόλα να τρέμει από την αδερφή, να την αιστάνεται οληνώρα σαν κάτι ανώτερό της.

Τώρα είναι κείνη που το βλέπει πως την έβαλε κάτω η Κούλα. Η περηφάνια της δεν την αφήνει βέβαια να το φανερώσει κι έχει μόνο περιπαιχτικά λόγια για το νιόφερτο λοχία:

– Χαρνέ μ’ τον πεσλιά, σα να ’ναι γκαραγκούνικα. Τι κρεμάει του ζουνάρ’ του; σκιά μας κάνει; Τα μαλλιά τα κοβ’ πόλκα, σαν τ’ παλιού κιρού. Τα μάτια τ’ είναι σαν κουλουφουτιές, τα χείλια τ’ κριμασμένα σαν αράπ’κα, του κουρμί τ’ σα β’τσί.

Η Μαριώ βρήκε ακόμα πως ο Σκαλτσογιώργος βάφει το μουστάκι με καραμπογιά και πως τρώει και τα νύχια του.

Μα η Κούλα δε σκοτίζεται· μήτε της απαντά. Ξέρει γιατί τα λέει. Τη σωστή γνώμη της γι’ αυτόν της τη δείχνει πιο καθαρά ο λόγος που της λέει και της ξαναλέει:

– Δε θα σι πάρ’ κακουμοίρα!

Όσο θα σε πάρει και σένα ο πιλοχίας σου, λέει μέσα της η Κούλα και γελά και δεν κόβει τη διάθεσή της. Είδες εκεί, σαν κι ήτανε σίγουρη πως θα την έπαιρνε ο Σακαρέλος, σαν και το πίστεψε ποτέ κι αυτό με τα σωστά! Η ευτυχία της στιγμής σα να της φώτισε μονομιάς και το μέσα της και τον κόσμο γύρω και τόνε βλέπει ατύφλωτη κι ομολογεί ξάστερα με τον εαυτό της ποιο λόγο και ποιο σκοπό έχουν αυτά όλα τα καμώματα και τα μπερδέματα, τα κυνηγητά και τα τρεξίματα, τα γέλια κι τα κλάματα. Παιγνίδι καθαρό για να ξεχνιέται η πίκρα της ζωής, για να γλυκαίνει η στερεμάρα κι η σκληράδα της. Όποιος μπορεί ας χαρεί μόνο περσότερο την ψεύτρα τη ζωή, την άχαρη την άδικη, τη μάταια και ξελογιάστρα μαζί.

Κι η Κούλα τη χαίρεται μια και βρήκε την περίσταση. Ποιος ξέρει τι θα φέρει αύριο η μέρα! Αρκετά τυραννήθηκε χρόνο ολάκερο με τη ζευζεκιά του Σακαρέλου. Ο Αχιλλέας τώρα ούτε τη ρωτά πού θα πάει σήμερα, ούτε σκοτίζεται να μάθει πού ήτανε χτες και ποιον απάντησε στο δρόμο και τι της είπε, ούτε του καίεται καρφί γιατί ο ένας έρχεται στη κούλια ή γιατί κοιτάζει ο άλλος στα παράθυρά της. Φροντίζει μόνο πως να την ευχαριστήσει καλύτερα σε ό,τι της χρειάζεται. Αυτές τις λίγες μέρες που τον έχει χόρτασε και τα γλυκά, τα παστίτσια και τα τρίγωνα. Η τσέπη της είναι πάντα γεμάτη ζαχαράτα κι η Μα­ριώ σκυλιάζει που τα βλέπει:

Ούλο κι ματσαλάς· της λέει, δε σ’ απόστασι του στόμα δόλια!

Η Κούλα βγάζει και της δίνει κι αυτής για να σκάζει περ­σότερο. Ο Σκαλτσογιώργος έφερε και για τη Φρόσω μια καινούρια τσίπα. Δε μιλεί και κείνη πια. Η Κούλα αιστάνεται τόση χαρά, σα να ξαναγεννήθηκε.

Μόνο να μην τη θόλωνε ώρες ώρες ένας ίσκιος. Γιατί όσο περνούν οι μέρες η άγρια θωριά του βαλτινού λοχία αρχίζει ν’ ανησυχεί πάλι την Κούλα.

Από την άλλη μέρα, που κλείσανε στη φυλακή το Σακαρέλο, άκουσε από τον Καραφωτιά πως οι τιμωρίες, που λογάριαζε η Μαριώ, ήτανε μόνο φαντασίες της. Ο ξάδερφος τής εξήγησε πως για λίγα γυαλιά που θα κομματιάσει ένας στρατιωτικός και για τα μούτρα ενός πολίτη, βιολιτζή κιόλας, παλιόγυφτου, που θα σπάσει απάνω στο μεθύσι του δεν πηγαίνει στο στρατοδικείο και στο Ανάπλι.

Ένα μήνα φυλακή κι αυτό πολύ θα ’ναι, λογάριαζε ο Καραφω­τιάς. Κι ύστερ’ από δυο τρεις μέρες που ξαναήρθε, είπε:

– Ε, τα μάθατε; είκοσ’ πέντε μέρες φάγανε ο Σακαρέλος κι ο Πλαστάρας.

– Μονάχα; έκανε ξαφνιασμένα η Κούλα.

– Να το ’ξερε ο διοικητής πως θα σο’ ’κανε τ’ ν καρδιά, θαν τς έκαν’ ένα μήνα.

Κι ο επιλοχίας την κοίταξε με χαμόγελο.

Η Κούλα δεν τόνε χτύπησε στο στόμα, καθώς το συνηθούσε πριν, όταν την πείραζε. Τώρα δεν τόνε χρειαζόταν πια.

– Άι να χαθείς, του είπε μονάχα κι έφυγε.

Και λογάριασε τις μέρες που ήθελε ακόμα ο Σακαρέλος να βγει από τη φυλακή.

Και τις λογάριαζε ολοένα. Μα από λάθος στο λογαριασμό, άξαφνα εκεί που δεν τον πρόσμενε, νάτος παρουσιάστηκε στο βελούχι, τσελεπής σαν πάντα και φρεσκοξουρισμένος.

Η Κούλα πάγωσε καθώς τον είδε. Αθέλητα τρύπωσε μέσα για να μην την πάρει το μάτι του.

Η πρώτη απόφασή της ήτανε να μην του παρουσιαστεί ολό­τελα, να του κάμει το βαρύ. Κι αν παραπονευτεί να του απαν­τήσει ορθά κοφτά: ας μην έτρεχε στις καφεαμάνισσες. Κι έτσι ξεμπερδεύει μαζί του μια για πάντα.

Με την απόφαση αυτή πήρε τη δουλειά της και κατέβηκε στο κατώγι να καθίσει με τη Φρόσω και να τον κοιτάζει από το στενό μασγάλι πως θα κάνει στο βελούχι, δίχως αυτή να φαίνεται αποκεί. Μόλις όμως πάτησε την πόρτα, η Μαριώ την περίμενε με το λόγο:

– Καλώς τα δέχτ’καμε!

Και γέλασε χαιρέκακα.

Η Κούλα για να μην πιάσει καυγά προτίμησε να φύγει.

Κάθισε κάμποση ώρα μόνη στην αυλή. Μα η καρδιά της χτυπούσε κι η περιέργεια δεν την άφηνε. Ήθελε να τόνε δει πως κάνει στο βελούχι. Ξανανέβηκε λοιπόν απάνω, σούρθηκε σκυ­φτά στο παράθυρο, το έκλεισε και κατέβασε και τους μπερντέδες. Έτσι έβλεπε χωρίς να φαίνεται.

Ο Μάνθος καθότανε μαζί με δυο τρεις άλλους. Ακούνητος και σκυθρωπός σαν πάντα· μόνο τα μάτια του γυρνούσε ανήσυχα από το ένα στ’ άλλο παράθυρο του πύργου.

Η Κούλα στοχάστηκε:

– Δε θα ’μαθε τίποτα· ο Μαυλής δεν του το πρόφτασε.

– Μα κάλιο να το πρόδινε, να γλύτωνα μια και καλή, είπε πάλι έπειτα από λίγο.

Απάνω στην ταραχή της με τον παλιό αγαπητικό κόντεψε να ξεχάσει τον καινούργιο, αν σε λίγο δεν έφτανε και κείνος.

Και τώρα το πράμα μπερδεύτηκε, γιατί κοιτάζει στα παρά­θυρα κι αυτός.

Η Κούλα πήρε να θυμώνει με την επιμονή του Σακαρέλου. Τώρα δε φοβάται μονάχα αυτόν, φοβάται μην το μυριστεί κι ο άλλος.

Αυτό ήτανε το πιο χειρότερο, ένας κίντυνος, που ως την ώρα δεν τόνε λογάριασε όσο έπρεπε. Ανάγκη να δείξει ποιον προτιμά, μήπως αλλιώς τους χάσει και τους δυο. Η καρδιά της δεν είχε να παλέψει πολύ πού να γύρει. Καθώς τους βλέπει και τους δυο μαζί, τον έναν πλάι στον άλλον, ο Σακαρέλος πέφτει πιο χαμηλά στο ζύγι. Ο ένας γελαστός, χαρούμενος, χωρατατζής· ο άλλος σκουντουφλιάρης, αμίλητος, ζευζέκης. Δες τον πώς ρίχνει το μάτι απάνω στο παράθυρο: όλο κακία κι υποψία. Το είδε κλεισμένο και δίχως άλλο έβαλε κακό στο νου.

Ο Αχιλλέας απεναντίας, αφού είδε πως δεν είναι κανένας εκεί, δεν ξανακοίταξε για να μη βάλει σε υποψία τον άλλον. Γελά και κουβεντιάζει με τους φίλους. Ο άλλος μήτε ανοίγει το στόμα· η μύτη του στάζει φαρμάκι.

Είναι να συλλογίζεται ποιος απ’ τους δυο είν’ ο καλύτερος; Νοιώθει κιόλα στ’ αυτιά τα σκουλαρίκια, στα πόδια τις κάλτσες και δεν το βρίσκει ούτε για συζήτηση το πράμα.

Ο Μάνθος Σακαρέλος, σα να είχε νιώσει πράματι πως η Κούλα καθόταν πίσω από το κλειστό παράθυρο κάρφωσε κείνη τη στιγμή τα μάτια του σ αυτό και το αγριωπό τους βλέμμα έκοψε της Κούλας το αίμα. Το πίστεψε κι αυτή πως τη βλέπει αλήθεια, της φάνηκε ακόμα πως κοίταξε τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά της. Και σαν τρομαγμένη, έφερε τα χέρια στ’ αυτιά να σκεπάσει τα σκουλαρίκια ή να τα βγάλει δεν ήξερε κι αυτή.

Μα κατάλαβε αμέσως πως ο τρόμος της ήταν αστείος και γέλασε κι η ίδια.

– Ωστόσο για καλό και για κακό, ας τα βγάλω, ξαναείπε και σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη να το κάμει.

Μα σαν είδε κει τ’ αυτιά της δίχως τα στολίδια, κόντεψε να της έρθουνε δάκρυα.

– Να μην μπορεί κανένας να κάνει εκείνο που τ’ αρέσει! Σκλα­βιά ανυπόφερτη είν’ αυτή η ζωή για τα θηλυκά του κόσμου. Οι άντρες για λογαριασμό τους δε ρωτούν κανέναν.

Και την άναψε ο θυμός :

– Όχι· και γω θα κάμω το δικό μου. Θα τα φορέσω και θα βγω. Όποιονε θέλω θ’ αγαπήσω· δικαίωμά μου· δεν έχω να πιάσω το χέρι κανενού!

Ξαναφόρεσε τις βεργέτες κι έτρεξε στο παράθυρο να το ανοίξει.

Μα τα τέσσερα μάτια, που ήτανε σηκωμένα κατ’ αυτό εκείνη τη στιγμή, της κόψανε τη φόρα.

Έπεσε στο κάθισμά της:

– Δεν είναι ζωή, δεν είναι ζωή αυτή!

Η Κούλα δεν παρουσιάστηκε όλη την ήμερα ούτε στον έναν ούτε στον άλλον.

Ο Θόδωρος Μαυλής, γνωρίζοντας το αψίθυμο του Σακαρέ­λου, δε βιάστηκε να του προφτάσει την απιστία της αγαπητικιάς του. Κι οι άλλοι συνάδερφοι το ίδιο. Τον αφήσανε να τη δει μόνος του και να μην είναι αυτοί αφορμή σε ό,τι γίνει.

Κι αλήθεια ο Σακαρέλος με τις πρώτες ματιές, που είδε να ρίχνει ο νιόφερτος λοχίας στα παράθυρα του πύργου, κατάλαβε τι θα ’γινε τις μέρες που έλειψε. Το κρύψιμο της Κούλας όλη την ήμερα ήτανε ολοφάνερο σημάδι. Γιατί βέβαια δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν τον πήρε μυρουδιά που βγήκε από τη φυ­λακή. Το μάτι του πήρε κιόλα πως το παράθυρο κλείστηκε το πρωί όταν κάθισε αυτός αντίκρυ· κι ακόμα γνώρισε καλά και τον ίσκιο της Κούλας πίσω από τον μπερντέ.

Ο Σακαρέλος δάγκανε τα χείλια, και περίμενε ώσπου να δει περσότερα σημάδια κι έπειτα να κάμει το χρέος του.

Ο Σκαλτσογιώργος από το άλλο μέρος δεν ήτανε τυφλός κι αυτός. Κάτι άκουσε στο μεταξύ για τα δικαιώματα του βαλτινού λοχία μα η αρχή του δεν ήτανε να σέβεται τέτοια δι­καιώματα. Την αγάπη τη θαρρούσε αγώνα κι αυτήν, σαν τη ζωή· όποιος φάει τον άλλον. Σούσουρα και καυγάδες απόφευγε μόνο όσο μπορούσε, σε σημείο που δεν πάθαινε το φιλότιμό του.

Και σήμερα μόλις αντίκρισε το Σακαρέλο στο βελούχι, κα­τάλαβε. Ωστόσο δεν μπορούσε ν’ αδειάσει τον τόπο αμέσως. Από­ μιας αρχής δεν το είχε κι ο ίδιος στο νου να τραβήξει πολύ μακριά το παιγνίδι με την Κούλα, μα πάλι ο καιρός που έχασε γι’ αυτή και πιο πολύ τα έξοδα που έκαμε πηγαίνανε πολλά για δυο τρεις βδομάδες μόνο· έπειτα δεν είχε ακόμα πουθενά άλλου ετοιμασμένα τα πράματα ως εκεί που να μπορεί να φασκελώσει εδώ μια και καλή.

Για να μη δώσει περσότερες υποψίες, αφού είδε κιόλα πως η Κούλα δεν έβγαινε, έφυγε γλήγορα από το βελούχι. Γύρισε μόνο το νύχτωμα, όταν είδε πως η Μαριώ βγήκε περίπατο κι ο ίσκιος της Φρόσως κίνησε κατά την πόλη. Και κατά τη συνή­θειά του, ολωσδιόλου αλλιώτικη από του Σακαρέλου, δρασκέ­λησε το φράχτη κι ανέβηκε γοργότερα τη σκάλα της κούλιας.

– Καλησπέρα.

Η Κούλα δεν τον περίμενε.

– Σε φόβ’σα;

Η Κούλα έτρεξε και του έσφιξε και τα δυο χέρια, σα να γύρευε προστασία κοντά του. Τον κάθισε στον καναπέ κι έγειρε το κεφάλι στον ώμο του.

Περάσανε μερικές στιγμές αμίλητες.

Η Κούλα πήρε να ξαναβρίσκει τη γαλήνη, που της ταράχτη­κε όλη την ημέρα. Γύρισε και κοίταξε στα μάτια τον αγαπητικό. Καθώς κι αυτός την κοίταζε, τη ρώτησε:

– Είσ’ αποσταμένη;

Η Κούλα τον αγκάλιασε.

– Θα να ’χες σήμερα πολλή δ’λιά;

Η Κούλα κούνησε το κεφάλι με χαμόγελο.

– Γι’ αυτό δε σ’ είδα ολότελα στο παραθύρ’. Η Κούλα σα να στεναχωρέθηκε.

– Έτσ’ είν’ οι ν’κουκυρές. Δεν τς μέλει αν ο άλλος λα­χταράει απ’ κάτ’.

Της Κούλας της φάνηκε πως ξεχώρισε κάτι σα χαμόγελο στα χείλια του.

– Ήρθις, βλέπου, μ όρεξ’ να μι π’ράξεις, μουρμούρισε.

– Κι μάλιστα να ’ναι και δυο απ’ ακαρτεράνε, ξακολούθησε ο Αχιλλέας.

Η Κούλα κοκκίνισε, μα ο Αχιλλέας δεν μπορούσε να το δει στη σκοτεινιά.

– Ποιοι δυο; δε σε καταλαβαίνου, τον έκοψε γοργά. Ο Σκαλτσογιώργος γέλασε:

– Που να καταλάβ’ς;

– Τι σου ’ρθ’ απόψι; Ήρθις ιξιπιτούτο να μι σικλιτίεις; είπε η Κούλα κλαυτά κι άφησε το χέρι του.

Ο Αχιλλέας της το ξανάπιασε:

– Έλα, έτσ’ το λέω, για χώρατα, της είπε, την τράβηξε πιο κοντά του και τη φίλησε.

Η Κούλα ξαναβρήκε το θάρρος της και τόνε φίλησε κι αυτή.

– Να σε ρωτήσω ένα πράμα, θα μ’ το πεις στ’ αλήθεια, Κούλα; είπε άξαφνα ο Αχιλλέας.

– Αν του ξέρου θα σ’ του που, αποκρίθηκε η Κούλα κάπως κομπιασμένα, σα να μάντευε τι θα ρωτούσε.

– Μ’ κάνις όρκου;

– Τι όρκου να σ’ κάμου;

– Πως θα μ’ πεις τ’ ν αλήθεια.

– Αν ’νε ξέρου σ’ νε που. Η Κούλα πολεμούσε να φαίνεται πως δε διστάζει.

Ο Σκαλτσογιώργος την κοίταξε στα μάτια:

– Πόσες φορές σε φίλησ’ ο Σακαρέλος;

– Ποιος Σακαρέλος; ξέφυγε της Κούλας. Μα διορθώθηκε αμέσως:

– Ου Μάνθους Σακαρέλους;

– Ναι, κείνος π’ κάθεται κει απόξω. Η Κούλα τινάχτηκε απάνω:

– Ήρθις ντογκρού απόψε για καυγά, είπε θυμωμένα κι έκαμε να φύγει.

Μα ο Αχιλλέας την κράτησε:

– Μου ’πες θα μ’ πεις τ’ν αλήθεια, επίμενε.

– Θ’ ακ’σις τι λέει ου κόσμους, μουρμούρισε η Κούλα και πολεμούσε να του φύγει.

Ο Σκαλτσογιώργος θέλησε να την καλοπιάσει πάλι:

– Έλ’ άσ’ τα! Δεν άικι’σ’ απ’ τον κόσμο τίποτα, της είπε.

Μα όταν η Κούλα θάρρεψε και τον ξανασίμωσε, ρώτησε πάλι:

– Γιατί δε βγήκες σήμερα στο παραθύρ’;

– Για ποιον να βγου; Ισύ ήρθις κι δεν έκατσες, είπε η Κούλα.

– Το δειλινό. Μα πριν το γιόμα; Πριν του γιόμα δε σ’ είδα· δεν ήμ’ν’ απάν’, τυλιγάδιαζα στους νιβουρό, είπε η Κούλα σταθερά.

Ο Σκαλτσογιώργος την κοίταξε κατάματα:

– Δε μ’ είδες αλήθεια;

– Να χαρού τουν αδιρφό μ’!

Ήταν ο όρκος που μπορούσε να πιστευτεί ευκολότερα κι ερ­χότανε από μόνος του στα χείλη των αδερφάδων σε κάθε δύ­σκολη περίσταση. Στην αρχή δειλά, με κάποιο δισταγμό και φόβο, σιγά σιγά όμως, αφού είδαν πως δε στρέγει, ξεστομιζό­τανε ξέθαρρα πια.

Μα ο Σκαλτσογιώργος σα να φοβήθηκε περσότερο αυτός μη στρέξει, βιάστηκε να πάρει πίσω το ρώτημα:

– Έλ’, άσ’ τς όρκι’ς· — τα’ σ’ τα ’πα ούλα, να σε δοκ’μάσω, βεβαίωσε την Κούλα και την έσφιξε στην αγκαλιά του.

Όσο κι αν του άρεσε να πειράζει πάντα τις αγαπητικιές του, να τις φέρνει στα στενά, να τις τρομάζει, άμα όμως έβλεπε πως παίρνουνε σοβαρά το πράμα, πως θυμώνουν ή πως θλίβουνται, ο Αχιλλέας έδινε τόπο της οργής.

Δε βαστούσε κιόλα να τυραννά. Ήξερε, λογάριαζε από πριν πως όπου έμπαινε δεν ήταν πάντα ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος και φρόντιζε να ταιριάζεται κάθε φορά με την περίσταση. Δεν είχε πάρει για σκοπό του να διορθώσει αυτός τον κόσμο και να βάλει τα σίδερα στις γυναικείες καρδιές. Συνηθισμένος να πετά κι αυτός εδώθε κείθε χωρίς να πιάνεται, νόμιζε πως τις καταλάβαινε καλύτερα παρά οι άλλοι. Ψευτιά και γλέντι είναι η ζωή κι η αγάπη εδώ απάνω στον παλιόκοσμο, συλλογιζό­τανε συχνά.

Κι απόψε δεν πήδησε το φράχτη για να ’ρθει εδώ να χολοσκάσει. Όσες στιγμές έμεινε με την Κούλα χωράτεψε και γέλασε μαζί της, όσο που ακούστηκε στη σκάλα το πάτημα της Μα­ριώς και τότε πήδησε αμέσως την καταπαχτή κι έφυγε από το κατώγι.

Κι όταν ξαναδρασκέλιζε όξω το φράχτη, ήταν ευχαριστημένος που, χάρη στα πειράγματα του για το Σακαρέλο, γλίτωσε το βράδυ αυτό χωρίς να τάξει πως θα ξαναρθεί γλήγορα με κανένα καινούργιο χάρισμα.

Περάσανε λίγες μέρες δίχως η Κούλα να φανερωθεί ολότελα στο Σακαρέλο. Ο Σκαλτσογιώργος, όσο είχε ανοιχτόν τον πίσω δρόμο, δεν είχε ανάγκη να πολυκαθίζει στο βελούχι· δεν ήθελε ούτε το συνάδερφό του να πειράζει ούτε να φέρνει σε δύσκολη θέση την Κούλα. Έτσι και κείνη ήταν ησυχότερη.

Μα ο απατημένος Σακαρέλος δεν αναπαυότανε μ’ αυτό. Κι ας μην είχε ακόμα χεροπιαστή απόδειξη, όμως η καρδιά του ήτανε βεβαιωμένη. Μην μπορώντας να ξεμοναχιάσει πουθενά την Κούλα, γύρισε πρώτα στο Σκαλτσογιώργο.

Τον πέτυχε μια βραδιά καθώς πήγαινε στο κάστρο:

– Καλά π’ σ’ ηύρα μοναχόν· θέλω να σ’ που ένα λόγο, του είπε σιμώνοντας τον.

– Και δυο σα θέλεις, είπε ο Σκαλτσογιώργος, που κατάλαβε.

– Δε φέρθ’κες σα συνάδερφος, είπε βραχνά ο βαλτινός.

– Σε τι; για πες μ’.

– Ξέρ’ς σε τι.

– Δε σε καταλαβαίνω.

– Άσ’ τ’ αυτά και μίλα μ’ σαν άντρας. Ο λόγος άναψε το Σκαλτσογιώργο:

– Άσ’ τς βρισές κι συ κι μίλα σα συνάδερφος, είπε κι αυτός στεγνά.

– Να, στα παραθύρια π’ τηράς.

Η φωνή του Σακαρέλου έτρεμε τόσο που ο Σκαλτσογιώργος τον λυπήθηκε.

– Μπορώ, ωρέ Μάνθο, να σε ρωτήσω και γω ένα λόγο; του είπε μαλακά και μ’ όλη την καρδιά, σα να του έφυγε ο θυμός με μιας.

– Ρώτα, είπε ξερά ο Σακαρέλος.

— Διαφέρνεσαι κει στα σοβαρά;

Στα σοβαρά ή όχι. είναι δ’κός μ’ λογαριασμός, απάντησε ο βαλτινός απότομα.

Ο Σκαλτσογιώργος τον κοίταξε μια στιγμή και συλλογίστηκε: Αξίζει το πράμα για καυγά; Η όρεξή του για την Κούλα πήρε να πέφτει. Η ομορφιά της δεν άξιζε τις απαίτησες που είχε.

– Διαφέρνεσαι στ’ αλήθεια, ωρέ Σακαρέλο; ξαναρώτησε κι άπλωσε το χέρι.

– Τι, κοροϊδεύ’ς τώρα; έκαμε να θυμώσει ο Σακαρέλος, μα ο Σκαλτσογιώργος τον έκοψε:

– Αν κορόιδευα, δε σο ’δ’ να το χέρ’. Έχ’ς το λόγο μ’, ούτε θα ξανασκώσω μάτ’, του είπε και τον έπιασε από τη μέση:

– Έλα πάμε!

– Τώρα το λες, μουρμούρισε σκοτεινιασμένα πάντα ο Σακα­ρέλος.

– Τι τώρα; Δεν πήρα ούτε μια καλησπέρα· σα θέλεις πί­στεψε.

Ο Σακαρέλος τον κοίταξε παράξενα.

– Αφού σ’ το λέω, να το π’στέψεις, είπε τον τελευταίο του λόγο ο Σκαλτσογιώργος και τραβήξανε κι οι δυο αμίλητοι στο κάστρο.

Κι αλήθεια ο Σκαλτσογιώργος φύλαξε το λόγο του· δεν ξανα­σήκωσε μάτια στον πύργο.

Η Κούλα τον περίμενε άδικα μερικές βραδιές· τέλος τη φά­γανε τα φίδια. Μάνιωσε όχι τόσο μ’ αυτόν, όσο με το Σακαρέλο. Κι είχε και τα λόγια της Μαριώς και τα πειράγματα του Κα­ραφωτιά ακόμα:

– Φ’λάξ’, κακουμοίρα· δε γλιτώνεις απ’ του Σακαρέλου, της λέγανε κι οι δυο.

Ο Καραφωτιάς ευχαριστήθηκε περσότερο από τη Μαριώ, που ο Σκαλτσογιώργος ξεμπήχτηκε τελειωτικά από την κούλια.

Του φαινότανε ντροπή στ’ αλήθεια, να ’ρθει έτσι ξαφνικά το ξένο γουρούνι να φάει το πιο ώριμο αχλάδι από την αχλαδιά μπροστά στα μάτια του, καθώς του το ’λεγε και τον πείραζε ο μοραΐτης επιλοχίας Παδελόπουλος. Ο Σακαρέλος, με την αρχή που είχε να βαστιέται όσο μπορεί όξω από το σύνορο της κούλιας, ήταν ο αγαπητικός που παραχωρούσε μ’ όλη την καρδιά του της μικρότερης ξαδέρφης, μια και της χρειαζόταν ένας. Γι’ αυτό έβαζε τα δυνατά του να ξαναφέρει τα πράματα στη θέση τους.

Μα η Κούλα δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει:

– Πες τ’ να πάει στ’ς καφεαμάνισσις κι στ’ς χουρεύτρις, του έλεγε πάντα σαν την παρασκότιζε.

Ο Καραφωτιάς το ’λεγε του Σακαρέλου κι αυτό τόνε φρένιαζε πιο πολύ.

– Την άτιμη, να μου βγει και με το παραπάνω! Το αποφάσισε με τα σωστά να τη σκοτώσει.

Πώς θα το έφτανε ως εκεί, δεν το πίστευε ούτε ο Καραφω­τιάς, ούτε ο Μαυλής, που το άκουγαν από το στόμα του. Μα ωστόσο για καλό και για κακό, κι ο Καραφωτιάς το είπε ο ίδιος της Κούλας κι ο Μαυλής της παράγγειλε με το Φωτούλα Τυλιγάδα να φυλάγεται λίγον καιρό, όσο να περάσει το μπουρίνι του βαλτινού.

Ο Σακαρέλος ο ίδιος δεν ξαναφάνηκε στο βελούχι, όμως η Κούλα βλέπει τον ίσκιο του να σέρνεται, άμα σουρουπώνει ολό­γυρα στον πύργο. Κι όταν είναι φευγάτες οι αδερφές, διπλοσυρτώνεται από μέσα.

Γιατί άρχισε να φοβάται κι η Κούλα αληθινά. Κάθε στιγμή νομίζει πως ακούει το πάτημα του όξω στη σκάλα, της φαίνεται πως ανοίγει η πόρτα και χυμά μέσα η αγριεμένη όψη του.

Κι οι φόβοι της δεν ήταν κούφιοι. Ένα βράδυ, που η Φρόσω κι η Μαριώ λείπανε κι η Κούλα έμεινε μόνη με τη μικρή την Παναγιούλα, χτύπησε στ’ αλήθεια η πόρτα.

– Ποιος είναι; ρώτησε από μέσα η Κούλα τρομαγμένη.

– Εγώ, απάντησε μια πνιχτή φωνή. Ήταν ο Μάνθος Σακαρέλος.

Η Κούλα δεν μπόρεσε να βγάλει τσιμουδιά. Η πόρτα ξαναχτύπησε.

– Άνοιξε, αλλιώς θα την τσακίσω.

Η Κούλα άδραξε την Παναγιούλα κι ακουμπήσανε με όση δύναμη είχαν πίσω από την πόρτα.

– Άνοιξε ή θα την τσακίσω, σου ’πα, ξαναμούγκρισε η φωνή απόξω.

– Φεύγ’, αλλιώς θα βγω στου παραθύρ’ να φωνάξω, φοβέριξε κι η Κούλα.

Δυνατότερη χτυπιά, σα να ήταν τώρα με το πόδι, τράνταξε την πόρτα. Και δεύτερη και τρίτη απανωτά.

Η Κούλα χύμηξε στην άλλη κάμαρα, την κλείδωσε και βγήκε στο μπαλκόνι φωνάζοντας.

Η Παναγιούλα, που έμεινε μέσα μόνη στο σκοτάδι, έβαλε και κείνη τους σκουσμούς.

Ο Φωτούλας Τυλιγάδας με δυο άλλους, που ακούσανε από το βελούχι, τρέξανε.

Πρι να φτάσουν όμως στην αυλόπορτα, ο Σακαρέλος έγινε άφαντος από το πίσω μέρος.

Η Φρόσω κι η Μαριώ, άμα γυρίσανε, βρήκανε την αδερφή με κομμένο το αίμα της. Δεν μπορούσε να τους διηγηθεί καλά καλά τι έγινε.

Η Φρόσω πήγε πρωί πρωί την άλλη μέρα στο διοικητή κι ο άγριος βαλτινός λοχίας διατάχτηκε να φύγει αμέσως για το λόχο, που είχε αποσπασμένον το τάγμα στα βουνά κοντά στα σύνορα.

Γ

Και περνούν τα χρόνια· μονότονα κι ειρηνικά, όσο δεν ξαναφαίνεται άλλος βαλτινός λοχίας. Και το διάβα τους έδειξε άλλη μια φορά στην πόλη κοντά στον ποταμό πως η γενιά δεν είναι άδειος λόγος.

– Ο Θεός δεν πήρε ολότελα το χέρι του απ’ το σπίτι του Θώμου Κρανιά!

Μ’ αυτά τα λόγια δέχεται η Φρόσω το μήνυμα πως ο Γεσίλας μπήκε στη σκολή. Μετά τόσα βάσανα!

Η ράχη της Φρόσως πολεμά να μη σκύβει πια, η ματιά της να μη βλέπει πως η κούλια όλο και ρέβει, οι τοίχοι της αποραγίζονται, τα παραθυρόφυλλα δε φράζουν τον άνεμο της ποτα­μιάς, η σκεπή της δε βαστά τις μπόρες του χινόπωρου. Και μέσ’ από τους τοίχους το ίδιο, ξεχαρβαλώθηκαν όλα· τα στρωσίδια, τα σκεπάσματα δεν παίρνουν άλλο μπάλωμα, για το γιορτάσι του αδερφού δε φτάνει τώρα να βοηθά η γειτονιά μόνο με το εξήντα νούμερο σεντόνι.

Μα όλ’ αυτά θα τα ξεκαινουργώσει το μακρύ σπαθί που έρχεται. Η Φρόσω τ’ ακούει κιόλας που βροντά. Ήταν έτοιμη να βγάλει τώρα και τα μαύρα, αν δεν πέθαινε ξαφνικά στο χωριό ένας μπάρμπας, συγγενής καλός, που θυμότανε κάθε χινόπωρο τις ανιψιές μ’ ένα σακούλι τραχανά και φασόλια και καρύδια και πού και πού και με κανένα δεκάρικο.

Πάει τώρα, στέρεψε κι αυτή η πηγή· αφού στέρεψε πρωτύτερα κι η άλλη του Γεσίλα, που δεν είναι πια σιτιστής στο λόχο, μα χρειάζεται κι ο ίδιος τώρα να του στέλνουνε χαρτζιλίκι οι αδερφές στο σκολειό που κλείστηκε.

Έπρεπε λοιπόν η Παναγιούλα να συχνώσει τους βραδινούς δρόμους της στους φίλους και στους δικούς μέσα στην πόλη.

Κι όσο να γυρίσει αυτή, η Μαριώ είτε η Κούλα, μια από τις δυο έπρεπε να λείψει από τον περίπατο στην ακροποταμιά. Ο νέος δήμαρχος είχε οικόπεδα εκεί κοντά και την έκαμε πλα­τεία κι έτσι δεν μπορούσαν πια να βγαίνουνε με τις παντόφλες, όπως πρωτύτερα. Παπούτσια περιττά δε βρισκόντανε στην κούλια και τα στιβάλια της Φρόσως δε χωρούσαν πια την Πα­ναγιούλα.

Αλίμονό της λοιπόν όταν αργούσε να γυρίσει αν ήτανε μάλιστα η Μαριώ που την περίμενε κι αν κιόλας γύριζε με άδεια χέρια, όπως δεν ήταν σπάνιο. Γιατί οι δικοί και φίλοι του πατέρα πήρανε και στερευόντανε και κοντά σ’ αυτούς κι οι υπαξιωματικοί του κάστρου δε δείχνουνται πια τόσο πρόθυμοι σε κάθε απαίτηση των αδερφάδων.

Και της Μαριώς λιγότερο.

Κι έτσι η Μαριώ άρχισε να γίνεται πιο νευρική και πιο πα­ράξενη.

Πρώτη το αισθάνθηκε η ράχη της ορφανής της πλύστρας του πατέρα. Σιγά σιγά το είδε κι η ίδια η Μαριώ πως άλλαξε, πως παραξένεψε, ήξερε μάλιστα και το λόγο της παραξενιάς της, μόνο το λόγο αυτό δεν μπορούσε να τον εξηγήσει ακόμα.

Τον επιλοχία Καραφωτιά κοντεύει πια να τον ξεχάσει. Πάνε δυο χρόνια που άφησε το κάστρο και πάει να ξανακυνηγήσει στα βουνά φυγόδικους. Από τότε άλλαξε η Μαριώ δυο τρεις, μα όλοι τους κόψανε άξαφνα μαζί της άπονα και κρύα, σα να μη βρήκανε σ’ αυτή εκείνο που ζητούσανε. Κι αυτή έχει συνη­θίσει στην αγάπη και στις ταραχές της. Δίχως αυτές προς τι η ζωή; Για να σκύβει ολημερίς στα πλεξίματα και στα ρα­ψίματα, που τις αποκάνουνε τα χέρια, της θαμπώνουν τα μά­τια, κι όταν έρχεται ο ύπνος να τα ξεκουράσει, να μην έρχεται πια με πλάνες φαντασίες;

Δίχως αυτές, της Μαριώς της είναι αδύνατο να ζήσει· το ξέκοψε στον εαυτό της. Δε φταίει αυτή, φταίνε τα μάτια από το δρόμο κι από το βελούχι, που τη συνηθίσανε από μια φορά να πέφτουν όλα απάνω της, να την κυνηγούν αδιάκριτα, σα να θέλουνε να τη φάνε ζωντανή.

Και τώρα αυτά τα μάτια αρχίσανε να την αφήνουν ήσυχη. Μα ίσια ίσια την ησυχία μισά η Μαριώ, η ησυχία την κάνει τώρα πάντα πιο παράξενη και νευρική·

Και λίγο λίγο αρχίζει να ξηγά την αφορμή. Όσο κι αν ακόμα της γελά ο καθρέφτης τα δικά της μάτια, οι ζαρωματιές παραπληθύνανε στο πρόσωπο της και δεν μπορούνε να κρυφτούν όλες από τα ξένα μάτια με το κοκκινάδι. Τι να πρωτοκάμει κι αυτό το δόλιο! Στο κοντινό χαλά τα δόντια μοναχά.

Και της Μαριώς πήγε και διάλεξε να κουφαλιάσει τα δυο μπροστινά. Στη συμφορά μπορούσε να βοηθήσει μόνο ο δοντογιατρός. Δοντογιατροί έχουνε συχνό πέρασμα την πόλη κοντά στον ποταμό, μα παραπαίρνουν ακριβά, άκουσε η Μαριώ. Δε­κάρικα και παραπάνω. Κι αυτή μόλις οικονομά τις δεκάρες για την οκνά που θέλουν τα μαλλιά, που αρχίσανε κι αυτά να πέφτουνε λόιδα με το χτένισμα. Να ’χουνε κάνε χρώμα. Και να είναι η Μαριώ δικασμένη να βλέπει ολημερίς μπροστά της τα μαλλιά της Κούλας.

Απελπισιά, απελπισιά.

Τόσο ήτανε λοιπόν τ’ όνειρο, τόσο ήταν όλο το παιγνίδι; Το μακρύ, το αδιάκοπο, το απελπισμένο κυνήγημα μιας τύχης καλύ­τερης, μιας γωνιάς ζεστής και χορτασμένης ήτανε γραφτό να έχει αυτό το τέλος; Η δυστυχία η αβάσταχτη κι η υπομονή της δεν απλώνουνται λοιπόν μονάχα πίσω, δε χάνουνται στο περασμένο και δε σβήνουνε στη λησμονιά, μα ανοίγουνται πλα­τιά, το ίδιο αχνά και μαραζιάρικα, το ίδιο κουρελιάρικα και πεινασμένα και τουρτουριασμένα τραβούν το δρόμο τους και μπρος, ένα μακρινό, ατέλειωτο, έρημο δρόμο;

Απελπισιά, απελπισιά.

Μα πάλι μην είναι όλα φαντασιά και παραξενιά δική της; Μην τάχα την αναγελά ο καθρέφτης έτσι άνοστα και της χωρα­τεύει τόσο σκληρά, για να παίξει μαζί της;

Η Μαριώ τον έσπασε.

Μα ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός, που είχε δολώσει την Κούλα εκείνον τον καιρό με τα ψεύτικα λιλιά του, όπως τα περιγε­λούσε η Μαριώ, αγόρασε καινούργιον της Κούλας, μεγαλύτερον και καθαρότερο και το χωρατό ξακολούθησε πιο σκληρό.

Απελπισιά, απελπισιά.

Δίπλα στο πηγάδι της κούλιας είχε σπείρει η Μαριώ την άνοιξη ανάμεσα στις φασουλιές και μια καλαμποκιά και την πότιζε καθημερινά και τη σκάλιζε όλο το καλοκαίρι. Μα ήρθε ο χινόπωρος και κείνη πέταξε μόνο στάχια, δίχως να ψομώσει τον καρπό.

Εκεί που την είδε να την ποτίζει ακόμα, η Κούλα της είπε:

– Τι παιδεύεσαι μ’ αυτή, άκαρπη θα ξεσταχιάσει η καψερή.

Η Μαριώ δεν της λησμονά το λόγο. Την άγγιξε στην καρδιά, της καίει το αίμα, της τρυπά το κορμί, της κεντά τα σπλάχνα. Η καλαμποκιά μαράθηκε· έπεσε και σάπισε. Μα η Μαριώ την έχει μπροστά της πάντα και βάζει όλα της τα δυνατά να μπει παντού εμπρός από την Κούλα, να την παραμερίσει ή τουλάχι­στο να την αλικοτήσει. Ξικεύει το προσφάγι για καινούργιο βελουδάκι στα μαλλιά, τον ύπνο για τον άλικο το φιόγκο μπρο­στά στο στήθος. Μα τα μάτια αντίκρυ στο βελούχι δε σέρνουνται απ’ αυτά. Το ξέκοψε πως αποδώ και πέρα δεν ξαναδίνει της Παναγιούλας τα σκαρπίνια της. Κι όμως άμα γυρίζει από τον περίπατο, εκείνον που πήγε να κυνηγήσει εκεί τόνε βρίσκει να κάθεται στο βελούχι και να κοιτάζει την Κούλα στο παράθυρο. Και χυμά στην αδερφή:

– Χασκομπουρίστρα, αδιάντροπη!

Μα όσα μαλλιά κι αν της μαδά, την άλλη αυγή τα βρίσκει πάλι φουντωτά, πάλι σγουρωμένα και το στήθος φουσκωμένο κύμα.

Η Μαριώ φρενιάζει. Αν δεν ήτανε στη μέση αυτή η άπονη αδερφή, να της βγαίνει παντού μπροστά με τα στολίδια της! Σηκώνεται σιγαλά τη νύχτα, στα δάχτυλα, γλιστρά πίσω από την πόρτα, όπου είναι κρεμασμένο το φόρεμα της Κούλας, και το ξεσκίζει με τα δόντια της, ανοίγει τον κομό σιγά και κλέβει τις κορδέλες της για να τις κάψει την αυγή θαμπά, βρίσκει στο σκοτάδι τον κλώστη και της τρυπά τα γοβάκια.

– Ας μου βγει πια περίπατο η ξετσίπωτη! γυρίζει εκδικη­μένη στο στρώμα της.

Μα το μπαλκόνι δεν μπορεί να το γκρεμίσει, τα παράθυρα να τα φράξει.

Το άλλο βράδυ άδικα ξανατρέχει να βρει το λοχία στην ακρο­ποταμιά. Γυρίζοντας βλέπει τον ίσκιο του να γοργοχάνεται από την αυλόπορτα της κούλιας και την άλλη Κυριακή καινούρ­γιες πιο όμορφες κορδέλες κρέμουνται στο στήθος της αδερφής και στα πόδια της φορεί νέα ποδήματα.

Όλα λοιπόν του κάκου! Νοιώθει μια δύναμη άφαντη κι ανί­κητη να τη σέρνει προς τη Φρόσω.

Κι όμως το λοχία αυτόν δεν έπρεπε να της τον πάρει η Κούλα. Δεν ήταν όμορφος, δεν είχε απάνω του αέρα πολύ και νταηλίκι, μα η ώρα δεν ήταν πια για τέτοια. Της έφτανε έτσι όπως ήταν ήσυχος και σιγαλός· έτσι κιόλας τον ήθελε. Άκουσε πως δεν είχε απαντοχές πέρ’ από την σύνταξη του ανθυπασπιστή, μα συμβιβάστηκε και μ’ αυτό. Της αρκούσε το σπίτι που είχε στο χωριό, δεχόταν ακόμα και τη γριά μάνα του να καθίσει μαζί στο σπίτι. Κορακοζώητη δε θα γινότανε.

Η Μαριώ θαρρούσε πως ξεχώριζε το σπίτι στο χωριό, στο χωριό που άσπριζε αντίκρυ, μακριά στη ρίζα του βουνού μέσα στις καστανιές, που κοκκινίζανε στο χινοπωριάτικο ήλιο σα χάλκωμα λιωτό. Ναι, έβλεπε το σπίτι κι έβλεπε και κείνον απόστρατο κοντά της. Ας είναι μόνο με το χρυσό γαλόνι στο κεφάλι κι η άλλη φορεσιά του ντρίλινη. Ήταν ευχαριστημένη κι έτσι.

Και θα τον είχε δίχως άλλο. Εκείνος αυτή πρωτοκοίταξε. Ήτανε θαρρείς, επίτηδες σταλμένος γι’ αυτή, μα, καθώς πάντα, βγήκε η αδερφή μπροστά. Πολλές στιγμές της έρχεται να πάει να πέσει στα πόδια της, να την παρακαλέσει ν’ αφήσει το λοχία ήσυχο, να τραβήξει από κείνον χέρι. Δεν είναι τώρα σα μια φορά με τον Καραφωτιά, καιρός δεν είναι τώρα για παιγνίδια. Σα θέλει αυτή παιγνίδια, εδώ είναι οι άλλοι· όλοι χάρισμά της, ας πάει να βγάλει μ’ αυτούς τα μάτια της.

Το αποφασίζει και τραβά να το κάμει, όμως αντικρίζει την Κούλα γελαστή και θροφανή, με τα μάγουλα κοκκινισμένα, με τα μάτια φωτερά σαν αναγελαστικά, κι η περηφάνια της δεν την αφήνει και προτιμά καλύτερα να της χυθεί σαν άγρια γάτα, να της ξεσκίσει τα μάγουλα και να της ξεριζώσει τα μάτια από τις κούπες τους.

Και της έγινε τώρα περήφανη και κείνη, δεν παίρνει λόγο να της πει, κοντεύουνε να γίνουν ίσες.

Η Μαριώ τραβά στη Φρόσω και φορτώνεται αυτή, που δεν τη μαζεύει σα μεγαλύτερη, που δε βλέπει πως έκαμε την κού­λια θέατρο, έτσι παραμαντόνα που κατήντησε:

– Ναι, παραμαντόνα! Έβγα να ’νε ιδείς· σήκουσι στου μπαλκόνι παντιέρα. Δε φτάνει π’ νε κουλούσερνει ούλου του τάγμα στου χαλιά, τώρα τουν κινούριουνε πο’ ’πιασι τουνέ φέρνει κι στου κατώι τ’ νύχτα.

Η Φρόσω πολεμά να τη σωπάσει.

– Σαν είναι κι σ’ αρέσε’, κατέβινε κι συ στ’ν πόρτα κι μάζουνε δικάρις, της φωνάζει δυνατά η Μαριώ.

Η Φρόσω βούλωνε τ’ αυτιά να μην ακούει. Μα η Μαριώ φωνάζει δυνατότερα και στο τέλος φοβερίζει πως θα τα γράψει όλα του Γεσίλα.

– Ναι, τ’ Γεσίλα! ναν τς στείλει ένα ντέλφ’, να βγει να χουρεύ’ καρσί στου βιλούχι.

Για να την ησυχάσει η Φρόσω αποφασίζει και της λέει μια μέρα το μυστικό: ο λοχίας, που έρχεται κάποτε ως την πόρτα κι όχι ως μέσα στο κατώγι, αρρεβώνιασε κρυφά την Κούλα και σ’ αυτό έστρεξε κι η μάνα του. Σ’ ένα δυο μήνες θα το βγάλουνε κιόλα στο φόρο.

Η Φρόσω δεν είδε τη Μαριώ ποτέ τόσο όξω από τα λογικά.

Πριν αποσώσει η Φρόσω το λόγο της, η Μαριώ την άδραξε από την τραχηλιά, την έσεισε με όση είχε δύναμη και της φώ­ναξε τινάζοντας απάνω της τα ξεπεταγμένα μάτια της:

Κι συ μαζί μ’ αυτήν! Μα άικ’ σι π’ σ’ του λέου: δε θαν τουν πάρ’, δε θα προυφτάσ’ ναν τουν πάρ’!

Και γύρισε κι έγινε άφαντη στην πόρτα.

Δε φάνηκε στον πύργο κι όλο το δειλινό. Η Κούλα, που είχε βγει το σούρουπο περίπατο με το λοχία, ένιωσε, μια στιγμή από πίσω τους τον ίσκιο της. Έπειτα τον έχασε. Άμα γύρισε στο σπίτι, η Μαριώ ήταν εκεί μα δεν κάθισε να φάνε όλες μαζί. Μια όμως και το έκανε συχνά, η Κούλα δεν έδωσε προσοχή σ’ αυτό, ούτε ρώτησε τι έχει η αδερφή της.

Όταν η Φρόσω πήγε μέσα να κοιμηθεί βρήκε τη Μαριώ πεσμένη, μα τη φοβίσανε τα μάτια της, που φέγγανε σαν αναμμένα κάρβουνα εκεί στην άκρη.

Η Φρόσω δεν απορούσε να τα βλέπει και γύρισε από το πλευρό.

Μα τα μάτια της Μαριώς μέναν ασάλευτα. Δεν τα κολλούσε ο ύπνος. Έλαμπε κει μπροστά τους ο αρρεβώνας της αδερφής, σαν κάτι τρομερό. Τον έβλεπε να γίνεται μεγάλος πύρινος γύρος και να την περικλείνει σκορπώντας φωτιές, που κάνανε να καίνε όλα τα μέλη της και που περνούσαν ίσια με βαθιά της και τη φλογίζανε και κει. Θαρρούσε πως έπλεγε σε αναμμένη θά­λασσα. Έπειτα ο γύρος στένευε σιγά σιγά και την έζωνε όλο και σφιχτότερα, όλο και πυρότερα· και μίκραινε, μίκραινε πάντα καυτερός και γινότανε θηλιά κι ερχότανε να σφιχτεί γύρω στο λαιμό της. Τα μάτια της κάμανε μια στιγμή να κλεί­σουνε, μα απάνω εκεί της έσφιξε η θηλιά πιο δυνατά το λά­ρυγγα κι η Μαριώ τινάχτηκε:

– Όχι στο δικό μου, όχι εδώ, έβγαλε σχεδόν κραυγή κι ανασηκώθηκε και τέντωσε το αυτί, μην έτυχε και την άκουσε η Φρόσω. Μα την είδε γυρισμένη προς τον τοίχο, νόμισε κιό­λας πως άκουσε τον υπνωμένο ανασασμό της.

Και πετάχτηκε. Πρώτ’ ανακαθιστή, έπειτα ολόρθη αφικράστηκε ξανά: Η Φρόσω κοιμότανε. Μέσα κι όξω σιγαλιά, μήτε σκύλου βάβισμα.

Η πόρτα προς την άλλη κάμαρα ήτανε μόνο γυρτή, χωρίς το τσεμπερέκι. Καθώς την έσπρωξε, δε βρόντησε μήτε σαν τρίχα που πέφτει χάμω.

Δυο βήματα κι η Μαριώ βρέθηκε σκυφτή μπροστά στο χαμηλό σοφά, όπου κοιμόταν η Κούλα γερμένη στο πλευρό. Τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά και θαμπόφεγγε μόνο το καντήλι μπρος στο κόνισμα. Στο φως  του η Μαριώ ξεχώρισε που ασπρίζανε στο μέτωπο της Κούλας τα χαρτάκια, που τυλίγαν τα σγουρά της.

Η Κούλα ανάσαινε ήσυχα κι είχε κλειστά τα μάτια – η Μα­ριώ νόμισε πως βλέπει, τ’ όνειρό της. Το στόμα της μισοανοιχτό λες την αναγελούσε και στον ύπνο.

Η απαλάμη της Μαριώς χύμηξε ίσια και το ’κλεισε, ενώ τα δάχτυλα του άλλου χεριού θηλυκώναν το λαιμό της κοιμισμένης.

Μα πριν προφτάσουνε να σφίξουνε καλά, δυο άλλα χέρια της αρπάξανε τα δικά της και μια κραυγή από πίσω της έσμιξε με τον πνιγμένο βόγκο, που έβγαινε από το στήθος της Κούλας.

Ήταν η Φρόσω, που δεν κοιμόταν όπως νόμισε η Μαριώ, μα φοβισμένη από το αγρίεμα της αδερφής, υποψιάστηκε κάτι κακό και την παραφύλαγε κάνοντας τον κοιμισμένο. Και μόλις είδε τον ίσκιο της, που πέρασε την πόρτα, χύμηξε κατόπι.

Μωρή στρίγλα, μωρή κάησσα! έβγαλε φωνή ξυπνώντας μαζί με την Κούλα και την Παναγιούλα, που κοιμότανε σε μιαν άκρη στην ίδια κάμαρα.

Μα όλες πνίξανε κει μέσα τις φωνές και μόνο η Μαριώ κι η Κούλα μείναν ορθές με ανάερα τα χέρια, σαν πετρωμένες η μια αντίκρυ στην άλλη.

Η Κούλα ξέκοψε με το λοχία κι η Μαριώ σιγά σιγά ησύχασε. Ήταν το στερνό της ξέσπασμα.

– Όλα περνούν και ξεθυμαίνουν, όλα χάνουνται και σβήνουν. Και το σαράκι, που τρώει το ξύλο, ψοφά κι αυτό άμα φάει το ξύλο, στοχάζεται ύστερα εκεί που ράβει, και βλέπει πως τα ξέχασε κι αυτή όλα κι άφησε σχεδόν αδιάφορη να κυλά τον κατή­φορο, που φέρνει προς τη Φρόσω, προς τη χαρά από τη χαρά μόνο των άλλων, την παρηγοριά από το σόι μόνο, την ελπίδα λυτρωμού μόνο από τον αδερφό.

Ο δρόμος, η ακροποταμιά και το μπαλκόνι μένουνε πια μόνο για την Κούλα, η Μαριώ μοιράζεται τώρα περσότερο την έννοια με τη Φρόσω, ψάχνει κι αυτή να βρούνε ποια νύφη μες την πόλη ταιριάζει καλύτερα του αξιωματικού που περιμένουνε.

Στη νύφη δεν ξετάζεται βέβαια τόσο η γενιά, όσο η προίκα. Λογαριάζουνται τα μετρητά της μιας, τα χωράφια της άλλης. Χρυσαφικά, χαλιά και ρουχισμό έχουν όλες. Αυτά τα ξέρουνε στην κούλια καλύτερα παρά καθένας άλλος, γιατί τα περσότερα υφαθήκανε και ραφτήκανε από τις αδερφές, όχι χωρίς ελπίδα πως θα ξαναγυρίζανε σ’ αυτή μια μέρα.

– Θα το δείτε, θα το δείτε, λέει με τον εαυτό της η Μαριώ, σα ν’ απαντά σε κάποιο δισταγμό, που βλέπει στο χαμόγελο της γειτονιάς· και σκύβει τώρα πιο βιαστική στο ράψιμο.

Κι η Φρόσω εκεί που, όπως ξεχνιέται στους συλλογισμούς της, μπερδεύεται το διάσμα της στον αργαλειό, προσέχει να μην τ’ οργιστεί.

– Και συ βλουημένου, μουρμουρίζει μοναχά.

Μπορεί να βγάλει κακό λόγο για κάτι, που το περιμένει να της φέρει την ευτυχία;

Κι η ευτυχία έχει ανοίξει κιόλας τα φτερά και πετά προς την κούλια. Οι αδερφές τη βλέπουν όλο και πιο κοντά: Όλα τα πλουσιοκόριτσα της πόλης κοντά στον ποταμό περιμένουν τον αξιωματικό. Η δημαρχοπούλα με τα πολλά τα χτήματα, που τους έκανε το μεγάλο ως τώρα, τις προάλλες, που είδε την Κούλα στην αυλόπορτα σταμάτησε και τη γλυκοχαιρέτησε. Η Χριστίνα του Καταπόδη κίνησε κι ήρθε μοναχή της να δει τάχα αν έριξε η Φρόσω στον αργαλειό τις μπατανίες της. Μια τρίτη ρώτησε τη Μαριώ, που την απάντησε στο δρόμο, τι μαθαί­νουν από τον αδερφό, η μάνα της αλληνής, εκεί που γύριζε με τη Φρόσω από το λείψανο, ξέταζε να μάθει πότε βγαίνει ο Γεσίλας από το σκολειό κι η μεγάλη η Ζωριοπούλα ρώτησε κιόλα τη Μαριώ προχτές σε ποιο σώμα θα βγει.

Κι άμα άκουσε στο πεζικό, αστράψανε τα μάτια της.

– Αν ήθελε στο οικονομικό, θα ’τανε τώρα από δυο χρόνια αξιωματικός, της απάντησε η Μαριώ. Μα ο γιος του Κρανιά δεν πήγε στο στρατό για το ψωμί, ούτε το θέλει το σπαθί μόνο για φιγούρα.

Η κόρη διπλοευχαριστήθηκε κι η Μαριώ το λέει και το ξαναλέει στις αδερφές:

– Θα το δείτε, θα το δείτε· όλες θα τσακιστούνε ποια να τον πρωτοπάρει.

Και τα γράφουν το Γεσίλα και τον περιμένουν.

Μα όταν πήρε και σίμωσε ο καιρός να ’ρθει, τους έγραψε και κείνος να φροντίσουνε να του στείλουν τα παρτικά για τα χρυσάφια και τα σιδερικά, που θα του χρειαστούνε όταν κολ­λήσει το γαλόνι.

Η Φρόσω το λογάριαζε από μιας αρχής και φρόντιζε να κρύβει στο κατώγι κάτω από μια πέτρα ό,τι περίσσευε αποδώ αποκεί. Όμως άλλες ανάγκες την κάνανε και τα ξανάβγαζε. Κι έλπιζε πάντα στο θεό και στα βραδινά τρεξίματα στους φίλους.

Θα ’μενε με την ελπίδα, αν δε βοηθούσε το αναπάντεχο. Σει­σμός γερός τράνταξε ξαφνικά την πόλη κοντά στον ποταμό. Μαζί με τ’ άλλα σαράβαλα του τουρκομαχαλά μισοσωριάστηκε κι η κούλια του Σουλιώτη καπετάνιου. Οι τοίχοι της, κατά τη γνώμη του μηχανικού της επαρχίας, γίνανε κίντυνος για το γέ­νος του Κρανιά και τ’ όνομα των ορφανών του γράφηκε από τα πρώτα στον κατάλογο των σεισμοπαθημένων.

Μα πάλι το βοήθημα, που ήρθε από το κράτος, ήτανε κρίμα να ξοδευτεί στους τσούσηδες και στους μαραγκούς. Βιάζαν άλλες πιο απόλυτες ανάγκες. Χωριστά από σπαθιά, καπέλα και σιρίτια, χρειαζότανε και μια καρέκλα να καθίσει ένας μουσαφίρης, ένα φλιτζάνι για να πιει καφέ, περούνια, πιάτα, το ’να τ’ άλλο, τέλος ένα τραπέζι με γερά ποδαρικά. Ο αξιωματικός της κούλιας δεν μπορεί να τρώει σταυροπόδι στο σοφρά, σα μια φορά ο πατέρας. Όσο για τους τοίχους, θα προφτάσει εκεί­νος να τους ξεκαινουργώσει από τα θέμελα, πριν ξανασειστεί η γης. Για την ώρα φτάνει να μπαλωθούν οι σκισματιές με τον ασβέστη, ίσια ίσια να μην φαίνουνται και να τρομάζουνε, φτάνει ν’ ασπριστεί απόξω κι από μέσα η κούλια για το καλό δέξιμο του καπιτάνιου.

Όλα ήρθανε δεξιά κι ο Γεσίλας πήδησε από το αμάξι στην αυλόπορτα της κούλιας κατακαίνουργος κι αρματωμένος. Η γειτονιά, που ως τα σήμερα τέντωνε τ’ αυτιά ν’ αφικραστεί μην μπερδευτεί στον πίσω φράχτη καμιά σπαθολόγχη, που τον πη­δούσε βιαστικά το σούρουπο, βγήκε τώρα κι ακούει το βρόντο του αστραφτερού μακριού σπαθιού, που ανεβαίνει ξαμολυτό την πέτρινη σκάλα της κούλιας.

Οι αδερφές λαμποκοπούν από χαρά και δε χορταίνουν το λυγερόκορμο αξιωματικό: Είν’ ο Γεσίλας αυτός με το μακρύ σπαθί, με τ’ αργυρόλαμπα αστεράκια στο λαιμό, με τις ολάστραφτες λουστρινένιες μπότες;

Η Μαριώ τις ξεσκονίζει απαλά απαλά με την ποδιά της, αφού η Φρόσω έκαμε πρωτύτερα τον αδερφό να τρομάξει με τη φαγωμένη παλιόβουρτσα της κούλιας, που πήγε κι έφερε.

– Φεύγ’ αποκεί, μουρή· θα μ’ τς χαρακιάεις μι του μιστρί σ’, της φώναξε.

Κι οι τρεις τον αγκαλιάζουν και τον ξαναγκαλιάζουνε μην ξέροντας τι να πρωτοχαρούν τον αδερφό ή τα στολίδια του.

– Γιατί έβαλες τόσου στινό γαλόνι στου καπέλου; ρωτά η Κούλα, κι ας είχε βάλει ο Γεσίλας το πλατύτερο που βρήκε.

– Τι όμορφ’ που ’ναι! ξεφώνησε η Μαριώ, σαν πήρε η ματιά της τη νικέλινη αλυσίδα, που είχε ο ζωστήρας του σπαθιού του αντίς για κοντό λουρί:

– Είναι τς μόδας ή νέους κανουνισμός;

– Μαντύου έφκιασες ή αδιάβροχου; ρώτησε κι η Φρόσω, που ακολουθούσε και κείνη από το κατώγι της τη στρατιωτική πρόοδο του τόπου.

– Σ’ πααίν’νε καλά κι τα μακριά τα πιντιλόνια; ξαναρώτησε ύστερα.

Η Κούλα θυμήθηκε και την άσπρη μπλούζα κι η Μαριώ θέ­λει να τόνε δει ίσια κι όλα με τη μεγάλη στολή.

Μα για να τη ντυθεί ο Γεσίλας, ανοίχτηκε το φορτσέρι του κι απάνω απάνω προβάλανε δυο καπελίνα.

Ήτανε τα χαρίσματα, που έφερνε της Μαριώς και της Κούλας.

Ο Γεσίλας φόρεσε τη στολή, μα η Μαριώ, που το γύρεψε, τώρα δεν τον προσέχει.

Μόνο η Φρόσω καμαρώνει τις χρυσές σπαλέτες, σιάζει τη ζώνη στη μέση του, ρωτά πόσο αγόρασε την τσόχα, πόσα έδωσε για ραφτικά, βρίσκει πού φουσκώνει και πού μαζώνει.

Καπελίνα με φτερά. Ως την ώρα λούσο άγνωστο στην κούλια. Η Κούλα τα βλέπει σα χελιδόνια νέας ζωής και κόλλησε μπρος στον καθρέφτη, το θυμητικό του εφέδρου. Τώρα τον ήθελε να την έβλεπε με το καπέλο!

Η Μαριώ σα να φοβάται ωστόσο να σιμώσει στον καθρέφτη. Μια ματιά, που έριξε κει από μακριά, της έδειξε στο πρώτο χαμογέλασμα κάτω από τα φτερά του καπελίνου αποφαγωμένα ολότελα τα δυο μπροστινά της δόντια. Κι έμεινε κει σα μαρμαρωμένη.

– Ε, Μαριώ, με πιάνει το μάτ’ σ’; σ’ αρέσου; ρώτησε ο αδερφός κορδωμένος και γελούμενος.

Η Μαριώ κούνησε το κεφάλι, σα να μην άκουσε καλά. Περ­σότερο προσέχει την Κούλα, που όλο και σιάζει τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη και ρωτά και ξαναρωτά κι αυτή πώς της στέκει το καπέλο.

– Μας σκότ’σις μι δαύτο, ξέσπασε τέλος η Μαριώ.

– Σαν κι θα σι γνοιάσ’, αν πιάσ’ μέσα του φαί.

Της έριξε άλλη μια άγρια ματιά και πάει μέσα στην άλλη κάμαρα.

Η Κούλα αποπαρμένη έβγαλε και κείνη το καπέλο κι έπιασε να στρώσει το τραπέζι με την Παναγιούλα, που σ’ όλο το ανα­μεταξύ έστεκε στην πόρτα αμίλητη, μα χτενισμένη σήμερα και με πλυμένα πόδια.

Η Φρόσω άφησε τον αδερφό να κοιτάζεται μόνος στον καθρέφτη και πάει να βοηθήσει και κείνη στο φαγί, που μαγερεύεται στη γωνιά του χειμωνιάτικου. Ο πύργος δεν είχε ξεχωριστή κουζίνα.

Βρήκε τη Μαριώ, που ετοίμαζε ν’ αυγοκόψει τη σούπα, με λεμόνι σήμερα χάρη του Γεσίλα. οι αγουρίδες της κληματαριάς είχανε παραγλυκάνει.

Έλα, καημένη, κάνε λίγου γλήγουρα κι του Γισίλα τουν πείνασι, της είπε χαμογελαστά.

– Σαν κι είμι γω φουτιά, απάντησε απότομα η Μαριώ χωρίς να την κοιτάξει.

Η Φρόσω δεν ξαναμίλησε· φύσηξε μόνο τη φωτιά.

Στον πύργο μαγερεύανε με φρύγανα και τσάκνα, που μάζευε και κουβαλούσε στην πλάτη της ή στο κεφάλι η Παναγιούλα από τις γύρω ράχες.

Και καθώς η Φρόσω σύμπησε με την ποδιά της, τούφα καπνός πετάχτηκε μαζί με στάχτη προς τη Μαριώ.

– Στραβέλου! Μο’ ’βγαλες τα μάτια, φώναξε τούτη με θυμό, σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο: Στουν άνεμου δω πούρθις· σ’ ούλα μπιρδεύισι!

Η Φρόσω σώπασε ξανά.

Τέλος έγινε η σούπα. Επειδή έλειπε σουπιέρα από την κού­λια η Μαριώ την κένωσε ίσια στα πιάτα κι η Κούλα τα ’φερνε στο τραπέζι ένα ένα.

Η Παναγιούλα είχε πάει για κρύο νερό.

– Για ποιον αυτό; ρώτησε η Μαριώ και κοίταξε την Κούλα, όταν της άπλωσε και πέμπτο πιάτο.

– Για την Παναγιούλα.

– Αυτή τρώει κι απ’ τον τέτζερ’, είπε η Μαριώ κι ακούμπη­σε στο γωνολίθι την ξύλινη κουτάλα.

Η Φρόσω την κοίταξε.

– Τι, δε θα κάτσ’ η Παναγιούλα στου τραπέζ’; είπε η Κούλα ξαφνισμένη.

– Άλλου δε μας έλιπι απάντησε η Μαριώ και σηκώθηκε από τη γωνιά, όπου ήτανε σκυμμένη.

– Ψήλουσ’ η μύτ’μας, μουρμούρησε η Κούλα, μα η Φρόσω την έσπρωξε στην άλλη κάμαρα.

– Μη θέλεις ναν τς βάλουμι καπέλου κιόλας; Δεν τς δίνεις του θ’κό σ’; της φώναξε η Μαριώ κατόπι.

– Καλουπιάσματα, για να μας πααίνει καλύτιρα τα ραβασά­κια, ξακολούθησε της Φρόσως, που γύρεψε να την ησυχάσει μην ακούσει κι ο Γεσίλας.

– Ακούς ικεί! θα φάμι κι μι πλυστρουπούλες.

– Δεν τρώμι τόσα χρόνια τώρα; Η Φρόσω θέλησε να τη φέρει στη λογική με το καλό.

Μα η Μαριώ έμεινε αμετάπειστη κι η Φρόσω έδωσε τόπο της οργής.

Κι έτσι σε λίγο μόνο τα τέσσερα αφιλονείκητα παιδιά του Θώμου Κρανιά καθίσανε στο πρώτο ευτυχισμένο γιόμα, που έβλεπε η σκεπή της κούλιας από τον παλιόν καλό καιρό της.

Ο Γεσίλας έτρωγε μ’ όρεξη κι αυτό μόνο χόρταινε τη Φρόσω.

Η Κούλα ξέχασε και το μάλλωμα με την αδερφή και το πώς δεν έγινε το θέλημά της να καθίσει η Παναγιούλα στο τραπέζι. Άστραφτε ολόβολη, όσο έβλεπε το καπελίνο αντίκρυ στον κομό. Πότε να τελειώσει μόνο το φαΐ, για να το ξαναδοκιμάσει. Αν και στέκει ορθή στην πόρτα η Παναγιούλα για ό,τι χρειάζεται, η Κούλα βρίσκει πάντα κάποια αφορμή να σηκωθεί να το κοιτάξει κι από το πλευρό.

– Γισίλα, καλώς ήρθις! Πάντα μ’ υγειά κι ό,τι πιθ’μάει η καρδιά σ’, άρχισε πρώτη η Φρόσω τις ευχές.

Ο Γεσίλας άδειασε το ποτήρι του κι αφού ξανάδειασε σε λίγο και το πιάτο, σήκωσε το ποτήρι κι αυτός

– Ότ’ πιθ’μάει κι σένανε η καρδιά σ’, Φρόσω!

Τα μάτια της Φρόσως θολώσανε:

– Νάτανε κι ου κακουμοίρ’ς ου πατέρας!

Και με το λόγο ανατρίχιασε. Σα να πετούσε αληθινά τρι­γύρω εκεί το πνεύμα του Θώμου Κρανιά και την άγγιξε.

Ο Γεσίλας είχε σκύψει στο πιάτο του με το χαλβά, που του είχε σερβίρει πριν η Φρόσω.

– Πουτέ μ’ δεν έφαγα τέτοιου σαπουνγέ. Ποια απ’ ούλες σας τουν έφκιασι;

– Μάντιψι!

– Ποια άλλη απ’ τ’ Μαριώ. – Έλα στην υγειά σ’, Μαριώ! Κι ο Γεσίλας τσίγγρισε μαζί της.

Μα η Μαριώ είχε χάσει την όρεξη.

– Με σύγχυσε αυτή η βρόμα· ακούς εκεί να θέλει να τη βά­λει στο τραπέζι! γυρεύει να δικαιολογήσει μέσα της την ανορεξιά.

Μα όσο και να ζητά να το κρύψει από τον εαυτό της, το αιστάνεται πως δεν είναι αυτός ο λόγος. Μια θλίψη αόριστη καθίζει μέσα της και δεν την αφήνει να χαρεί κι αυτή μαζί με τις άλλες τον αδερφό, που αστράφτει αντίκρυ της  – ο Γεσίλας κάθισε στο τραπέζι όπως βρέθηκε με τη μεγάλη στολή. Στιγμές νικά τη θλιβερή διάθεση και γελά και παίρνει μέρος στην ομιλία, μα η ματιά της πέφτει πάλι στο καπελίνο, που την κοιτάζει από τον καναπέ, όπου το έριξε πρωτύτερα, και το σύννεφο της θλίψης ξαναπλώνεται βαθιά της. Κάτι παλιό, σβησμένο αναταράζεται κει, σα μέσ’ από τη στάχτη του. Πο­λεμά να το σιγάσει, μα δεν μπορεί· δεν αφήνει το καπελίνο από τον καναπέ. Η Κούλα λαχταρά πότε να ξαναπιάσει στα χέρια το δικό της κι η Μαριώ μόλις βαστιέται και δεν τ’ αρπάζει και τα δυο να τα πετάξει από το παράθυρο. Δεν τα υποφέρει να τα βλέπει εκεί. Το δικό της ήτανε στολισμένο μ’ ένα πράσινο πουλί κι η γυάλινη ματιά του της φαίνεται πως την κοιτάζει αναγελαστικά, η κόκκινη μυτίτσα του σα ν’ ανοιγοκλείνει και να της σφυρίζει μελαγχολικά, θλιμμένα:

– Τι να με κάμεις τώρα πο’ ’ρθα!

Ο Γεσίλας ξανασηκώνει το ποτήρι με ξαναμμένο πρόσωπο από το φαγί κι από το σφίξιμο της μεγάλης στολής:

– Βίβα, κορίτσια, στην υγειά μας!

Η Μαριώ πίνει και κείνη με βιασμένο χαμόγελο τη λησμο­νιά του περασμένου.

Γιατί το περασμένο θέλει σήμερα ν’ αναστηθεί ολόβολο, κάποια όνειρα, που τα θαρρούσε πεθαμένα για πάντα, ξυπνούν την ώρ’ αυτή και κλαίνε γύρω της και την ξεσκίζουνε μέσα της με τα πετρωμένα τους φτερά. Ο ολάστραφτος κι ολόχαρος αξιωματικός, που έχει αντίκρυ, της φέρνει επίμονα στη θύμηση μιαν άλλη όψη, που την ονειρεύτηκε μια μέρα στο πλευρό της έτσι χαρούμενη και χρυσοστόλιστη και για να λέει την αλήθεια με πόθο θερμότερο παρότι ονειρεύτηκε τον αδερφό. Η όψη αυτή, που τα μοιασίδια της είχανε ξεθωριάσει πια στη θύμηση με τον καιρό, ξαναστέκει τώρα μεμιάς ολοζώντανη μπροστά της. Τη βλέπει αχνή και μελαγχολική σε μιαν άκρη κι η Μαριώ δεν ξέρει μη δε βαρυθυμά περσότερο για κείνη παρά για τον εαυτό της.

Γιατί, ας λέγαν ό,τι θέλανε οι κακές γλώσσες, η Μαριώ αγάπησε μ’ όλη την καρδιά τον πιλοχία της, τον ξάδερφο με το ξανθό μουστάκι, που, ποιος το ξέρει πού μαραζώνει και κείνος, επιλοχίας ακόμα· ναι, τον αγάπησε κι έπλεξε με το νου της κάποια ευτυχία μαζί του μακρύτερη από την ευτυχία της στιγμής. Η χαμένη αυτή ευτυχία ταράζεται τώρα, σα βουρκόλακας στο σάβανό του, κι η Μαριώ δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα.

Η Φρόσω τα νομίζει δάκρυα χαράς και κλαίει και κείνη στο πλευρό της αγκαλιάζοντας τον αδερφό. Είτε τα δάκρυα των αδερφάδων είτε τα ποτήρια το κρασί ανταρέψανε την καρδιά και του αδερφού και τα μάτια του θολώσανε. Η Κούλα για να μην κλάψει κι αυτή, σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι.

Μα η λαύρα του μεσημεριού άπλωνε την πνιγερή σιγαλιά στο βελούχι αντίκρυ.

Ξαναγύρισε μέσα και πήρε να σηκώνει το τραπέζι με την Παναγιούλα.

Ο Γεσίλας, κουρασμένος από το ταξίδι κι από το φαγί, έπεσε να ησυχάσει στη μέση της σάλας, όπου του στρώσανε για τη δροσιά. Η Φρόσω ξάπλωσε κι αυτή, η Κούλα πήρε το καπέλο της και πήγε μέσα κι η Μαριώ κάθισε μόνη στο παράθυρο.

Δοκίμασε πρωτύτερα να πλαγιάσει και δεν μπόρεσε. Ο νους της ζητούσε αέρα. Μα πού αέρας στη φλόγα του μεσημεριού! Σε λίγο βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω της. Δεν άκουγε άλλο από το ρουχαλητό του Γεσίλα και της Φρόσως κι από τους τζίτζικες, που φλυαρούσαν όξω στη μελικοκκιά. Ο δρόμος ήταν έρημος και βλογισμένος.

Η Μαριώ έπεσε πάλι σε θλιμμένους στοχασμούς ρίχνοντας το βλέμμα χαμένο στα βουνά, που τυλιγμένα τη μεσημεριάτικη άχνα πυρωνόντανε μακριά στο βάθος στον ήλιο του Αλωνάρη.

Όσο που αποκοιμήθηκε κι αυτή σκυμμένη στο περβάζι του παραθυριού.

Όταν ξανάνοιξε ύστερα τα μάτια, η άχνα είχε σκορπίσει κι από τα βουνά κι από βαθιά της. Ένα βάρος της έσφιγγε μονάχα το κεφάλι, το ίδιο βάρος, που παραπονεθήκανε πως είχαν κι η Φρόσω κι ο Γεσίλας, όταν ξύπνησαν έπειτα κι αυτοί.

– Μην ξαναπάρτε κρασί απ’ τουν ίδιον τ’ βάνει σπίρτο ου κερατάς, είπε ο αδερφός καθώς σηκώθηκε από το στρώμα του και πήγε και κάθισε στον καναπέ.

Η Παναγιούλα ήρθε μέσα να σηκώσει τα ρούχα από χάμω.

– Άσ’ τα σκι’τιά κι σύρι βγάλε πρώτα ένα σατίλι κρύου νερό, είπε ο Γεσίλας.

Και τεντώθηκε και χασμουρήθηκε.

– Άιντε γλήουρα,  τα σ’κώνου γω τα σκι’τιά, πετάχτηκε η Φρόσω και τεντώθηκε και χασμουρήθηκε κι αυτή.

– Άιντε γλήουρα, τσακίσ’, φώναξε κι η Μαριώ, που γέμιζε το μπρίκι, να ψήσει τον καφέ.

Η Κούλα έλειπε· είχε πάρει το καπέλο και πήγε να το δείξει στη γειτονιά.

Ο Γεσίλας είχε ξαναμισοαποκοιμηθεί, όταν η Φρόσω τόνε σκούντησε να του πει πως ήρθε το νερό.

– Α μπράβο, πού ’ναι το; μουρμούρισε.

– Όξου στου νεροχύτ’.

Ο Γεσίλας βγήκε κει, στην κορφή της σκάλας, αντίκρυ στην πόρτα του οντά, όπου ήταν ο νεροχύτης.

– Έλα, άδειασε μ’ του ίσα στου κιφάλι· μα του νου σ’, μη μι κάμ’ς λούτσα, είπε της Παναγιούλας, που περίμενε ορθή με το νερό. Κι έσκυψε το κεφάλι.

Η Παναγιούλα τον κοίταξε λίγο δισταχτικά, μα ύστερα υπά­κουσε.

Δεν είχε αδειάσει όμως όλο το νερό, όταν άξαφνα κάτω από την αυλή ακούστηκε βρόντος σπαθιών.

– Στρατάρχα, τώρα μ’ ξυπνάς; φώναξε κιόλα μια λαλιά μπροστά στη σκάλα.

Ο Γεσίλας τη γνώρισε:

– Καλώς του Νάκα· έλα, έλ’ απάν’. Τα νερά τρέχανε στα μάτια του και δεν μπορούσε να τ’ ανοίξει.

Τα βήματα ανεβαίνανε τη σκάλα.

– Ποιος άλλος είναι; ρώτησε ο Γεσίλας, ακούοντας πως τα σπαθιά ήτανε δυο.

– Μάντεψε τον! απάντησε μια δεύτερη φωνή.

– Μωρέ, ου Κουλουμπέρδας!  — Νο μ’ ιδώ τ’ν μπόλια.

Η Παναγιούλα του την έδωσε κι ο Γεσίλας σφόγγισε το πρόσωπο:

– Πως βρέθ’κις εδώ, βρε Τιμολέο; Δεν είσ’ να σ’ν Κέρκυ­ρα; είπε ανοίγοντας τα μάτια.

– Είμαστε μεις για μακαρούνια κι πουλπέτις; Πήγα να σκάσου για παγίδ’, απάντησε ο Τιμολέος.

– Κι για τζουρνά, πρόστεσε ο άλλος αξιωματικός.

– Ελάτε, μπάτε μέσα· έμαθα είναι δω κι ου Σκλέπας. Ούλοι εδώ. Τι έχει να γένει!

– Θα τουν κάψουμι τον τόπου, είπε ο Κουλουμπέρδας.

Ο Γεσίλας αποσκουπίστηκε κι αγκαλιάστηκε και φιλήθηκε με τους φίλους του. Ήτανε συμμαθητές του βγαλμένοι τον περασμένο χρόνο από το σκολειό.

Η Φρόσω μόλις άκουσε όξω τις φωνές, πρόφτασε και σή­κωσε από χάμω από τον οντά τα ρούχα· και πέρασε στην άλλη κάμαρα να βάλει τις παντόφλες της και να σιάξει λίγο τα μαλλιά.

Ο Γεσίλας με τους φίλους του μπήκανε στον οντά.

— Μι τ’ μιγάλι στουλή σ’ ηύραμε, είπε ο ένας απ’ αυτούς χτυπώντας με την άκρη του σπαθιού του τα λουριά, που κρεμόντανε λυτά κάτω από την πουκαμίσα του Γεσίλα.

– Σ’ πάνε καλά, μωρέ; Έλα, ντύσ’ να σι ιδούμι. Γι’ αυτό ήρθαμε, πρόστεσε ο άλλος.

– Τώρ’ αμέσους· σταθήτι νια στιγμή.

Κι ο Γεσίλας φώναξε τη Μαριώ.

Αντίς αυτή, παρουσιάστηκε η Φρόσω και χαιρέτισε τους αξιωματικούς.

– Τα σκ’τιά μ’, να ντ’θού. Τ’ν γκιλότα μ’ κι τη λ’νη τ’ μπλούζα, της ζήτησε ο Γεσίλας.

Η Φρόσω σταμάτησε:

– Ποια γκελότα; – πώς τ’ν είπις;

– Του κουντό μ’ του βρακί, μουρή! Πες τς Μαριώς, ικείνη ξέρ’, φώναξε ο Γεσίλας ανυπόμονα.

Η Φρόσω πήγε και τα ’φερε από την άλλη κάμαρα.

– Μα γιατί δε φουρείς το λινό του πιντιλόνι; είπε κει που του τα ’δινε.

– Τι κάτασπρους θέλεις να βγου; Σα μυλουνάς, απάντησε ο Γεσίλας γελώντας.

– Δε συνηθείται πλια, είπε ο Κουλουμπέρδας.

– Φόρισι κάνε του μακρύ σ’ του τσόχινου, επίμενε η Φρόσω, που βιαζότανε να τόνε δει και μ’ αυτό. Καψόπιδο, θα σκάεις μι τς μπότες. Να πάου ναν του φέρου;

– Όχι· θέλει πρώτα λίγου σιδέρουμα.

– Να βάλουμε το σίδηρο.

Το γέλιο του Γεσίλα την έκοψε:

– Θ’μάτι π’ σιδέρουνε τ’ φ’ στανέλα τ’ πατέρα, είπε ο Γεσί­λας και κοίταξε τους συναδέρφους του.

Η Φρόσω χαμογέλασε βιασμένα. Δε της άρεσε ο λόγος. Μα «έτσ’ είν’ τα παιδιά», είπε μέσα της και του το συχώρεσε.

– Έλα, έλα, ντύσ’ τώρα, φώναξε του Γεσίλα ο Νάκας Κλωστογιωργόπουλος, όπως λεγόταν ο άλλος αξιωματικός· δεν είμαστι να κάτσουμι πουλύ.

– Έχετε υπηρεσία; έχετε πουλλή δ’λειά στου τάγμα; ρώτη­σε ο Γεσίλας πιάνοντας να ντυθεί.

– Κόπ’καμε. Ούλη μέρα πρέφα κι τριόνφο, είπε ο Κουλου­μπέρδας.

– Ζουή κι κότα το λοιπόν, γέλασε ο Γεσίλας. Μα καθώς έκαμε να δέσει το παντσάκι, του έμεινε στα χέρια.

Φουρκίστηκε:

– Να πάρ’ ου διάουλους· ηύρις ’ν ώρα να κουπείς!

– Στέκα να σ’ του ράψου νια στιγμούλα, πετάχτηκε η Φρό­σω και κίνησε να πάει να φέρει τη βελόνα.

– Άσε· του δένου, καλύτερα, είπε ο Γεσίλας.

Η Φρόσω έσκυψε να τόνε βοηθήσει, μα δε δενότανε· είχε πολλούς κόμπους από πριν.

– Πατσαλή είσι, καψαρή· άσ’ του, δε δένετι. Σύρι βγάλε μ’ άλλου απ’ του σιπέτ’. Τούτο είναι βρόμιο κιόλας απ’ του δρόμου, σκούντησε ο Γεσίλας την αδερφή.

Η Φρόσω πήγε και το έφερε κι ο Γεσίλας πήρε να το φορέσει. Μόλις όμως ξαναβγήκε η Φρόσω, οι φίλοι σηκώθηκαν και δεν τον αφήνανε να ντυθεί.

– Θα μι τσικλίστι! αφήστι μι! εσείς είσαστι π’ διάζουστανε; τους έσπρωχνε γελώντας ο Γεσίλας.

Μα οι συνάδερφοι του θυμηθήκανε τα χωρατά τους μια φορά μέσα στους θαλάμους του σκολειού.

Κι η Κούλα, που γυρίζοντας από τη γειτονιά με το καπέλο της στο χέρι μπήκε άξαφνα στην πόρτα, βρήκε άξαφνα τον Κουλουμπέρδα να κρατά το ένα μπουζουνάρι, ενώ ο αδερφός της πολεμούσε να φορέσει το άλλο.

Ο Γεσίλας μπόρεσε τέλος να τα φορέσει και τα δυο και να γυρίσει να συστήσει την αδερφή στους φίλους του.

Η Κούλα γνώριζε μόνο τον έναν, τον Κλωστογιωργόπουλο, από τον καιρό που ήταν υπαξιωματικός στο κάστρο. Τον Κουλουμπέρδα τον έβλεπε πρώτη φορά.

– Τα παιδία παίζει, είπε τούτος κατακόκκινος και ξανακάθισε στον καναπέ, αφού χαιρέτισε με βαθύ σκύψιμο.

Η Κούλα δεν κατάλαβε καλά το αστείο, μα γέλασε. Τα δόντια της δεν ήταν τόσο φαγωμένα ακόμα, ώστε να φοβάται να τα δείξει.

– Σας συγχαίρου διά τον αδερφόν σας, πρόστεσε ο Κουλου­μπέρδας κι η Κούλα τον ευχαρίστησε ξαναδείχνοντας με χαμό­γελο τα δόντια της.

Ο Γεσίλας παραπέρα ντυνότανε.

– Κούλα, έλα ίσιαξι απού πίσου τς σούφρις, φώναξε της αδερφής, όταν είχε φορέσει και την μπλούζα του.

Η Κούλα πήγε και τόνε βοήθησε, ενώ εκείνος χτένιζε τα μαλλιά και το μουστάκι στον καθρέφτη εμπρός.

– Έτοιμος; ρώτησε ο Κλωστογιωργόπουλος από την κα­σέλα, όπου ήταν καθισμένος.

Ο Γεσίλας προχώρησε μπροστά τους παίρνοντας στάση προ­σοχής:

– Διατάξατε, κύριοι ανθυπολουχαοί!

Η Φρόσω, που ξαναμπήκε, τόνε χάδεψε στον ώμο.

– Ωραία σ’ πααίν’νε, είπε ο Κουλουμπέρδας.

– Του καπέλου δε μ’ παραρέσ’ μοναχά, είναι πουλύ σ’ κουτό απού πίσου, παρατήρησε ο Κλωστογιωργόπουλος.

Ο Γεσίλας είπε πως είναι το νέο σχέδιο κι ο Κλωστογιωργόπουλος βεβαίωσε πως το είδε κι αυτός σ’ έναν του πυροβολικού.

– Κι μένα ψ’λό μ’ φαίνετι, έκαμε να πει κι η Φρόσω. Μα ο αδερφός την έκοψε απότομα:

– Που ξέρ’ς ισύ απ’ αυτά! Σύρι μέσα κι φκιάσι τον καφέ.

– Τουνέ φκιάνει η Μαριώ, μουρμούρισε η Φρόσω σα βρεμένη γάτα.

– Κι σεις ποίαν γνώμην έχιτι, δισποινίς; ρώτησε την Κούλα ο Τιμολέων Κουλουμπέρδας.

Η Κούλα πρώτη φορά άκουε τη λέξη και της άρεσε:

– Αφού είναι του περιβολικού, είναι καλύτιρου, απάντησε χαμογελώντας.

– Ώστ’ εκτιμείτε καλύτερα το πυρουβουλικόν; της χαμογέ­λασε κι ο αξιωματικός.

Η Κούλα συμπλήρωσε το κοπλιμέντο της:

– Όχι ιγώ μαναχά, η κοινουνία ούλι.

– Όπους κι να ’ναι, του περιβουλικού έχει άλλη χάρ’, είπε από την άκρη κι η Φρόσω κι έξυνε το πόδι της κάτω από το γόνα.

– Τ’ν κακή ψυχρή κι τ’ δυανώ σας· ό,τ’ ακούτι τσαμπ’νάτι. Του πυρουβουλικό πάει, ξέπισι, του μέλλον είναι στου πεζικόν.

– Άντι, μουρή Κούλα, φέρι τουν καφέ, έκοψε τη συζήτηση ο Γεσίλας.

Η Κούλα έφυγε και πάει στην άλλη κάμαρα.

Η Μαριώ την περίμενε στην πόρτα:

– Ε, πού ’ναι τα;

– Τι να σ’ κάμου, δε σ’κώνεται, απάντησε η Κούλα βιαστικά.

– Πού σ’ αφήν’νε οι γλυκουκ’βέντις με τουν άλλονε, είπε θυμωμένα η Μαριώ.

– Δεν ήρθα για καυγάδις· ου Γεσίλας μ’ έστ’λε για τς καφέδις. Τς έφκιασις;

– Άλλη όρεξ’ δεν έχου, να σας φκιάσου κι καφέδις. Κι η Μαριώ κάθισε φουρκισμένη στην άκρη.

Ο λόγος ήτανε σοβαρός. Όταν ακούστηκαν πρωτύτερα στη σκάλα οι φωνές των αξιωματικών, η Μαριώ έτρεξε στον οντά να πάρει από την κασέλα τα γοβάκια της, που τα είχε κλειδω­μένα εκεί από το φόβο μην τα πάρει η Παναγιούλα, μα δεν πρό­λαβε. Ο ευλογημένος ο Γεσίλας είχε σωριάσει τα ρούχα του απάνω στην κασέλα κι όσο να τα σηκώσει αυτά η Μαριώ, οι ξένοι μπήκανε μέσα. Και σα να μην έφτανε αυτό, έβαλε ο διάβο­λος τον έναν τους και κάθισε απάνω στην κασέλα και μήτε η Φρόσω μήτε η Κούλα θέλουνε να του ζητήσουνε συμπάθιο και να τόνε σηκώσουνε μια στιγμή.

Κι έτσι, ενώ οι άλλοι γελούν και χωρατεύουνε μες τον οντά, η Μαριώ κλείστηκε στο χειμωνιάτικο. Πώς να ’βγαινε στους ξέ­νους με τα πατίκια, που είχε μοναχά στα πόδια; Δοκίμασε τα λαστιχένια της παλιοστίβαλα, που βρισκόντανε σε μιαν άκρη του κατωγιού, μα βγαίναν απ’ αυτά όξω τα δάχτυλα, φόρεσε πάλι τα πατίκια και κατέβασε μακρύτερα το φόρεμα, μα φαίνε­ται μια σιχασιά το φόρεμα.

– Τι ντρέπισι, μουρή; Σαν κι θα σι τ’ράξ’νε στα πουδάρια; Δε γλέπ’ς ιγώ — της είπε η Φρόσω και της έδειξε πως ήταν και ξεκάλτσωτη.

Κι αυτό την έσκασε περσότερο. Η Μαριώ, όσο κι αν το ένιωθε πια πως πέρασε τη νιότη και σίμωσε τη Φρόσω στις φροντίδες, όμως δε χωρίστηκε κι ολότελας από τη ζωή του κό­σμου. Δεν έφτασε ακόμα στη σειρά της Φρόσως. Αν είχε φτά­σει, δε θα της έφερνε ο Γεσίλας, καπελίνο, μα σκέπη μαύρη, καθώς έφερε κεινής. Πώς περνά λοιπόν στο νου της Φρόσως πως μπορεί να βγαίνει στον καθένα όπως φτάσει, σαν και δαύτη;

Η Κούλα έψησε μόνη τους καφέδες, τους έβαλε στο δίσκο και ξαναπάει μ’ αυτούς στη σάλα.

Η Μαριώ έμεινε πάλι μόνη με τη σκάση της. Από τη χαρα­μάδα της πόρτας κοιτάζει να δει τι γίνεται στη σάλα, μα βλέπει μονάχα τη ράχη της Φρόσως, που κάθεται κοντά κοντά στην πόρτα. Την Κούλα δεν μπορεί να τη δει, πού είναι καθισμένη, μόνο το γέλιο της ακούει. Να, ο αξιωματικός της ξαναλέει κάτι.

Μα ο Γεσίλας γύρεψε τώρα τη μεγάλη του στολή κι η Φρόσω ήρθε στο χειμωνιάτικο για να την πάρει. Η Μαριώ χύμησε απάνω της:

– Κουταημάνα, δεν μπορείς να τόνε σ’κώσεις!

– Πώς να κάμου; Τώρα έβαλε κι τουν καφέ μπροστά τ’ στ’ν καθήκλα. Ντρέπουμι, μουρή, της απάντησε βιαστικά η Φρόσω κι έφυγε με τη στολή.

Η Μαριώ δε βαστά πια. Μέσα ξαναφόρεσε ο Γεσίλας τη μεγάλη στολή και κρέμασε και το σπαθί. Κάποιος από τους αξιωματικούς είπε κάτι για την αλυσίδα του ζωστήρα. Τα μούτρα του, δεν του άρεσε! Την είπε αντικανονική. Από τη ζήλεια του, γιατί ο δικός του θα ’χει λουρί. Έπρεπε να είναι μέσα αυτή να του δώσει την απάντηση. Τώρα είναι κει η Φρόσω, το κούτσουρο, κι η Κούλα, το χαϊβάνι, που ξέρει μόνο να γελά. Τι να της κάμει όμως τουτηνής, που πρόφτασε και συγυρίστηκε πρι να ’ρθουν οι ξένοι. Την ήθελε να τη βρουν, όπως βρήκαν αυτή, και τότε της έλεγε πως γελούνε και χαχανίζουν. Άκου την, άκου την ξαδιάντροπη! Όλο το δικό της γέλιο κι όλο η φωνή του ξένου αξιωματικού ακούεται. Δίχως άλλο κοιτάζει να τον μπλέξει. Κι ο άλλος αγαπητικός, ο ψάλτης, κάθεται στο βελούχι.

Η Μαριώ τόνε βλέπει από το παράθυρο να κοιτάζει στο μπαλκόνι, μα από τη χαραμάδα δεν μπορεί να δει πού κάθεται κι η Κούλα μέσα στον οντά. Δίχως άλλο εκείνος θα τη βλέπει και τούτη θα του ρίχνει κι αυτουνού καμιά ματιά. Παιζογελά και με τους δυο. Γι’ αυτό δεν τη θέλει τη Μαριώ να ’ρθει στη σάλα, γι’ αυτό δε βρίσκει μιαν αφορμή να σηκώσει τον Κλωστογιωργόπουλο από την κασέλα. Μούτρα που ντρέπεται! Σα να τόνε βλέπει στα μάτια της πρώτη φορά. Ποιος ξέρει πόσες φορές τη στρίμωξε στ’ αγκωνάρια της κούλιας τον καιρό που ήτανε λοχίας στο κάστρο. Καλά, έτσι φέρνεται, κι έχει ράμματα κι αυτή· να μην τη λένε Μαριώ, αν δεν τα πει όλα του Γεσίλα.

Η Φρόσω ήρθε μέσα για να ξαναπάρει κάτι άλλο· οι φίλοι πρέπει να τα δούνε όλα.

– Κουταημάνα, κουταημάνα! ξαναχύμησε απάνω της η Μα­ριώ σφίγγοντας τη γροθιά μπροστά στο πρόσωπο της.

– Μπα, σι καλό σ’! μουρλάθ’κις, μουρή; τι σου ’ρθι; Ποιος σο ’φτιξι κι κάνεις έτσ’;

– Ισύ, ισύ ήσ’να κουντά στ’ν πόρτα κι δεν τ’ν έκλεισις, άμα τς άικ’σις που ’ρχόντανε.

Η Φρόσω σταυροκοπήθηκε και ξαναπάει στη σάλα. Εκεί άναψε τώρα ζωηρή συζήτηση. Μα η Μαριώ από την ταραχή της με τη Φρόσω δεν μπορούσε να την ακολουθήσει. Άκουσε μόνο την Κούλα, που είπε κάτι κι οι άλλοι γελάσανε.

– Η κυρία Κούλα έχει δίκιο, είμαι με το μέρος της, έφτασε φωνή του Κουλουμπέρδα ως τ’ αυτιά της Μαριώς.

– Να τ’ νε κιόλα, τόνε μάγεψε, τόνε μπέρδεψε!

– Κυρία Κούλα, μη φεύγετε, μη μ’ εγκαταλείπετε μαναχόν να τα βγάλω πέρα, ακούστηκε πάλι από μέσα η ίδια φωνή.

– Αφού δόλωσε μέσα τον έναν, πάει τώρα όξω και στον άλλον, ξανασυλλογίστηκε η Μαριώ κι έτρεξε στο παράθυρο:

– Νάτα· νάτα· ο ψάλτης δεν είναι πια καρσί· θα πήγε από το πίσω μέρος. Η βρόμα ηύρε καιρό και του το ’καμε το νόημα. Πάει να τον σμίξει. Δεν την ξέρω, δεν την ξέρω!

Κι η Μαριώ γυρίζει να κοιτάξει από το πίσω παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή παρουσιάζεται στην πόρτα η Κούλα κρατώντας στο χέρι τα γοβάκια:

– Να, πάρ’ τα· τόνε σήκουσα. Μα πήγις κι τα τρύπουσις κι συ στουν πάτου. Τρόμαξα να τα βρου.

Η Μαριώ μαρμάρωσε.

Η Κούλα ξαναέφυγε βιαστική κι άμα γύρισε στη σάλα, ξαναζωήρεψε η κουβέντα.

Η Μαριώ ύστερ’ από τόσο σούσουρο, έχασε πια την όρεξη να πάει μέσα. Μα σαν ξανάκουσε τα γέλια της Κούλας, δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Φόρεσε τα γοβάκια της, πέρασε το καλό φουστάνι κι άνοιξε την πόρτα.

Το ζήτημα της ντυμασιάς είχε πια ξετελειωθεί κι οι αξιω­ματικοί μιλούσαν τώρα για πρόσωπα και πράματα, που ως την ώρα δεν τάραξαν τους αχούς της κούλιας.

Τη Μαριώ, που μπήκε, κανένας δεν την πρόσεξε ξεχωριστά· κι αυτός ακόμα ο παλιός της γνώριμος Κλωστογιωργόπουλος δεν πολυταράχτηκε. Μόνο «τι κάνετε»; και ξακολούθησε να διηγιέται για μια μονομαχία, που κόντεψε να κάμει το χειμώνα για ένα μπάτσο, που έδωσ’ ενός φίλου του πολίτη. Τόνε θύμωσε με κάποιο λόγο του, που πρόσβαλε το στράτευμα.

– Καλά το ’καμις τ’ παλιανθρώπ’, είπε ο Γεσίλας και διηγή­θηκε κι αυτός ένα επεισόδιο, που του συνέβηκε στο σιδερόδρομο τώρα που ερχότανε και που λίγο έλειψε να καταχειρίσει κι αυτός κάποιον:

– Οι πουλίτις θέλ’ νε ξύλου κι…, πρόφερε το λόγο πλέριον και με τόνο.

Ο Κλωστογιωργόπουλος κι ο Κουλουμπέρδας συμφωνήσανε με κούνημα του κεφαλιού. Η Κούλα δε χαμογέλασε τη φορά αυτή, η Φρόσω δεν παραπρόσεχε στην ομιλία κι η Μαριώ είχε ξαναπέσει στη μελαγχολία της.

– Αυτοί οι άντρες, σα σμίγουνε δυο τρεις μαζί, είναι βαρε­τοί άνθρωποι, έλεγε μόνη της και χασμουριότανε μ’ όλο το φύλαγμα, που έκανε να μη δείξει τα σάπια δόντια της.

Η Κούλα δεν είχε τέτοιο φόβο κι έτσι δε θυμόταν αυτή να βάλει την απαλάμη μπροστά στο στόμα, όταν το άνοιγε πλατύ πλατύ από την ίδια πλήξη. Η ομιλία είχε γυρίσει τώρα στον πό­λεμο. Ο Κουλουμπέρδας άκουε τον Κλωστογιωργόπουλο, που διηγόταν πως αντραγάθησε στο Δομοκό κι ωστόσο έπρεπε να τυραννηθεί τρία χρόνια στο σκολειό για το ψωρογαλόνι.

Η Κούλα απελπίστηκε πως η ομιλία μπορούσε να γυρίσει σε θέμα πιο ευχάριστο για όλους. Βρήκε αφορμή πως θα σηκώσει τα φλιτζάνια, τα μάζεψε και πάει στην άλλη κάμαρα.

– Πάει στον άλλο τώρα, στοχάστηκε η Μαριώ, σαν είδε πως η Κούλα δε γύρισε. Και βαρυθύμησε περσότερο:

Για να κάθεται λοιπόν εδώ σαν ξόανο και να χασμουριέται, χάλασε πρωτύτερα τον κόσμο και το συκώτι της; Δεν θα ’κανε καλύτερα να πήγαινε κι αυτή στη γειτονιά να δείξει το καπελίνο, σαν την Κούλα, να λέει και να διηγιέται για τα ρούχα και τα χρυσά στολίδια του αδερφού και να την ακούν οι γειτόνισσες με το στόμα ανοιχτό; Τι έβγαλε δω με τους αξιωματικούς; Να τους ακούει να κόβουν τις σφηνάρες τους και ν’ αγναντεύει το ψωροκαμάρωμά τους;

Ήθελε να ’ξερε σαν τι τους φαίνεται πως είναι; Τον έναν δα, τον Κλωστογιωργόπουλο, τον ξέρουμε: Παιδί παπά. Κι ο άλλος ο άγνωστος – ποιος ξέρει πούθε κρατά η σκούφια του; Δίχως άλλο από τα Κράβαρα ή από το Λιδορίκι, καταπώς φαίνεται από την κουβέντα του, όσο κι αν θέλει να τα κόβει σα γραμματισμένος. Τρομάρα του, τήρα πως γουρλώνει τα μάτια σαν μπούρμπουλας κι έχει τα μουστάκια του άγρια κι ανασηκω­μένα, σαν τ’ αγκάθια του σκατζόχερα. Νέα μόδα κι αυτή. Μια σιχασιά είναι. Και του Γεσίλα θα του πει κοφτά, δεν της αρέσει αυτό το σκέδιο, σα βούρτσα. Μπορεί να βγάλουνε τα μάτια της δόλιας της γυναίκας, που θα κάμουνε να σκύψουνε στο πρό­σωπό της.

Μια σάλπιγγα σήμανε στο κάστρο κι οι αξιωματικοί σηκωθήκανε.

– Αχά, κάτ’ ουρθοί κιόλας; ρώτησε ο Γεσίλας.

– Δεν ακούς; βαρεί συσσιτίου, είμαστι κι οι δυο τς υπερεσίας, είπε ο Κλωστογιωργόπουλος και πήρε το καπέλο του.

– Κάνε δε θα ’ναι η Κούλα δω να πάρει το στερνό χαμόγελο του Κουλουμπέρδα, παρηγορήθηκε μέσα της η Μαριώ.

Μα εκεί που βγαίναν οι αξιωματικοί, η Κούλα πρόβαλε στη σκάλα με δύο γαρίφαλα στο χέρι, το ένα για τον Κλωστογιωργό­πουλο, το άλλο για τον Κουλουμπέρδα.

Ο πρώτος έφυγε κρατώντας το στο χέρι, ο δεύτερος αφού πρώτα το μύρισε και το έμπηξε στο στήθος ευχαριστώντας άλλη μια φορά.

– Τίποτες, τίποτες, μουρμούρισε η Κούλα, χαμογελώντας και κοκκινίζοντας όσο μπορεί να κοκκινίσει φτιασιδωμένο πρόσωπο.

Η Μαριώ έπεσε πάλι στην ανορεξία της και το βάρος, που είχε νιώσει στο κεφάλι, όταν ξύπνησε το απομεσήμερο, έγινε τώρα πονοκέφαλος σωστός. Από την ταραχή της ξέχασε πρωτύτερα να πιει καφέ, μήπως και της περνούσε. Το έκαμε τώρα, μα δε βοήθησε πολύ.

Μόνο αργότερα, άμα με το πέσιμο του ήλιου ο Γεσίλας, αφού ξαναθύμισε της Φρόσως να μην πάρουνε κρασί για το βράδυ από τον ίδιον, την πήρε μαζί με την Κούλα και βγήκανε περί­πατο στην πόλη, τότε άρχισε να της περνά. Όπως αντίκριζε τον κόσμο, που κοίταζε περίεργα τον αδερφό και χαιρετούσε και παραμέριζε, ξεχάστηκαν όλα, η ταραχή του απομεσήμερου, η μελαγχολία από το αργοπόρημα του καπελίνου, το μαράζωμα του επιλοχία Καραφωτιά, η νιότη που πέρασε άδικα. Όλ’ αυτά δεν τα θυμάται πια η Μαριώ, σα να μην ήταν άλλο τίποτες από παραξενιά μονάχα μιας στιγμής.

Και σιγά σιγά, σα να μη θυμάται πια ούτε τα φαγωμένα δόντια της, αφήνει να χαμογελούν ελεύτερα τα χείλη της και τρέχει πεταχτή κι ανάλαφρη πλάι στον αδερφό, όσο κι αν της βαραίνει στο κεφάλι το ασυνήθιστο καπελίνο, και χαίρεται κάθε ματιά που ρίχνεται σ’ αυτό και στον καινούργιο αξιωματικό.

Η έννοια για το ξαναγέννημα της κούλιας νίκησε πάλι μέσα της. Κι αληθινά, το θρίαμβο δεν τόνε φανταζότανε ποτέ τόσο μεγάλο. Η πλατεία όλο και γεμίζει γύρω της, όλος ο κόσμος βγήκε κει μονάχα για να δει το γιο του παλιού επάρχου του. Γι’ αυτόν ανάφτηκε κει στη μέση και το πεντάλυχνο φανάρι, γι’ αυτόν παίζει η μουσική, γι’ αυτόν βάλανε τόσο νάζι απόψε τα κορίτσια που σεργιανίζουν εκεί. Όλα γι’ αυτόν, όλα γι’ αυτόν και για τον πύργο.

Και νέα ζωή άρχισε στον πύργο. Πρώτα η θέση του Γεσίλα της έφερε υποχρέωσες και γι’ αυτές δύσκολα να φτάσει ο μιστός του ανθυπολοχαγού, ο ψωρολουφές, όπως τόνε λέει η Μαριώ. Και στον πύργο δε στέκει πια να ξενοδουλεύει στο φα­νερό, δε στέκει να στέλνει να πουλά μαρούλια κι αγγουράκια στο βελούχι, ούτε την Παναγιούλα να γυρίζει στην αγορά και στα σπίτια. Ο πύργος όπου και να ’ναι περιμένει τη νύφη κι η ορ­φανή της πλύστρας του Θώμου Κρανιά δεν είναι από τα συστα­τικά, που χρειάζεται να δείχνει στον κόσμο η γενιά του τις στιγμές αυτές.

– Σ’ τα ’κουψα τα πουδάρια, σα σι ματαϊδού στου παζάρ’, τη φοβέριξε ο Γεσίλας, αφού της το είπε μια φορά με το καλό και δεν άκουσε – η Φρόσω δηλαδή, που την έστειλε.

– Κι ό,τ’ θέλ’τ’ ισείς, ιδώ πιρνάν οι στρατιώτις, είπε των αδερφάδων.

Από την ημέρ’ αυτή αλίμονο στον εύζωνα που θα περνούσε κάτω από το δρόμο.

– Ψιτ! εύζουνα! έλα να μ’ φέρ’ς του νταβά στου φούρνου, φώναζε δυνατά η Μαριώ για να την ακούσει κι η γειτόνισσα.

– Να, πάρι μ’ κι μένα νια ρικέλα τάδε νούμιρου, πρόσταζε κι η Κούλα από το μπαλκόνι.

Μόνο η Φρόσω απόμεινε δίχως χουσμεκιάρη. Έπρεπε να τρέχει στα παιδιά της γειτονιάς· γιατί στο φούρνο, στον μπακά­λη και στον έμπορο καλά, μα με τα υφάδια δεν μπορούσανε να τρέχουν οι στρατιώτες. Το δοκίμασε δυο τρεις φορές, η Μαριώ όμως της έκαμε τον τέλο: αν το μάθαινε ο Γεσίλας!

Οι αδερφές πήραν ακόμα την απόφαση, ο αργαλειός κι οι βελόνες να δουλεύουνε μόνο μυστικά και την ώρα που λείπει από την κούλια ο αδερφός. Για καλό και για κακό. Πού ξέρεις πώς το παίρνει; Θα προτιμούσανε βέβαια να κάθουνται και να φλυαρούνε στη γειτονιά, όμως τα καπελίνα, που φορέσανε στο κεφάλι, απαιτούσαν παρόμοιο στόλισμα και του κορμιού. Κι ο αδερφός σταμάτησε στα πρώτα χαρίσματα, που έφερε όταν ήρθε. Η Ένωση έστελνε από την Αθήνα τσόχες και καπέλα για τον αξιωματικό, μα για ένα μεριμένιο φόρεμα της Μαριώς ή για ένα ζευγάρι κίτρινα σκαρπίνια της Κούλας, που ήταν τώρα η μόδα, δε νοιαζότανε.

Η Μαριώ άρχισε να φουρκίζεται μαζί του:

– Δεν πας στο γεροδιάολο και συ κι αυτός! Καλύτερα να ιδεί, αγρίεψε στο τέλος της Κούλας, που έτρεξε να την προφτάσει να κρύψει τη μάλλινη φανέλα, που έπλεκε για κάποιον υπαξιωματικό του κάστρου.

– Σα δεν τ’ αρέσ’ να ξινουδ’λεύ’νε οι αδερφές τ’, ας γνοιάζιτι γι’ αυτές ου ίδιους.

Ωστόσο τη φανέλα την έκρυψε κάτω από το στρώμα, που καθότανε.

Μόνο ο αργαλειός της Φρόσως μπορούσε να βροντολογά ελεύτερα, εξόν από τις ώρες που ο καπετάνιος ησύχαζε ή ήτανε στα νεύρα του. Ο αργαλειός ύφαινε τάχα για το σπίτι και για τα προικιά της Κούλας. Πού εύρισκε τα υφάδια ή πούθ’ ερχότανε το καινούριο φόρεμα της Κούλας, που έβγαινε μαζί του στον περίπατο, ο Γεσίλας δε σκοτιζότανε να ρωτήσει.

Οι αδερφές του φοβόντανε άδικα. Για την εσωτερική υπερεσία της κούλιας δεν τον έμελε πολύ τον αξιωματικό· του έφτανε πως εύρισκε κει έτοιμο το φαγί στην ώρα του και πως δειχνόταν αυτή στον κόσμο καθώς χρειαζότανε. Για περσότερα καθέκαστα δεν του έμενε καιρός. Είχε την εσωτερική υπερεσία του κά­στρου, την πρέφα στον καφενέ και πρώτ’ απ’ όλα το αγνάντεμα στα παράθυρα. Η ευτυχία, που προσμένανε στην κούλια, ήρθε ο καιρός να πληρωθεί: οι όμορφες και πλούσιες της πόλης κοντά στον ποταμό αρχίσανε να μαλώνουνε για το γιο του Θώμου Κρανιά.

– Είδις πως τήραε η Πηνιώ τ’ Τσιλιβήθρα; είπε η Μαριώ ένα βράδυ, που γύριζαν από τον περίπατο.

– Μηδά η Βασιλική τ’ Στούπα! Κουκκίνισ’ ουλόβουλι, άμα τ’ νς χιρέτ’ σις, πρόστεσε η Κούλα.

Ο Γεσίλας μουρμούρισε ξερά:

– Δε φελάνε τίποτας κι οι δυο.

Οι αδερφές δε φέρανε αντιλογία. Κι οι δυο δεν είχαν παρα­πάνω από είκοσι χιλιάδες.

– Για τ’ν Τασία τ’ Ξ’διά όμως δεν μπουρείς να πεις τίπουτα· κι όμορφ’ είναι κι ούλα τα ’χει, ξαναείπε η Μαριώ.

Ο Γεσίλας δε μίλησε.

Είκουσ’ πέντε μετρητές κι ένα μαγαζί στου παζάρ’, ξανάπια­σε την ομιλία η Μαριώ το βράδυ εκεί που τρώγανε κι η Φρόσω πρότεινε να στείλουνε να τη γυρέψουν.

– Αφήστε τ’ν κι βέντ’ αυτήνι, είπε ο αδερφός απότομα. Μα εκείνες επιμένανε.

– Αφήστε τ’ κι βέντ’ αυτήνι, σας είπα, τις έκοψε πάλι.

– Γιατί ναν τ’ν αφήσουμι; ανακατεύτηκε κι η Κούλα, πε­ρίεργη από την επιμονή του.

– Θέλ’τι να μας σκουτώσ’ ου Κουλουμπέρδας; Ξάφνισμα γενικό.

– Τα μούτρα τ’! πετάχτηκε η Μαριώ και βλέποντας την Κούλα, που ξίνισε το πρόσωπο, την κοίταξε στα μάτια.

Η Μαριώ, ας παραιτήθηκε από την παντρειά, δε δεχόταν ευχάριστα να ξαραδιαστεί από τη μικρότερη αδερφή, δεν της χάριζε κιόλας εύκολα γαμπρό με μακρύ σπαθί. Κι η ματιά της τώρα, μ’ όλον το θυμό της για την τόλμη του Κουλουμπέρδα, έδειχνε κάποια χαρά μαζί.

Γιατί το μακρύ σπαθί του Κουλουμπέρδα σα να χαμοάρεσε της Κούλας και να της ξανακέντησε παλιούς ξεθυμασμένους πόθους. Ο ανθυπολοχαγός δεν έπαψε να κόβει τις ελληνικούρες του, όπως τον κορόιδευε η Μαριώ, όποτε την απαντούσε στον περίπατο. Κι όταν ερχότανε στον πύργο με τον αδερφό, η Κούλα έτρεχε να του κόψει πάντα ένα γαρίφαλο από την άλικη γαριφαλιά της. Ο Κουλουμπέρδας το μύριζε, το έμπηγε στο στήθος, η Κούλα κοκκίνιζε, χαμογελούσε, ο Κουλουμπέρδας κατέβαινε τη σκάλα χαμογελώντας κι αυτός, μα το πράμα δεν προχωρούσε μακρύτερα.

Γιατί δεν προχωρούσε, το εξήγησε τώρα ο λόγος του Γεσίλα.

Η Κούλα μελαγχόλησε όλο το βράδυ κι έχασε για λίγες μέρες την όρεξη να βγαίνει περίπατο.

Η Μαριώ χαιρότανε. Όσο που νέα περιστατικά ρίξανε την κούλια σ’ έννοιες σοβαρότερες.

Ο Γεσίλας διάλεξε πια. Τη μεγάλη κόρη του έμπορου Ζωριά. οι αδερφές μείνανε σύμφωνες και το ζήτημα ήτανε μόνο ποιον να στείλουνε προξενητή. Ο νους της Φρόσως κι η γλώσσα της Μαριώς δεν ησυχάζανε. Μόνο η Κούλα δεν έδειχνε μεγάλο ζήλο στη συζήτηση. Όχι πως είχε αντιλογία, μα γελασμένη από τον Κουλουμπέρδα, είχε στρίψει την προσοχή της στο βελούχι.

Τον τελευταίο καιρό, πριν έρθει ακόμα ο αδερφός, ξεροστά­λιζε κει ένας γραφιάς και μαζί και ψάλτης σε μιαν εκκλησιά του τόπου. Ήτανε ερωτεμένος στα γερά με την Κούλα κι ήτανε κείνος, που καθότανε στο βελούχι την ημέρα, που ήρθε ο αδερ­φός κι η Κούλα χασκογελούσε στη σάλα με τον Κουλου­μπέρδα.

Η Μαριώ δεν είχε άδικο να τη φοβάται, σα μαστόρισσα, που την ήξερε στο δίπορτο. Κι αλήθεια, η λάμψη του μακριού σπαθιού του Κουλουμπέρδα, όσο κι αν έριξε τον ψάλτη χαμηλά στα μάτια της Κούλας, δεν της θάμπωσε ολότελα και το λογικό. Δεν έπαψε να κάθεται στο μπαλκόνι και για τον ψάλτη κι εύ­ρισκε πάντα τον καιρό να κατεβαίνει να τον ανταμώνει στην ακροποταμιά; Κι έτσι δεν έχανε και κείνος την ελπίδα. Απε­ναντίας, σα να μυρίστηκε κάτι, κι η ζήλεια του άναψε τη φλόγα περσότερο.

Η Κούλα γελούσε στην αρχή με τα παράπονά του. Μα όσο έβλεπε τον ανθυπολοχαγό να κοκκινίζει σαν του έδινε το γαρίφαλο, άρχισε να σοβαρεύεται στον ψάλτη και τέλος αποφάσισε να του μαζέψει τα λουριά μεμιάς.

Η αποκάλυψη του Γεσίλα για τον Κουλουμπέρδα βρήκε την Κούλα απάνω που έπαιζε το κρυφτό του ψάλτη μια ολάκερη βδομάδα. Κι η βαρυθυμιά από τον πρώτον ξέσπασε στο δεύτερο. Το κρυφτό βάσταξε περσότερο παρ’ όσο πρόσμενε κι η ίδια η Κούλα κι ο ψάλτης ήτανε δυστυχισμένος. Το μπουζούκι του Φωτούλα Τυλιγάδα δεν έπαυε μέρα και νύχτα μέσα στην πα­ράγκα του βελουχιού. Φυλάγοντας να μη βραχνιάσει τη φωνή του, που τη χρειαζότανε για τα τροπάρια στην εκκλησιά, ξεθύ­μαινε στα τέλια του μπουζουκιού. Τέλος η Κούλα τον ελεήθηκε.

Είδε πια την ανάγκη πως έπρεπε να του κερδίσει την εμπιστο­σύνη και παρουσιάστηκε και του ξαναγέλασε.

Μα το κακό ήρθε τώρα από κει που δεν το πρόσμενε. Η Μαριώ κι η Φρόσω είχαν αφήσει στην αρχή ολότελα ελεύτερη την Κούλα. Η Μαριώ της χάριζε τον ψάλτη μ’ όλη την καρδιά της. Καλό είναι κιόλα το παιδί, στοχαζόντανε κι οι δυο· βγάζει καλά απ’ τ’ αντίγραφα. Χώρια ο μιστός της εκκλησιάς. Μα τώρα που αλλάξανε τα πράματα, τώρα που περιμένανε την απάντηση του έμπορου Ζωριά, θυμηθήκανε πως ο πατέρας του ψάλτη άνοιγε μια φορά τους λάκκους στον Αϊ-Λάζαρο κι η Ζωριοπούλα δύσκολα θα στρεχτεί να γίνει αντραδερφή μιας, που η πεθερά της τους έπλυνε ίσια με τα προχτές τα ρούχα.

Η Μαριώ έβαλε στα τρία στενά την Κούλα να δώσει του ψάλτη τα παπούτσια του. Μα η Κούλα δεν αποφάσιζε να θυσιάσει το δικό της καλό μπροστά στο γενικό καλό της κούλιας. Από το άλλο μέρος πάλι το πράμα για την κούλια βίαζε. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι.

– Κοίτα καλά, σ’ του λέω μια για πάντα· εκειά π’ κάνου γω άλλου, δεν τα δέχουμι στου σπίτι μ’. Θέλου παστρικό του μέτουπου, αγρίεψε ο Γεσίλας και στην Κούλα.

Έτσι της απόμεινε κι αυτής μοναχή παρηγοριά το καπελίνο και τα κίτρινα σκαρπίνια, που της αγόρασε τέλος ο αδερφός και τα φορούσε κάθε βράδυ στον περίπατο και στην πλατεία, όπου καθίζανε μαζί. Η Κούλα ήτανε πιο της προκοπής κι ο Γεσίλας την προτιμούσε καλύτερα από τη Μαριώ. Του χρειαζό­τανε για δόλωμα, για κράχτης των άλλων θηλυκών. Έλπιζε πως κάποιο θα κολλήσει τέλος στη συντροφιά τους.

Μα τους κολλούσε μόνο ο Κουλουμπέρδας. Οι ελληνικούρες του δε βρίσκανε πια την καρδιά της Κούλας, ωστόσο τις άκουγε για να περνά η ώρα, αν δεν τύχαινε να περάσει εκείθε η Τασία Ξυδιά και να του κόψει και κεινού την όρεξη.

Σε λίγες μέρες το μυστικό, που έφερε ο Γεσίλας στις αδερ­φές, πως η μητέρα της Τασίας αρνήθηκε να δώσει την κόρη της του Κουλουμπέρδα, γέμισε ολόκαρδη χαρά την κούλια.

Μα κι ο Κουλουμπέρδας δεν άργησε να πάρει την εκδίκηση. Ύστερ’ από λίγο μαθεύτηκε στην πόλη πως η Ζωριοπούλα αρρεβωνιάστηκε με κάποιο δήμαρχο από ξένον τόπο.

Το άκουσμα αναστάτωσε την κούλια.

Η Μαριώ τα ’βαλε με τη θεια Χαραλάμπαινα, που δεν έκαμε καλά την προξενιά:

Την πίσα και την δίξα! δεν έκαμε καθώς της είπε αυτή. Δεν πήγε να πει πως κατεβαίνανε πέντε από τις πενήντα, που γυρέψανε στην αρχή. Και δε θα μίλησε κιόλα της Ζωριούς κα­ταπώς την ορμήνεψε, όταν άκουσε πως η κοπέλα θέλει σώνει και καλά πολιτευόμενο. Δε θα της μελέτησε ολότελα πως κι ο Γεσίλας θα βγει βουλευτής, πως το κόμμα του Κρανιά απάνω στα βουνά σε κείνον πέτεται.

Άμα όμως συνήρθαν από το ξάφνισμα, είδαν πως το πράμα δεν ήτανε γι’ απελπισία ολότελα. Ούτε οι πλούσιες ούτε οι όμορφες χαθήκανε από τον τόπο κι ο έμπορος Ζωριάς είχε άλλες τρεις ακόμα. Η δεύτερη, η Ευγενία, είναι μάλιστα ομορφότερη από τη μεγάλη, έλεγε η Μαριώ για να παρηγορήσει τον αδερφό.

Κι έτσι αποφασίσανε να στείλουνε να τη γυρέψουν ίσια κιόλα, πριν προλάβει κανένας άλλος από την ξενιτιά.

Τέσσερες θυγατέρες είχε ο έμπορος Ζωριάς, μα δεν είχε αρσενικό και κείνες μέναν πλουσιότερες νυφάδες του τόπου. Από πενήντα χιλιάδες έδινε της καθεμιάς, τις είχε μάλιστα και καθόντανε στην τράπεζα, έλεγε ο κόσμος. Με το θάνατό του όμως θα περνούσαν τις διακόσιες. Τα πλούτη του Ζωριά ήταν αλογάριαστα. Σπίτια, χωράφια, αμπέλια, τοκισμένα με­τρητά και το εμπόριο της πόλης όλο, βελανίδια, ελιές, σιτάρι, ζάχαρες, καφέδες, ό,τι έμπαινε κι ό,τι έβγαινε περνούσε από τα χέρια του Ζωριά. Η κούλια έπρεπε λοιπόν να λάβει μέρος στην κληρονομιά, αφού μάλιστα ο Θώμος Κρανιάς και φίλος ήταν του Ζωριά κι όλος ο κόσμος το λέει πως με την υπο­στήριξη, που του έκαμε στο λαθρεμπόριο σαν έπαρχος, τόνε βοήθησε να καζαντήσει.

Η Φρόσω ήθελε τώρα να στείλει προξενήτρα στη Ζωριού μια προεστή από τις καλές του τόπου, μα ο Γεσίλας κι η Μαριώ επιμένανε να σηκωθεί να πάει μονάχη της. Ο λύκος, έλεγε ο Γεσίλας, κάνει καλύτερα τη δουλειά του μοναχός.

Η Φρόσω το γύριζε και το ξαναγύριζε. Έβλεπε κι η ίδια πως το πράμα ήταν πιο σίγουρο έτσι, ωστόσο ντρεπότανε!

– Πώς να σας του που, ντιριόμι, έλεγε και ξανάλεγε. Μα τη στενοχωρέσανε. Κι αποφάσισε και πήγε.

Γύρισε θλιμμένη με την απόκριση: Δεν έχουνε καιρό. Ακόμα δε βγάλανε την πρώτη.

Η Μαριώ χύμησε απάνω της:

Δεν τς είπις, μουρή, πως καρτερούμι κι ένα κι δυο χρόνια ακόμα του γάμου;

– Πώς δεν τς είπα!

— Κούτσουρου, κουταημάνα! Δεν τς είπις πως μας χάλεψανε κι απ’ αλλού;

Η Φρόσω έσκυψε τα μάτια άφωνη. Ο Γεσίλας πρασίνισε:

– Δε φταίει άλλος από μένα, μουρμούρισε μες από τα δόντια. Και πήρε την απόφασή του.

Το είδε πια: τα κάστρα δεν παίρνουνται με τους τσασίτες. Θέλουνε γερούσι· πολιορκία σωστή και κρατητή.

Και την έστησε ίσια κιόλα της Ευανθίας Τελατίνη. Όμορφη δεν παραήτανε, μα είχε σαράντα μετρητές χιλιάδες. Μια κι έτυχε κιόλας να είναι το σπίτι της αντικρινά στον καφενέ, δεν της άφησε ησυχία μήτε στιγμή. Έκανε να βγει στον παράθυρο, ο ανθυπολοχαγός Κρανιάς μπροστά της· πήγαινε πε­ρίπατο, την έπαιρνε από το κοντό· ξεκλεβότανε στη φιλενάδα ή στη θεια της, το σπαθί του έδινε κι έπαιρνε στα καλδερίμια απόξω. Της κατάντησε ίσκιος όπου πήγαινε κι όπου περνούσε, όπου στεκότανε κι όπου καθότανε. Για να της θυμίσει ποια είναι η γενιά του, μάζευε γύρω του την κοντόκαπα από τα βουνά, για να της δείξει την παλικαριά του έδειρε ένα δικολάβο, που έτυχε να βήξει την ώρα που περνούσε ο αξιωματικός κάτω από τα παράθυρά της.

Στον πύργο το είχανε σίγουρο. Μόνο της Φρόσως δεν παράρεσε η μεγάλη φούρια, μα η Μαριώ ήτανε με τη γνώμη του Γεσίλα: όπου πατά ο γιος του Κρανιά, πρέπει να τρίζει ο τόπος κι όπου δε θέλουνε με το καλό, χρειάζεται το ζόρι.

Ωστόσο σα να στοχαζόταν καλύτερα η Φρόσω. Ο τοκιστής Τελατίνης δεν είχε μόνο τον τρόπο να προικιώσει την κόρη του με τις σαράντα μετρητές χιλιάδες, είχε και το μέσο να τις φυλάγει από καθέναν, που θα ζητούσε να τις πάρει με το ζόρι.

Έτσι άξαφνα ο ανθυπολοχαγός Κρανιάς πήρε φύλλο πορείας να πάει να τρίξει κι άλλου τον τόπο όπου πατά.

Δ

Οι αδερφάδες ξαναμείνανε μοναχές στον πύργο κι η ζωή εκεί μέσα ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό της. Ο βρόντος του αργαλειού δεν είναι φόβος τώρα να ταράξει την ησυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ακατάπαυτα από την αυγή θαμπά ως βαθιά τη νύχτα, η βελόνα τρυπά, μουδιάζει τα δάχτυλα κι η Παναγιούλα ξανάπιασε τα τρεξίματα στην πόλη. Δε ντροπιάζει κανέναν τώρα. Η γενιά του Κρανιά δε θέλει να ξέρει πια από τις νυφάδες της πόλης κοντά στον ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη και πληγωμένη στους ραγισμένους τοίχους της κούλιας.

Μα κι η ζωή γύρω δεν αλλάζει το σκοπό της. Ο ήλιος φέγγει όπως πρώτα πάντα, η άνοιξη έρχεται και φουντώνει τον κάμπο κι ισκιώνει τον όχτο του ακροπόταμου. Ο κόσμος παντρεύεται κι αρρεβωνιάζεται. Ένας ανθυπίατρος από το κάστρο παντρεύ­τηκε με τη δεύτερη τη Ζωριοπούλα, ένας έμπορος από τον τόπο αρρεβωνιάστηκε την Ευανθία Τελατίνη. Τα μηνύματα φτάνουνε σαν περιγέλασμα στην κούλια.

Η Φρόσω σκύβει το κεφάλι και δε μιλεί, η Μαριώ όμως δεν το βαστά. Η οργή της δεν ξεσπά μόνο φαρμάκι στη γειτονιά, δε γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στην κούλια, μα σκορπίζεται κι αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. Βουνά και κάμπους, ουρανό και γης, όσα βλέπει το μάτι κι όσα φαντάζεται ο νους. Γυρεύει από τον ουρανό μιαν εκδίκηση κι ένα σεισμό από το βυθό της γης. Κι όσο δεν τα λαβαίνει, η ψυχή της διψά να πνίξει, να ρημάξει, να βουλιάξει η ίδια. Κι όσο δεν το μπορεί ούτε αυτό, ξεθυμαίνει στην ορφανή της πλύστρας του πατέρα, που γυρίζει αδειανή από τους δικούς, στην Κούλα, που τα παρμένα της δε δουλεύουνε γλήγορα, κι άμα δε βρίσκει άλλη καμιά αφορμή, σε κατάρες κι αναθέματα εκεινών, που θα χαρούνε όσα πλέκει κι όσα ράβει.

– Την αδικία, την αδικία ποιος θα τη γδικηθεί στον κόσμο; φωνάζει αδιάκοπα.

Και σβήνει μπρος από το κόνισμα το καντήλι, που ανάβει η Φρόσω, σα βρίσκεται μια σταλιά λάδι στο ρόι της κούλιας, και στένει καυγά, όταν παίρνει το μάτι της τη λειτουργία, που στέλνεται στην εκκλησιά:

– Δεν έχω κάνα κρίμα να μου συχωρεθεί· την αδικιά ποιος θα τη γδικηθεί στον κόσμο!

Η Φρόσω σωπαίνει για να μην ακούει η γειτονιά και δίνει του παπά το δίφραγκο μαζί με το πουκάμισο της αδερφής, να το διαβάσει στ’ άγιο Βήμα· κι όταν οικονομήσει δεύτερο, ανοίγει την αγιά Μαρίνα όξω στ’ αμπέλια, μήπως η χάρη της βοηθήσει τη συνονόματη.

Κι η Φρόσω είχε χαμένη την ελπίδα, ωστόσο πίστευε στη δύναμη του Θεού και πίστευε ακόμα και στο σόι. Αν έχασε ο αδερφός εδώ, η πόλη αυτή δεν είναι κι ο κόσμος όλος κι ο φτόνος δεν είναι σ’ όλον τον κόσμο ο ίδιος.

Την ίδια γνώμη έχει κι η Σακαμπέσαινα, που άμα ξαναφέρνει η Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει και κείνη την τέχνη της να ξαναφέρει τη Μαριώ στα σέστα της. Χαρά μεγάλη καρτερεί την κούλια· το διάβασε στ’ άστρι του βραδιού και το κομπόδεσε. Ή θησαυρό ή πλούσια νύφη θα βρει ο Γεσίλας σύντομα στον καιρό κι αλαργινά στον τόπο. Λίγο υπομονή μονάχα. Ποιος τους φταίει; Πήγανε και στείλανε της Ζωριούς τη Χαραλάμπαινα. Δεν ερχόντανε σ’ αυτή, να ’ριχνε της κόρης να ’παιρνε τα σοκάκια για τον καπετάνιο.

Μα η Μαριώ δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε. Η προσβολή, που έγινε στο γένος του Κρανιά εδώ στον τόπο, είναι ανεξιλέωτη. Μόνο σαν έρθει κάποτε κανένα δεκάρικο από τον αδερφό, δε σβήνει λίγες μέρες το καντήλι και παγαδιάζει και το ανάθεμα σ’ όλον τον κόσμο.

Αφού δεν ξαναφάνηκε ο ψάλτης στο βελούχι κι ας έλειψε το σκιάχτρο του Γεσίλα, η Κούλα ξανάριξε τη ματιά στους υπα­ξιωματικούς.

Μα οι υπαξιωματικοί μόνο αριά και πού καθίζουνε τώρα στο βελούχι. Περνούν από το δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθώς πάντα και στρίβουνε πέρα κατά τις ελιές. Ο Φωτούλας Τυλιγάδας δεν μπορεί να τους ξαναμαζέψει. Τα βασιλικά και τα περιπλοκάδια ανθούνε σαν πάντα στη φρετζάτα ολόγυρα, οι αγγουριές καρπίζουνε στις βραγιές πίσω από την κούλια κι η ποτάμια δεν έπαψε να κατεβάζει το μαΐστρο.

– Εκεί δε βλέπεις; του λέει ο Κελεμένης, ο παπατζής του βελουχιού, και δείχνει έρημα τα παράθυρα της κούλιας.

Έρημα εκείνα, ρημαγμένο και το βελούχι. Τίποτε μαθητού­δια αν ξεπέφτουν πια να χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι απο­βραδίς μονάχα οι δάσκαλοι βγαίνουνε να δροσιστούν.

Όμως μια νέα γενιά δασκάλων. Όχι πως δε μιλούνε για γραμματική κι αυτοί, ή πως δεν αναθεματίζουν τον Ψυχάρη, μα δεν το θαρρούν κι ολότελας αταίριαστο με το σοβαρό έργο τους να ρίχνουνε και καμιά ματιά προς τα παράθυρα της κούλιας, να τρώνε στην αστροφεγγιά κάνα κοτόπουλο και να ξεκρεμούν και το μπουζούκι κάποτε.

Η Κούλα δυνάμωσε το φτιασίδι στα μάγουλα κι έβαλε όλη την παλιά τέχνη της στα σγουρά. Τη φορά αυτή δε θα της γλιτώσει ένας από τους δασκάλους. Όποιος απ’ αυτούς, ο πρώτος που θα ρίξει τα μάτια στα παράθυρα. Ας είναι ακόμα και κείνος ο κοντακιανός και κοντολαίμης, που δε βγάζει από ψηλά του το παλτό κι ας σκάζει γάιδαρος όξω στον ήλιο του Μαγιού. Η γραβάτα του είναι ξεφτισμένη και βρόμικη και το καπέλο, που μια φορά ήτανε σταχτί, το φορεί ανάποδα πάντα, μα σ’ όλ’ αυτά το συμμορφώνει στο φτερό, φτάνει μόνο να τόνε λάβει στα χέρια της.

Εκείνα, που δεν παίρνουνε συμμόρφωση, είναι τα μάτια του, που αλληθωρίζουνε, και τα κανιά του, που δεν είναι ολόισα όπως όλων των ανθρώπων. Μα κι αυτά είναι ψιλοδουλιές για τέτοιες ώρες, που ο καθρέφτης του εφέδρου άρχισε να δείχνει και της Κούλας ό,τι τρόμαξε άλλοτε και τη Μαριώ.

Η Κούλα ρίχνει τη ματιά στη Φρόσω, στη Μαριώ και τρομά­ζει κι αυτή, βλέπει την κοιλιασμένη κούλια να φοβερίζει να σωριαστεί από πάνω της κάθε στιγμή, σε κάθε δυνατό φύσημα του αέρα και νιώθει ρίγος μέσα της. Ο μόνος στοχασμός της είναι πως να γλιτώσει από εκεί από κάτω, πως να βρεθεί μα­κριά πριν έρθει η ώρ’ αυτή. Ο καιρός βιάζει, δεν είναι να χάνει ούτε στιγμή.

Κι ο δάσκαλος με το μακρύ παλτό ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσει τα παιδιά και νάτος, ίσια στο βελούχι. Δεν ξεκολλά τα μάτια του από την κούλια.

Η Κούλα ξανάπιασε τη θέση της στο μπαλκόνι. Η καρδιά της ξανάβρισκε όλη την παλιά ορμή. Η άνοιξη, που χυνότανε στην ακροποταμιά με τ’ άνθη στις ελιές, τους μαβιούς ίσκιους και τον κούκο, σα να έβγαινε όλη, να χυνόταν όλη από μέσα της. Στιγμές, δεν ήξερε κι αυτή γιατί της φαινότανε πως μοιάζει περσότερο μ’ ηλιόγερμα παρά μ’ απριλιάτικη λαμπράδα· ωστόσο δεν ήθελε να το πιστέψει, της άρεσε να πλέει γλυκά στο πλάνεμα και πολεμούσε να κρατήσει όσο μπορούσε μακρύτερα την ανοιξιάτικη λαχτάρα με τα τριαντάφυλλα στον κήπο, με τα γαρίφαλα και τα ζαμπάκια στο μπαλκόνι.

Έδενε μ’ αυτά ένα ολόδροσο μπουκέτο κάθε πρωί και το ’στελνε του Τυλιγάδα με την Παναγιούλα. Κι έπειτα το καμάρωνε, που το έβλεπε να ξεχωρίζει μέσα στ’ άλλα μυρουδικά, που στολίζανε τα τραπέζια του βελουχιού. Περίμενε το δάσκαλο.

Κι ο δάσκαλος δε χόρταινε να το μυρίζει. Κι η Κούλα από το παράθυρο δεν μπορούσε να μη σκάζει κι αυτή στα γέλια σαν τους συναδέρφους του εκεί γύρω. Η μύτη του δασκάλου βαφό­τανε κίτρινη από τα ζαμπάκια και γυρνούσε τ’ αλλήθωρα μάτια μέσα στις κόχες τους για να δει τη μύτη και να τη σκουπίσει.

Μα η καρδιά του ήταν ανεξίκακη σαν όλων των δασκάλων. Τα γέλια δεν τον πειράζανε, μήτε τα πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο να κλέψει την ώρα, που δεν τον κοίταζε κανένας, για να βγάλει ένα γαρούφαλο ή ένα ρόδο από το μπουκέτο και να το βάλει στην κουμπότρυπα.

– Ψυχή μου νέος! δε βαστιότανε να μη στοχαστεί πολλές φορές η Κούλα και να βαρυθυμήσει μια στιγμή με κείνο που έβλεπε.

Μα πάλι, όταν εκείνος, παραφυλάγοντας ξανά τη στιγμή που δεν τον έβλεπε κανένας, έφερνε πεταχτά το άνθος στα χείλη του, ενώ την ίδια ώρα έριχνε κλεφτή ματιά στα παράθυρα του πύργου, η θλίψη της Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

– Από τ’ ολότελα καλός κι ο δάσκαλος, έλεγε μέσα της μελαγχολικά.

– Από τ’ ολότελα καλές και τούτες, παρηγοριόταν άλλο τόσο μελαγχολικά κι ο Τυλιγάδας, εκεί που μάζευε τις μίζερες δεκά­ρες των δασκάλων.

Κι οι ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μα ήρθε ο Αλωνάρης, έκλεισε το σκολειό κι ο δάσκαλος πάει να ξεκαλοκαιριάσει στο χωριό του.

Το βελούχι κι όλος ο κόσμος ρήμαξε για την Κούλα. Η καρδιά της τρέμει όσο να ’ρθει ο Αύγουστος να μάθει, να σιγουρευτεί πως δε μεταθέσανε το δάσκαλο.

Και δεν τόνε μεταθέσανε.

Μα ο χινόπωρος, που τον ξανάφερε δροσερόν κι ηλιοκαμένον, έφερε και τα σύννεφα και τις βροχές. Και με τα πρώτα βορια­δάκια το βελούχι έκλεισε.

Μοναχή παρηγοριά της Κούλας μένει το πέρασμα του καλού της απ’ το δρόμο. Μα πόσες φορές την ήμερα μπορεί να περνά ο δόλιος δάσκαλος; Και μήπως είναι κιόλας τόσο εύκολο το πέρασμα από την κούλια, όταν αρχίσουν οι βροχές του σαραντάμερου κι αναγλιτσιάσει ο όχτος του ακροπόταμου;

– Αγάπη, που να σκιάζεται τις λάσπες, ποιος την είδε, ποιος την άκουσε! θυμώνει μέσα της η Κούλα, όταν περνούνε μια δυο μέρες κι ο δάσκαλος δε φαίνεται.

Μα όταν τον ξαγναντίζει βουτηγμένον ως τα γόνατα στη λά­σπη, πιτσιλισμένο ίσια μ’ απάνω με τους ώμους το μακρύ παλτό, όταν το βούλιαγμα, που βλέπει να κάνει το πόδι του στις λούμπες, το σκόνταμά του στον όχτο εδώ, το γλίστρημά του παρακεί στη γλίνα της βγάζουνε στο φόρο πως η ματιά του χωριστά από αλλήθωρη είναι κιόλας και κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει την καρδιά της και δεν ξέρει ποιον να πρωτοκλάψει: το δυστυχισμένον, που αγωνίζεται να ξεκολλήσει από το βούρκο κάτω στο δρόμο, η τη δική της μοίρα, που την έριξε σ’ αυτόν;

Απελπισμένη, σωριάζεται σε μια γωνιά και κλαίει. Η θυγατέρα του Θώμου Κρανιά, η αδερφή του αξιωματικού, η Κούλα η όμορφη να καταντήσει να ξεπέσει σε κείνο το παράλλαμα;

– Ποτέ, ποτέ! της λέει μια φωνή μέσα της, σαν να ζητά να τη βοηθήσει να πάρει μιαν απόφαση.

Μα η σκεπή της κούλιας είναι μισοανοιχτή από πάνω και κα­τεβάζει τη νοτιά φιο στην πλάτη της· οι ώμοι τουρτουρίζουνε με το μαγνάδι του τσιτιού, που είναι ντυμένη, η Φρόσω βήχει κάτω από το κατώγι, η Μαριώ δέρνει στην άλλη κάμαρα την Παναγιούλα, που την έπιασε να καίει τον κλώστη για να σγουράνει και κείνη τα μαλλιά μπροστά στο μέτωπο, κι ο Γεσίλας ούτε γράφει ούτε ακούεται. Δεν πείσμωσε μόνο με το Ζωριά και με τον Τελατίνη, δεν έριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχά στην πόλη κοντά στον ποταμό, μα και στην κούλια του πατέρα του.

Χωρίς να καταλάβει κι η ίδια, η Κούλα βρέθηκε στο παράθυ­ρο κοιτάζοντας αν πέφτει σε ξαστεριά ή σε σύννεφα ο ήλιος, που έριξε μια λάμψη θλιβερή στην κάμαρα: Να σταματούσε κάνε η βροχή, να στεγνώσει ο τόπος λίγο και να δει το δάσκαλο να περάσει σαν άνθρωπος. Έτσι να πάρει δύναμη να κατεβεί στο δρόμο και να πέσει στα πόδια του, να τον παρακαλέσει να την πάρει μιαν ώρα αρχύτερα αποδώ, μακριά αποδώ, όπου θέλει, ας είναι και στο σύνορο του κόσμου, στην άλλη άκρη της γης, μόνο μακριά αποδώ, όξω από την κούλια.

Κι όταν την άλλη μέρα τόνε βλέπει να ξαναπερνά, κρεμιέται στο παράθυρο και του χαμογελά, κατεβαίνει κάτω στην αυλό­πορτα και του σφυρίζει ένα γλυκόλογο, του νεύει να ’ρθει πίσω από το φράχτη.

Μα εκείνος δάσκαλος. Φοβάται και τον ίσκιο του. Δεν αποφασίζει να ζυγώσει κι ας είναι σούρωπο κι ας μην περνά ψυχή στο δρόμο. Όλο και κοντοστέκεται, μα δεν τολμά να ’ρθει στην πόρτα, όλο και ρίχνει φοβισμένες ματιές στο παράθυρο. Κι έτσι την άλλη μέρα και ξανά την άλλη, όσο που στο τέλος έγινε άφαντος.

Δεν ξαναπέρασε.

Η Κούλα πάει να τρελαθεί. Μην αρρώστησε, μην τόνε με­ταθέσανε; Χίλια βάζει ο νους της. Ρώτησε τα παιδιά, που γύριζαν από το σκολειό. Εδώ ’ναι και στην υγειά του όχι και καλύτερα. Σήμερα άργασε του ενού απ’ αυτά τις απαλάμες με τη λούρα.

Η Κούλα απελπίζεται. Άλλο δε μένει παρά να του γράψει με την Παναγιούλα.

– Αγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σε αναμένω και απορώ το διατί διέκοψες…, αντίγραψε από το παλιό, χιλιοσκισμένο επιστολάριο της κούλιας, έκλεισε μέσα δυο πανσέδες μαζί με τα δάκρυα της κι έδωσε το γράμμα.

Δεν ήταν πρώτη φορά που θα έκανε και τέτοια υπερεσία η Παναγιούλα, μα τη φορά αυτή δεν τη βρήκε η Κούλα πρόθυμη.

– Δεν ξέρει, είπε, σε ποιον απ’ τους πολλούς δασκάλους να το δώσει. Μακρύ παλτό φορούσανε πολλοί από δαύτους.

Της Κούλας της έπεσε λιγάκι δύσκολο να περιγράψει τα κα­θαυτό χαρακτηριστικά του.

Τέλος η Παναγιούλα κατάλαβε και δέχτηκε. Κι άργησε να γυρίσει το βράδυ αυτό, απάντηση όμως δεν έφερε.

Του κάκου στάλθηκε και ξαναστάλθηκε με νέο γράμμα· δεν μπόρεσε να ξαναβρεί το δάσκαλο.

Και δεν μπορεί να βρει ησυχία κι η Κούλα, δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Νευρίκιασε κι αυτή· δε βαστά πια την γκρίνια της Μαριώς. Λόγο κι αντίλογο. Άδικα την παρακαλεί η Φρόσω να μην τη συνερίζεται, γιατί δεν είναι στα καλά της. Ίσια τα πάνε τώρα κι οι δυο. Κι ο άνεμος της ποταμιάς την απονευρικιάζει. Τώρα θα πέσει απάνω της η κούλια και θα τη θάψει. Δε βλέπει μέσο λυτρωμού, κάθε δρόμος να φύγει από την κούλια είναι κλειστός.

Μια γνώριμη της κατοικούσε κοντά στο σκολειό. Ήταν το τελευταίο βήμα, λείπαν όμως τα ποδήματα, έλειπε φόρεμα της προκοπής. Στο τέλος άφησε την ντροπή στην άκρη, βρήκε μια πρόφαση και κίνησε και πήγε ένα δειλινό.

Η γνώριμή της την καλοδέχτηκε και την έβαλε να καθίσει στον καναπέ. Η Κούλα προτίμησε όμως μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο και κάθισε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ο φίλος βγήκε από το σκολειό. Καθώς την είδε ξαφνικά, κοκκίνισε. Ο συνάδερφός του, που περνούσανε μαζί, της χαμογέλασε, μα εκείνος δεν ξαναγύρισε να κοιτάξει.

Η Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε όσο που πήρε να νυχτώνει. Δεν ξαναπέρασε κανείς από τους δασκάλους.

Γύρισε στην κούλια με απελπισία θανατερή:

Τι του έκαμε; σε τι του έφταιξε; Ποια είναι η αφορμή που την περιφρονά; Δίχως άλλο θα τόνε βάλανε στα λόγια, θα του την κατηγορήσανε, Σαν και θα ’χει να κάμει τίποτες άλλο ο κόσμος! Ποιος να ’ναι μόνο, ποια να ’ναι κείνη, να την ήξερε να την ξεσκίσει με τα νύχια της!

Μπαίνοντας στην αυλόπορτα της κούλιας, απάντησε την Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ανασκουμπωμένη πότιζε τον κήπο. Τα χείλη, που ο βοριάς τ αποκοκκίνιζε αντί να τα γαλαζιώνει, οι καστανές πλεξίδες της, που ζητούσανε ν’ αγγίξουνε τις φτέρνες, τα γεμάτα μάγουλα, που δεν τα σούρωνε η αναφαγιά, και τα μεγάλα μαύρα μάτια της, που αστράφτανε σαν πυρωμένα, φουρκίσανε την Κούλα.

Γιατί; Δεν το ρωτά. Μανία θολή και σκοτεινή, ορμή τυφλή, καθώς εκείνη που έσπρωχνε μια φορά τη μεγαλύτερη αδερφή της να ξεριζώνει τα δικά της μαλλιά. Κι η Παναγιούλα της πάτησε κι αυτής απόψε με τα ξερά της μια διπλή βιολέτα, που είχε φυτεμένη δίπλα στο πηγάδι.

Η ορφανή της πλύστρας από τη λασπόπολη δε μιλούσε στις βρισιές, δε μουρμούριζε στους χτύπους. Συνήθισε από μικρή. Η δυστυχία των αδερφάδων πάντα σ’ αυτή ξεθύμαινε και μάλιστ’ από τον καιρό, που πήρανε και στερευόνταν οι δικοί κι οι φίλοι. Τα βραδινά τρεχάματα της Παναγιούλας δεν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιο πρόθυμα κι αργεί περσότερο τη νύχτα να γυρίσει.

Η Μαριώ χτυπά και καταριέται, η Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αυτή, μα η Παναγιούλα δείχνει μιαν απάθεια αξήγητη. Η μέρα του Θεού όξω κι η ζωή μέσα στην κούλια σα να μην έχουνε γι’ αυτή ύπαρξη πραγματική, η δική της ζωή σα ν’ αρχίζει με το σούρουπο, σα να είναι ο δρόμος κι η νυχτιά.

Η κούλια υποτάζεται στο θέλημά της, γιατί κι η ύπαρξη της κούλιας όσο πάει και δένεται περσότερο και κρέμεται από τους βραδινούς της δρόμους. Η Φρόσω δύσκολα πια μπορεί και ρίχνει τη σαΐτα, η Μαριώ όλο κι απονευρικιάζει και φτείρεται ντύνοντας τον ξένο κόσμο, η Κούλα έχασε και κείνη κάθε ελπίδα. Πολλές φορές χρυπά στο κάστρο η αποχώρηση, κά­ποτε κιόλας και το σιωπητήριο κι οι αδερφές στην κούλια, σκυμμένες στο ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δεν είναι σίγουρες ακόμα πως δε θα πλαγιάσουνε νηστικές κι αυτή τη νύχτα.

Μια τέτοια νύχτα από τις πολλές, κρύα και σκοτεινή στο δρόμο και στην κούλια, η Παναγιούλα δε γύρισε κει ολότελα. Την άλλη μέρα μαθεύτηκε από την πόλη πως έγινε άφαντος κι ο δάσκαλος.

Η Κούλα λιποθύμησε.

– Του σιγαλό ποτάμ’, η πουμπιεμένη, η μούλα! φώναξε η Μαριώ κι έτρεξε για ξίδι στη γειτονιά.

Η Φρόσω μοναχά δε μίλησε. Η φωνή της είχε χάσει από καιρό τη δύναμη.

Ο Γεσίλας, που κυνηγούσε στο αναμεταξύ μετρητές χιλιά­δες σ’ άλλες φρουρές, βρήκε τέλος μερικές κι ήρθε να δείξει κι αυτές και τη γυναίκα του των αδερφάδων και της πόλης κοντά στον ποταμό. Μα η Φρόσω ήτανε πεσμένη πια στο στρώμα με τον ίδιο σφάχτη και το βήχα του πατέρα.

Οι αδερφές θελήσανε να κρατήσουν τους νιόγαμπρους να κατοικήσουν όλοι μαζί στην κούλια. Η νύφη όμως τρόμαξε από τους ραγισμένους τοίχους κι από το βήχα της Φρόσως και βίασε το Γεσίλα και πιάσανε γλήγορα σπίτι αλλού, στην άλλη άκρη της πόλης. Οι αντραδερφές δε θ’ απαιτούσανε βέβαια να τους έρχεται συχνά από τόσο μακριά, έτσι όπως ήταν κιόλας με την κοιλιά στο στόμα.

Η Φρόσω έλπιζε να δει τον κληρονόμο της γενιάς πρι να πεθάνει. Νόμιζε μάλιστα πως αυτό κρατούσε ακόμα τα μάτια ανοιχτά.

Και την ημέρα, που χύμησε η Μαριώ στην πόρτα πρωί πρωί με το μήνυμα πως ο κληρονόμος ήρθε αρσενικός και παχουλός, μπόρεσε κι ανακάθισε στο στρώμα κι η θολή ματιά της πήρε μια λάμψη ξαφνική.

– Αντίφκιαστα τα μάτια τ’ Γισίλα· ούλου τ’ αθάρ’ του Κρανέικου· δεν πήρι τίπουτ’ απ’ αυτή.

Η Μαριώ δε μελετούσε ποτέ τ’ όνομα της νύφης. Όχι μόνο από τότε, που δε στρέχτηκε να ξεκαινουργώσουνε την κούλια και να καθίσουνε μαζί, δεν είχε μάτια να τη δει, μα κι από την πρώτη στιγμή, που πάτησε στην κούλια, της φάνηκε πως μπήκε μέσα σαν εχτρός.

– Κι στου σβιρκάκι τ’ ένα λόιδου μαλλιά κατσαρουμένα, στριφτά, απαράλλαχτα σαν τ’ πατέρα. Κι όπους φταρ’νίσ’κε κει πο’ ’πεσε κι τ’ αφ’σαμι κι σ’ναχώθ’κι, για να συγυρίσουμ’ ικείνη π’ ρέκαζι, είπα κι άικι’σα του μακαρ’τ’, ξακουλούθησε η Μαριώ.

Η ματιά της Φρόσως ξανάλαμψε. Όξω έλαμπε κι ο ήλιος στην ποταμιά κι έριχνε το φέγγος του και μέσα στην κάμαρα.

Η Φρόσω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή. Έπειτα κάνοντας ν’ ανασηκωθεί καλύτερα μουρμούρισε:

– Τι λες; Δε θα μπουρέσου να βγου; Μέρα Θιου χαρά όξω!…

– Σήκου πρώτα μέσα σ’ν κάμαρ’, κι αύριου πάμι μαζί, της είπε η Κούλα, που δε βιαζότανε και τόσο να δει τον ανιψιό.

Κι η Κούλα είχε γελαστεί στις ελπίδες της από τη νύφη.

Η Φρόσω δοκίμασε άδικα να σταθεί στα πόδια της. Το είδε κι η ίδια πως έπρεπε να περιμένει, όσο να μπορέσει να ’ρθει ο ανιψιός σ’ αυτή.

Άμα σαράντισε, τον έφερ’ ένα δειλινό η μικρή ξυπόλυτη υπηρέτρια, μα από πίσω ήρθε κι η μάνα.

Με τη βοήθεια της Κούλας μπόρεσε η Φρόσω και τον κράτησε λίγες στιγμές στην αγκαλιά μισοαποκοιμισμένον. Στύλωσε το βλέμμα γελούμενο στο μικρό προσωπάκι και περίμενε ν’ ανοίξουνε τα μάτια, να τα δει.

Μα μόλις μισοανοίξανε, το μωρό έβαλε φωνή.

Η μάνα του έτρεξε.

Μπα μπα! Άκ’ζάβια! Τ’ θεια σκιάζισι, μουλέ; — Ναν του χαρού!

Κι η Φρόσω έκαμε να σκύψει:

– Σήκουσ’ του λίγου, μουρή, είπε της Κούλας.

Μα η μάνα χύμηξε και τους άρπαξε από τα χέρια το παιδί. Η Μαριώ δεν μπόρεσε να κρατηθεί:

– Τι θα σ’ του φάμι, μουρή; Τι ξένες είμαστε; φώναξε κι όρμησε απάνω της.

Η νύφη κάτι θέλησε να πει, μα η Μαριώ την πήρε από μπρο­στά. Την έκαμε ν’ αρπάξει το παιδί να φύγει γλήγορα, ενώ η Μα­ριώ φώναξε κατόπι της στη σκάλα:

– Δε σ’ έμαθι, μουρή, ου άντρας σ’ ποιες είμαστι; Μ’ αν ήταν άντρας, αν ήταν αδιρφός!

Η Φρόσω έγειρε στο μαξιλάρι και μισόκλεισε τα μάτια, σα να μην άκουσε τίποτ’ απ’ αυτά. Ένα μισά πικρό, μισά ευτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε για στιγμές στα χείλη της.

Την άλλη μέρα ήρθε ο Γεσίλας και βριστήκανε και μαλώσανε με τη Μαριώ. Και δεν ξαναπάτησε στην κούλια.

– Τι κάθεσαι; τι αργείς; μουρμούρισε από μέσα η Φρόσω, που τη φτάσανε οι φωνές στο στρώμα της.

Μα εκείνος που έκραξε δεν έφτανε κι ας αρχίσανε να τον κράζουνε μέσα τους κι οι αδερφές για να γλιτώσουν κι αυτές κι ίδια η Φρόσω. Είχε φυράνει πια, είχε απομείνει ένας ίσκιος διάφανος, ασάλευτος σε μιαν άκρη. Μόνο τα μάτια φέγγαν ασφαλιστές, μελανές, πυρωμένες τρύπες στο στεγνωμένο σκέ­λεθρο.

Εκείνος που έκραξε άργησε να ’ρθει. Μα όταν πια τον ένιωσε πως ήταν όξω από την πόρτα, ζήτησε να δει τον αδερφό. Στείλανε και τον φέρανε.

Σα μπήκε, βρήκε την ετοιμοθάνατη γυρτή στην αγκαλιά της Κούλας και μπροστά σκυμμένες τη Μαριώ και μια γειτόνισσα και της κρατούσανε τα χέρια.

Μια δεύτερη γειτόνισσα έστεκε στην πόρτα.

Ο Γεσίλας γονάτισε κει μπροστά κι αυτός.

– Νάτος, ήρθε, είπε της Φρόσως η γειτόνισσα και της ανα­σήκωσε το κεφάλι για να μπορέσει να δει τον αδερφό.

Ο Γεσίλας έπιασε το χέρι της κι έτσι μείνανε κρατώντας την ετοιμοθάνατη μόνο τα τρία αδέρφια. Εκείνη μπόρεσε και σήκωσε τα μάτια.

– Φρόσω, εγώ είμαι, ο Γεσίλας, μίλησε ο αδερφός.

– Δεν τόνε βλέπ’ς; δε γνωρίζεις; δεν ακούς; Ήρθε να σ’χωρεθεί, έβγαλε η Μαριώ φωνή πνιχτή, σα να της έσφιγγε κάποιος το λάρυγγα.

Μα η γειτόνισσα της έκλεισε το στόμα. Κι η Μαριώ σώπασε.

Τα μάτια της Φρόσως μέναν ακίνητα, καρφωμένα στον αδερφό. Σα να μην τόνε γνώρισε αλήθεια, δε δοκίμασε να του απλώσει τα χέρια.

Τέλος σα να κουραστήκανε τα βλέφαρα να μένουν ανοιχτά, κάμανε να κλείσουνε. Δεν μπορέσανε και μόνο τα μαυράδια των ματιών στρίψανε σαν ολόγυρα από τις ίδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε και μείνανε πάλι ασάλευτα. Δεν ξεχώριζαν πια. Το κεφάλι έγειρε στον ώμο της Κούλας κι άρχισε το στερνό ρουχαλητό.

Η Μαριώ σωριασμένη εμπρός της έκλαιγε πνιχτά. Την πήραν αποκεί κι η γειτόνισσα, που έστεκε στην πόρτα, πήγε και σή­κωσε την Κούλα, που είχε αποκάμει να βαστά την αδερφή.

Η Μαριώ συνήρθε, κράτησε τα δάκρυα κι ήρθε και ξανάπιασε το χέρι της Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλές στιγμές.

Κρατούσε τώρα την ετοιμοθάνατη ο Γεσίλας, όταν τα μάτια ξαναδώσανε μια τελευταία αναλαμπή. Καρφωθήκανε στο άδειο, προς το παράθυρο, απόθε χυνότανε το φως  του δειλινού, που έγερνε μελιχρό στην ποταμιά κι αντηχούσε το βούισμα των πουλιών, που τραγουδούσαν εκεί απόξω στη μελικοκκιά.

Τα χείλη της Φρόσως σαλέψανε και ψιθύρισαν κάτι.

Οι αδερφές  που της κρατούσανε τα χέρια, νομίσανε πως ξαναζήτησε το Γεσίλα.

Η γειτόνισσα πήρε τη θέση του και κείνος ήρθε κι έσκυψε μπροστά της ανάμεσα στις δυο αδερφές.

– Εδώ ’μαι, δες με! μουρμούρισε και της φίλησε το χέρι. Μα τα μάτια της αδερφής δε γυρίσανε πια σ’ αυτόν. Σβήσανε ανοιγμένα πλατιά,  άφεγγα πια,  πηγμένα,  στυλωμένα στο άδειο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: