Τρία κείμενα του Δ. Ψαθά

Τρία κείμενα του Δ. Ψαθά για την επέτειο του πολέμου κατά του φασισμού το 40-44

ΘΥΣΙΑ

Τύπος ηρωικός; Δεν έμοιαζε. Ο μόνος του η­ρωισμός ήταν ότι κατάφερνε να ζει χωρίς να κλέβει και να ελπίζει χωρίς να φώσκει ελπίδα πουθενά. Φι­λότιμος. Τίμιος. Αγαπούσε την Ελλάδα το μπαρμπέρικό του και τις όπερες. Μισούσε το μπλιγούρι, τους Γερμανούς και την σιωπή. Πολύ συχνά χαρι­τωμένος. Όταν έβλεπε Γερμανό ή Ιταλό στον δρό­μο έβαζε προνοητικά το χέρι του στην τσέπη, άνοι­γε την παλάμη του και μούντζωνε.

Ένας κοντούλης ήταν.

Κεφάλι στρογγυλό με φαλακρίτσα και μια χω­ρίστρα με τριάμιση μαλλιά. Γαβρήλος ο κουρέας. Έκρυβε, λοιπόν, έναν Εγγλέζο και κρατούσε το πράμα τόσο μυστικό ώστε το ήξερε κόσμος και ντουνιάς.

— Γαβρήλο δε φοβάσαι;

— Τι να φοβηθώ;

— Αν το μάθουν; Αν σε πιάσουν;

— Ας το μάθουν. Όλος ο κόσμος κρύβει Εγ­γλέζους. Ποιον θα πρωτοπιάσουν; Ήλθαν και πο­λέμησαν στην πατρίδα μας οι άνθρωποι. Να τους αφήσουμε στο έλεος του Θεού; Στο κάτω κάτω μια ζωή είναι αυτή!

Σωστό.

Εδώ και λίγους μήνες στρατός της αυτοκρα­τορίας ξεκίνησε από την Αυστραλία κι ήλθε να πολεμήσει στην Ελλάδα για ένα κοινό ιδανικό, την λευτεριά. Κι εκεί στις Θερμοπύλες η Μοίρα ξανά­βαλε την Ιστορία να γράψει μερικές σελίδες επά­νω στο πανάρχαιο εκείνο θέμα που διάλεξε ο τόπος μας να δίνουν εξετάσεις οι λαοί. Ύστερα ήλθε η κατάρρευση. Κι ένα πρωί σκόρπισε ο στρατός κι οι στρατιώτες φεύγαν να προλάβουν τα καράβια. Είδαν τότε οι Αθηναίοι τις φάλαγγες να περνάνε απ’ την οδό Σταδίου με τους στρατιώτες σκονισμένους, άγρυπνους αξύριστους, με τα τανκς τους φορ­τωμένα λάσπες, άπλυτους, ταλαιπωρημένους, κουρασμένους επάνω στα μηχανοκίνητά τους αλλά με το χαμόγελο στο πρόσωπο:

— Γκουτ μπάι, λέγαν οι Εγγλέζοι.

— Αντίο σας, λέγαν οι Ρωμιοί. Με το καλό να ξαναρθείτε.

— Γες, γες. Γκουτ μπάι. Θα ξαναρθούμε, απαντούσαν οι Εγγλέζοι.

Ένας φιλικός στρατός που φεύγει είναι πάντα κάτι λυπηρό που σφίγγει τις καρδιές. Και δεν ή­ταν, βέβαια εκείνη την στιγμή μονάχα η λύπη για την τύχη του στρατού αυτού που έφευγε αλλά κι η αγωνία για τους Γερμανούς που κατέβαιναν και φέρναν στις βαριές τους μπότες τη σκλαβιά.

Και φτάσαν.

Είχε φύγει ο όγκος του εγγλέζικου στρατού αλ­λά αιχμαλωτίστηκαν πολλοί κι άλλοι πολλοί εμείνανε κρυμμένοι δω και κει· προ πάντων στην Αθήνα. Κι όταν οι Γερμανοί στρογγυλακάθισαν στο στήθος της Ελλάδας έβγαλαν διαταγή: Όποιος κρύβει Εγγλέζο τουφεκίζεται. Αλλά καρφί δεν του καιγόταν του Γαβρήλου. Κι όχι μονάχα αυτό παρά το μυστικό το ήξερε όλη η πελατεία του και το μάθαινε όποιος έμπαινε στο μαγαζί.

— Τι κάνει ο Εγγλέζος σου, Γαβρήλο;

— Εν τάξει ο κρεμανταλάς.

— Είναι ψηλέας;

— Ντερέκι ο αφιλότιμος.

— Έμαθε ελληνικά;

— Εμ τσάτρα πάτρα, όλο και κάτι κοπανάει. Αλλά τα ρωμαίικα που λέει αυτός, μονάχα Εγγλέ­ζος μπορεί να τα καταλάβει.

Έως εδώ καλά.

Όσο περνούσε όμως ο καιρός τα πράματα ζορίζαν. Την άνοιξη κάτι πήγαινε κι ερχόταν. Το φθινόπωρο αγριέψαν απότομα. Κι όσο έμπαινε ο χειμώνας κατάμαυρα γινόταν όλα. Το ζήτημα του φαγητού έγινε φοβερό κι ο δύστυχος κουρέας βρέθηκε σ’ απόγνωση. Με κόπο κατάφερνε να βρίσκει λίγη πρασινάδα για το σπίτι του. Κι όταν κανέ­να μαυραγοριτάκι του έφερνε καμιά οκά ρεβίθια ή φακές ήταν ευτυχισμένος. Μα τούτο γινόταν πο­λύ σπάνια κι ο Γαβρήλος βρισκόταν σ’ αδιέξοδο:

— Τι να του κάνω, βρε παιδιά;

— Δεν τρώει λαχανίδες ο Εγγλέζος;

— Μπα τον ευλογημένο. Γελάει που τις βλέπει.

— Γελάει;

— Αμέ; Και τούτο είναι που με στενοχωρά. Γιατί, βλέπεις, ούτε και γκρινιάζει ο χριστιανός παρά μονάχα λέει «βέρι γκουτ» και μένει νηστικός. Κι όμως χάνει κιλά ο φουκαράς. Κοτζάμ άντρας μου ήτανε και του ’μεινε τώρα μόνο το ψήλος. Κατάλαβες; Κατάντησε σπαγέτο!

Δράμα.

Πώς θα εξασφαλιζόταν ο επισιτισμός του Άγ­γλου απ’ τον φουκαρά; Πολλοί πελάτες του τον συμβουλεύαν να τον ποραδώσει σε πλούσιους. Αλ­λά ο Γαβρήλος γινότανε θηρίο.

— Αδύνατο. Αυτό ποτέ!

— Γιατί μωρέ Γαβρήλο;

— Ντροπή μας, βρε παιδιά. Κι εδώ ο πλούσιος δηλαδή; Γιατί κι ο φτωχός να μη γλιτώσει έναν Εγγλέζο; Μονάχα για τους πλούσιους ήρθαν και πολεμήσαν οι χριστιανοί; Άντε βρε παιδιά! Άντε όλοι μαζί να τον γλιτώσουμε!

Και τότε η πελατεία του Γαβρήλου το  πήρε ζήτημα φιλότιμου. Όλοι μαζί, βρε Έλληνες, να σώσουμε τον Άγγλο. Κι άλλος έφερνε φασόλια, άλλος τυρί, άλλος γαλέτα, άλλος ελιές, άλλος παστό, άλλος κανένα αυγό. Κι όλοι μαζί απ’ το υστέρημά τους. Μες την τρομαχτική πείνα που θέριζε τον κόσμο, το μπαρμπέρικο του Γαβρήλου είχε γίνει κέντρο επισιτισμού για τον Εγγλέζο. Κι όταν έμπαινα στο κουρείο κι έβλεπα σιωπηλούς τους πελάτες ν’ αφήσουν στη γωνιά το πακετάκι τους η ψυχή μου γέμιζε χαρά.

— Πώς πάει ο Εγγλέζος σου, Γαβρήλο;

— Φίνα ο αλιτήριος.

— Τρώει τώρα; Τρώει;

— Τρώει ο θεομπαίχτης.

— Πήρε καμιά σταλιά απάνω του;

— Άσ’ τα! Χτες τον ζύγισα. Μου πήρε τρία κι­λά τούτο τον μήνα. Είπα πως θα χαρεί. Μπα, τον κρεμανταλά. Μόνο που είπε «βέρι γκουτ» και πάει. Και μου ’χει τώρα άλλες μελαγχολίες να χαρείτε. Μου θέλει Φίτι-μπολ!

Ήθελε και φουτ-μπολ. Αλλά σ’ αυτό ο κου­ρέας Γαβρήλος ήξερε να βάζει πειθαρχία στον Εγ­γλέζο του. Φιτί-μπόλι, νιξ, άσ’ την παλιοκουβέντα. Κι ήταν τώρα ευτυχισμένος γιατί είχε τακτο­ποιήσει την υπόθεσή του κι ήταν ακόμα δυο φορές περήφανος γιατί κι οι άλλοι Έλληνες τον βοηθού­σαν. Αλλά το πράμα είχε γίνει πια δημόσια υπό­θεση. Κι επειδή στον τόπο τούτο δε ζουν μονάχα άγγελοι κάποιος λαμπρός Ρωμιός τον πρόδωσε κι ένα πρωί φτάσαν αγριεμένοι οπό μπαρμπέρικο οι Γερμανοί:

— Γαβρήλος, εσύ;

— Γες.

— Γες;!! Κομ του ζαμεν.

Κιτρίνισε ο Γαβρήλος:

— Μπαρδόν;

Τον άρπαξαν με τις κλωτσιές:

— Έλα μαζί. Κομ!..

Την ίδια στιγμή στο σπίτι του Γαβρήλου είχαν πάει άλλοι Γερμανοί και πήραν μαζί τους τον Εγ­γλέζο αφού ξυλοφόρτωσαν την γυναίκα και τα δυο του τα παιδιά. Σε λίγο καιρό μάθαμε πως ο Γα­βρήλος τουφεκίστηκε. Ένα χαρτάκι του μοναχά έ­φτασε στα χέρια μας: «Παιδιά, με φάγαν τα σκυ­λιά. Μην αφήσετε την γυναίκα μου και τα παιδιά μου να πεθάνουνε στην πείνα».

Φτωχέ Γαβρήλο!

Μέσα σε τούτο το κακό που χειροτέρευε μέρα με την μέρα καθένας πια κοιτούσε να μη πεθάνει ο ίδιος απ’ την πείνα. Ποιος να θυμηθεί την δική σου τη γυναίκα και τα δικά σου τα παιδιά; Έπεσες για την Αγγλία. Μεγάλη είναι η χώρα, δε θα σε ξεχάσει. Έτσι λέμε…

Η ΟΥΡΑ

— Κύριε Θενάση.

— Τι θες κυρά μου;

— Πότε θα μοιράσεις το σπανάκι;

— Να μη βιάζεσαι, κυρά μου. Ακούς; Όλα κι όλα! Εδώ πέρα δε σηκώνει βία κι άμα δεν σου γουστάρει να πας αλλού!

Να πάει άλλου; Πού, δηλαδή; Η κουβέντα του κυρίου Θανάση είχε σαρκασμό γεμάτο σιγουριά και κακεντρέχεια. Γιατί ήξερε ότι η Αθήνα ήταν έρημος απέραντη όπου μπορούσες να τριγυρνάς μερόνυχτα χωρίς να βρεις ούτε φυλλαράκι. Έχοντας, λοιπόν, ο ίδιος σπανάκι ήξερε ότι είχε θησαυρό. Και φερνό­ταν, για μια φορά ακόμα, περίπου σαν μαχαραγιάς, που επρόκειτο ν’ ανοίξει τις κάσες του και να μοιράσει χρυσάφι στον κοσμάκη.

Ουρά. Και τι ουρά! Απ’ το μαγαζί του άρχιζε και χανόταν πέρα στο γύρισμα του δρόμου. Κι ο κύριος Θανάσης την επιθεωρούσε με την βαθύτερη αυταρέσκεια και την ικανοποίηση ανθρώπου που νιώθει την έκταση της δύναμής του.

— Ακούς κυρά μου;

— Άκουσα κύριε Θανάση.

— Κουβέντες δε σηκώνω. Κι όποιανου τ’ αρέ­σει. Κι όποιανου δεν τ’ αρέσει να μας ξεφορτώ­νεται.

Γλώσσα της εποχής. Γιατί ο μανάβης βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα στην ένδοξη σειρά των ισχυρών. Καπελαδούρα από δω. Χαμόγελο από κει. Υπόκλιση πάρα πέρα. Ύφος ταπεινό και μάτια αγωνι­ώδη γύρω του. Ήταν «κυρ-Θανασάκης» προπολεμι­κά κι άξαφνα τον άρπαξε ο πόλεμος και τον έκανε «αξιότιμον κύριο Θανάσην». «Αξιότιμος κ. Δημη­τράκης» ήταν ο πελάτης του. Και τώρα έγινε α­πλώς «κυρ-Δημητράκης». Οι περιστάσεις ανυψώνουν και καταποντίζουν.

Ο άντρας — που λέτε — είναι λογικός και ψύχραιμος και προσαρμόζεται ευκολότερα στις περιστάσεις. Αλλά η γυναίκα είναι στοιχείον ανυπότακτο. Σύμπτωση δε την ουρά, τη μέρα εκείνη, απο­τελούσαν μονάχα οι γυναίκες. Κυρίες. Γυναικούλες. Δουλικά. Νοικοκυρές. Νοικοκυρούλες. Αλανιάρες. Κορίτσια καθώς πρέπει. Γλωσσούδες. Σεμνές. Καβγατζούδες. Ειρηνικές και λιγομίλητες. Πολικότατες και λυσσαλέες. Γιατί ήταν πολύ μεγάλη η ουρά και πολυποίκιλο το υλικό της. Κι όσο για τον κυρ-Θανασάκη, έστριβε το μουστάκι του, σκούπιζε με το μανίκι του τη μύτη, κι έκανε τη δουλειά του με ρυθμό αργότερο ακόμα κι απ’ το «ραλαντί» του κινηματογράφου, ίσως γιατί ένιωθε ηδονή να βασανίζει τις γυναίκες, ίσως γιατί βαριόταν, ίσως γιατί του πήγαινε καλύτερα στην νεοαριστοκρατική του ιδιοσυγκρασία — το μόνο που δεν έκανε ή­ταν να βιαστεί.

Οι γυναίκες δεν πολυφημίζονται για την υπομο­νή τους. Το πρώτο ημίωρο της αναμονής πήγε μάλ­λον καλά. Το δεύτερο χειρότερα. Το τρίτο, φυσικά, πολύ χειρότερα ακόμα. Βουή εσηκωνόταν από την ουρά — μέχρι προ ολίγου — βουή κουβέντας, κουτσομπολιού και συζητήσεων περί ζωής, συζύγων, υπηρεσίας, ακρίβειας, ερώτων, σκανδάλων, πείνας, θανάτων, καυγάδων, συγκοινωνίας, πολέμου Γερμα­νών, Ιταλών, αισχροκέρδειας. Όλα αυτά όμως τα προχειρότερα θέματα της κουβέντας που αποτελούν την ανακούφιση των γυναικών της συνοικίας κατά την πολύωρη αναμονή τα διέκοψε φοβερή φωνή γλωσσοκαπάνας:

— Βρε παλιομανάβη!

Ουρανοί! Η θρασυτάτη αυτή πρόκληση αφο­ρούσε τον μαχαραγιά! Δεν μπορούσε, βέβαια, ούτε να το βάλει η φαντασία του ανθρώπου ότι ήταν δυνατό να υπάρχει πλάσμα τόσο ασεβές στον κόσμο ώστε να τολμήσει ν’ απευθυνθεί σ’ αυτόν μ’ αυτή τη γλώσσα — σε μια στιγμή, μάλιστα, του απόγειου της δόξας του. Αλλά η φοβερή λέξη εξακοντίστηκε απ’ την γλωσσοκοπάνα για δεύτερη φορά με ακριβέστερο καθαρισμό του στόχου:

— Εσένα λέω, βρε!

— Εμένα;

— Εσένα, μάλιστα. Τι μας πέρασες, βρε, εμάς εδώ πέρα και πας σινάμενος κουνάμενος σα νύφη; Βρε τρεις ώρες ξεροσταλιάσαμε στα πόδια μας που να ξεραθείς ολάκερος, βρε σαχλαμάρα, έγινες άν­θρωπος και λόγου σου και δε δίνεις διάρα για τον κόσμο και πιάνεις την κουβέντα και σου και μου και — πάρ’ τα πόδια σου, λοιπόν, μας έχεις αλαλιάσει!

Ποτέ μεγαλειότητα δε δέχτηκε τραύμα τόσο βαρύ απάνω στην αποθέωση του μεγαλείου της. Κατάχλομος γύρισε ο μανάβης και ούρλιαξε γεμάτος λύσσα:

— Μωρή τσιμπλού!…

— Τσίμπλης είσαι εσύ κι όλο σου το σόι, παλιοαλήτη, πειναλέε, που μας παρακαλούσες μέχρι χτες να ψωνίσουμε καμιά μελιτζάνα από το βρομομάγαζό σου, που δεν το ζύγωνε ψυχή, και κόντευες να ψοφήσεις απ’ την πείνα, θεομπαίχτη. Και τώρα μας κάνεις τον κύριο. Ου να χαθείς, να χαθείς, παλιοβρομιάρη!

Ήταν το ξέσπασμα.

Παράτησε την ζυγαριά του ο μανάβης, παρά­τησε τις συζητήσεις, παράτησε το σπανάκι, παράτη­σε τα πάντα κι όρμησε στη γυναίκα. Αλλά κι εκείνη είχε κι όλας αφήσει την θέση της, βγήκε απ’ την ουρά και μαχητικότατη έκανε λυσσαλέαν αντεπίθεση. Μαλλιά με μαλλιά αρπάχτηκαν. Έκανε να μπει στη μέση ο αστυφύλακας άλλα όλες μαζί οι γυναίκες και οι σεμνές και οι πολεμικές και οι γλωσσοκοπάνες και οι ειρηνικές και οι γυναικούλες και οι κυρίες και τα δουλικά και οι αλάνες και τα καθώς πρέπει ακόμα τα κορίτσια πήραν το μέρος της γλωσσοκοπάνας — σε μια υπέροχη στιγμή αλληλεγγύης — κι άλλες με φωνές κι άλλες με στιγκλιές κι άλλες με ενεργόν επέμβαση απειλούσαν να κάνουν λιώμα το μανάβη.

Τι ήταν εκείνο εκεί!

Όλη η κρύφια δυσφορία κι αγανάκτηση, όλα μαζί τα βάσανα της εποχής ξέσπασαν σ’ αυτή την μοιραία στιγμή κι ήταν κάτι σαν Νέμεσις η οργή

των γυναικών. Άλλες απ’ τα μαλλιά, άλλες απ’ τα μανίκια, άλλες απ’ το πουκάμισο — τραβούσαν — άλλες με τα καλάθια, άλλες με τα νύχια, άλλες με τις γροθιές — φλεγόμενη ουρά κομήτη δε θα ήταν τόσο καταστροφική όσο στάθηκε εκείνη η ουρά των γυναικών.

— Με μάδησαν.

— Ποια ήταν;

— Όλες. Κι αυτές που έχει φέρει εδώ ο α­στυφύλακας. Εκείνη η ξανθιά και τούτη η χοντρή κι αυτή με τα μπλου κι εκείνη η ταβανόσκουπα κι άλλες που το στρίψαν. Άλλες με τραβούσανε απ’ τα μαλλιά, άλλες με γρατζουνούσαν κι άλλες βαρούσαν από πάνω κι άλλες με βρίζαν κι άλλες μπήκαν μες στο μαγαζί και μου πήραν το πράμα κι ώσπου να προφτάσει άλλος αστυφύλακας τα κάναν ρημαδιό.

— Μα γιατί;

— Γιατί δεν έχουν υπομονή. Τόσες γυναίκες πού να τις κουμαντάρω; Εδώ μια έχεις στο κεφάλι σου και σε τρελαίνει. Κι εγώ που έχω πενήντα και εκατό κάθε τόσο.

Αυτά τα αόριστα ισχυρίζεται αυτός. Αλλά οι γυναίκες που έχουν οδηγηθεί εκεί τα λένε αλλιώς:

— Μας έψησε, κ. δικαστή μου. Ο κ. Θανάσης — κι ο κ. Θανάσης! Και τι ώρα θα του γουστάρει να μοιράσει το σπανάκι. Κα τι ώρα και ποια μέρα θα φέρει μελιτζάνες. Και πότε θα κλείσει το μαγαζί του και θα τις μοιράζει κρυφά σ’ όποιον του αρέ­σει. Και πότε θα βρίζει και πότε θα ’χει τα μπουρίνια του. Έ, μα διάολε, υπομονή είναι αυτή. Και πότε νεύρα και πότε γλύκες με τις γυναίκες και κόντρα γλύκες, δεν κοιτάει το σουλούπι του ο μύξης!

Η δεύτερη είπε χειρότερα κι η τρίτη τρισχειρότερα. Τύραννος της γειτονιάς είχε καταντήσει και τον είχαν στο στομάχι. Αλλά στο τέλος την πλήρω­σε μάλλον ακριβά. Και σίγουρα έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι από τα τρία κακά του κόσμου, φωτιά, νερό και γυναίκα ασφαλώς το πιο ολέθριο κι επικίνδυνο είναι η τελευταία. Κι άδικο, βέβαια, δεν είχε.

ΔΙΠΛΗ ΣΚΛΑΒΙΑ

Περνούνε οι Γερμανοί.

Κι είναι πάντα το θέαμα μισητό κι ενδιαφέρον. Μέσα απ’ το τραμ που έχει σταματήσει σιωπηλοί παρακολουθούμε οι επιβάτες. Κράνη. Και κάτω απ’ τα κράνη μάτια κρύα, καρφωμένα μπρος. Μού­τρα απολιθωμένα. Τα ντουφέκια τους στον ώμο σε γραμμές μαθηματικότατα παράλληλες. Τα βήματα βαριά. Μ’ ένα ρυθμό σηκώνονται τα πόδια, μ’ ένα ρυθμό κατεβαίνουν — όλα μαζί σαν να ’ταν ένα πόδι.

Ο Γερμανός απ’ την φύση του κλίνει στην πει­θαρχία. Γεννιέται για να υπακούει, γι’ αυτό κι ο φασισμός που είναι η κατάργηση του ανθρώπου του ’ρχεται σαν γάντι. Ούτε ένα χιλιοστό δεν κάνουν λάθος τα χέρια που κουνιούνται. Γραφικότης. Κι οι αρβύλες γράφουν επάνω στην άσφαλτο την δόξα του στρατού αυτού που θεωρείται απ’ όλη την οικουμέ­νη τρομερός. Ένας γαυγίζει. Κι αρχίζει το τρα­γούδι:

Ο για-ία ο για-για ο για-ία ο για-για

Τι λένε;

Δε βαριέσαι — είναι ωραίοι! Βαρείς, βαθείς, τραχείς περνούν και τραγουδάνε. Κι είναι όλα μαζί ρυθμός, στρατός, τραγούδι, ύφος, όπλα κάτι το φο­βερό μαζί και κωμικό. Γιατί πώς το θέλεις, όταν τραγουδά ο άνθρωπος συνήθως γίνεται πιο άνθρω­πος. Βγαίνει το τραγούδι σαν έκφραση του συναισθηματικού σου κόσμου κι αντανακλά στον καθρέ­φτη του προσώπου σου κάτι απ’ την ψυχή σου. Κι εδώ δεν έβλεπες παρά μούτρα παγωμένα και τόσο εκφραστικά όσο κι οι μπότες. Τραγουδούσαν με δυο λόγια ντούροι σαν να ’χαν καταπιεί μπαστούνια.

Έβλεπαν οι Έλληνες. Κι αρχίσανε τα σχόλια. Λογιών λογιών κουβέντες άκουγες, γιατί ο καθένας σχολίαζε σύμφωνα με τον χαρακτήρα του και μετέ­φραζε τις εντυπώσεις του δεχόταν σε παρατηρήσεις. Είπε, λοιπόν, ο σαρκαστής:

— Σαν δυσκοίλιοι δεν είναι;

Κι είπε ο οικονομολόγος:

— Ακρίδα, κύριοι μου! Σκεφθείτε μονάχα τι πληρώνει η φτωχή Ελλάδα για να ταΐσει αυτούς τους βούβαλους. Μας φάγανε τα πάντα. Θα μας ψο­φήσουνε στην πείνα.

Είπε ο μακρόθυμος:

— Άσ’ τους. Θα τα πληρώσουν κάποτε.

Κι είπε ο φιλόσοφος:

— Έχει η ζωή γυρίσματα.

Για να συμπληρώσει ο μοιρολάτρης:

— Γραφτό μας ήτανε κι αυτό!

Αλλά μες στο τραμ βρισκότανε κι ο θαυμαστής. Ένας κύριος πολύ καθώς πρέπει και πολύ καλοθρεμμένος. Πρόσωπο ολοστρόγγυλο. Κομψός. Λιγάκι κοιλαράς. Άσπρο μεταξωτό πουκάμισο φο­ρούσε κι απ’ το τσεπάκι του πετούσε κάτασπρο μαντήλι. Έλληνας, βέβαια, αλλά παχύς κι ευτυχι­σμένος. Ούτε επρόσεχε τους άλλους επιβάτες ούτε κι άκουγε τις κουβέντες. Έκθαμβα ήταν τα μάτια του και παρακολουθούσαν με συγκίνηση το θέαμα του δρόμου. Τ’ αυτιά του τσιτωμένα. Στα χείλια του σορόπι. Ο ρυθμικός κρότος της μπότας που περνούσε γέμιζε την ψυχή του μ’ απέραντη ευδαι­μονία. Κρατούσε την πνοή του. Σαν χρόνια να πε­ρίμενε να δει τους Γερμανούς μες στην Αθήνα και τώρα που τους έβλεπε καμάρωνε, αγαλλιούσε κι ηδονιζόταν η ψυχή του. Κι άξαφνα γύρισε στους άλλους:

— Είναι στρατός όμως, ε;

Τον κοίταξαν.

— Έχουν μεγαλείον, τι τα θέλετε!

Κι επειδή κανείς δεν απαντούσε πήρε φόρα:

—Χαίρεσαι να τους βλέπεις, αδερφέ! Για κοίταξε πώς πάνε. Αυτό θα πει στρατός! Είναι με­γάλος λαός οι Γερμανοί. Αυτοί πρέπει να κυβερνούν τον κόσμο. Κοίτα, φίλε μου, τάξη, κοίτα ύφος, κοίτα πειθαρχία, κοίτα επιβάλλον, κοίτα αυτοπεποίθηση που έχουνε στη δύναμή τους, κοίτα σώματα.

Και κάποιος τότε κάγχασε.

Εκεί, λοιπόν, έγινε η Ιστορία. Περνούσε την στιγμή εκείνη έξω απ’ το σταματημένο τραμ μονά­χος του ένας λοχίας Γερμανός. Είδε τον Έλληνα που γέλασε και νόμισε πως κοροΐδευε την φάλαγ­γα που παρήλαυνε στο δρόμο. Πηδά στο τραμ. Α­πλώνει τις ποδάρες, τσαλαπατά τον κόσμο και φτάνει μ’ ένα σάλτο κατακόκκινος μπροστά στον άν­θρωπο. Ουρλιάζει:

— Γκελάεις, εσύ;

— Όχι…

— Γκελάεις!

Σηκώνει το ένα χέρι και το κατεβάζει με λύσσα, στο πρόσωπο του ανθρώπου. Σηκώνει και το άλλο. Χτυπά με μανία. Κι όσο χτυπά τόσο νευριάζει· κι όσο νευριάζει τόσο χτυπά και γαυγίζει και ξανα­χτυπά με σωστή αλλοφροσύνη. Κι ο άνθρωπος που δέρνεται είναι ένας πενηντάρης κύριος. Πάγος μες στο τραμ. Έντρομα τα μάτια όλων. Με σφιγμένη την ψυχή παρακολουθούμε τον ξυλοδαρμό του αδελφού. Έχει κατεβάσει το κεφάλι και δέχεται μ’ οδυνηρήν υποταγή τον εξευτελισμό. Κάτω απ’ τις βα­ριές χερούκλες του θηρίου το πρόσωπο τινάζεται μια δεξιά, μια αριστερά. Είναι κατακίτρινος. Οι δαχτυλιές μονάχα χαράζουν στο πρόσωπο του καίουσες γραμμές. Τ’ αυτιά του κατακόκκινα. Τα μάτια αλα­φιασμένα. Είναι η στιγμή που το ένστικτο της αυτοσυντήρησης πνίγει κι αυτό το αίσθημα του μί­σους. Τεράστια κρέμεται η κουμπούρα στο πλευρό του Γερμανού και ξέρει ο δύστυχος ότι οποιαδήπο­τε στιγμή θελήσει μπορεί να τον ξαπλώσει όπως ξαπλώνεις το σκυλί. Δικαίωμα του είναι. Λογαρι­ασμό δεν έχει να δώσει σε κανένα.

— Βαρούμ χαστ ντου γκελάχτ;

Και ξύλο.

— Βαρούμ;

Και ξύλο.

— Βαρούμ;

Λυσσάει. Φέρνει ο Έλληνας τα χέρια του στο πρόσωπό του για να φυλαχτεί. Αφρίζει, ο Γερμανός.

Κι αρχίζει τώρα τις κλωτσιές. Σηκώνει τις βαριές του μπότες και χτυπά στα πόδια, στα πλευρά, μες στην κοιλιά. Και συγχρόνως με τις παλάμες κατεβάζει βροχή γροθιές στα μούτρα του. Άσπροι γίνονται οι άντρες. Δαγκώνουν τα χείλια οι γυναί­κες. Κι είναι σαν να τρώμε όλοι ξύλο. Κάθε γρο­θιά που κατεβαίνει προσθέτει στην ψυχή κύμα οδύ­νης. Είναι ένα ολόκληρο έθνος που εξευτελίζεται ε­κείνη την στιγμή χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Μόνο που στα μάτια όλων λάμπει τώρα άγριο το μίσος. Και γεμίζει η ψυχή μ’ απέραντη πικρία. Τραυματισμένη βαριά η πιο στοιχειώδης ανθρώπι­νη αξιοπρέπεια ματώνει στο θέαμα αυτό σαν το θηρίο τ’ αλυσοδεμένο. Σφίγγονται τα δόντια. Γί­νονται κατακίτρινα τα πρόσωπα. Κόμποι στέκονται σ’ όλων τα λαρύγγια. Κι ο Γερμανός τραβά ηρωι­κά το άοπλο θύμα του απ’ το χέρι — ένα κουρέλι — του δίνει μια κλωτσιά, τον ρίχνει απ’ το τραμ, πέφτει από πίσω του κι εξακολουθεί να τον δέρνει και στον δρόμο. Ω πικρή που είναι η σκλαβιά! Φεύγει το τραμ

Βαριά σιωπή. Κι άξαφνα ακούεται μια φωνή: .

— Καλά να μας κάνουν!

Κατάπληξη. Γυρίζουν μερικοί:

— Τι είπατε, κύριε;

Επιμένει:

— Είπα, καλά να μας κάνουν.

Είναι ο έκθαμβος κύριος. Το επεισόδιο που παρακολούθησε κι αυτός στερέωσε τις πεποιθήσεις του για το μεγαλείο των Γερμανών και του είναι αδύνατο να κρατηθεί. Κάποιος τρέμει:

— Δεν είσθε Έλλην εσείς;

— Είμαι, κύριε.

— Δεν είδατε αυτό το θέαμα;

— Το είδα, κύριε.

— Και δεν επαναστάτησε η ψυχή σας;

— Όχι, κύριε. Γιατί τέτοια μας  χρειάζονται. Εμείς οι Ρωμιοί θέλομε βούρδουλα. Να μιλάω ε­γώ για τον γερμανικό στρατό κι αυτός να κοροϊδεύει. Ποιους; Τους Γερμανούς! Αυτούς που κατέ­κτησαν όλο τον κόσμο. Αλλά τέτοιοι είμαστε οι Βρομοέλληνες. Σηκωθήκαμε να τα βάλουμε μ’ ολό­κληρη την Γερμανία. Ελευθερία σου λέει. Τι να την κάνουμε την ελευθερία; Οι μικροί λαοί πρέπει να κυβερνώνται απ’ τους μεγάλους. Σας άρεσε τώρα το ξύλο; Όποιος κοτάει ας ξαναμιλήσει.

Ανοίγει μία μούντζα:

— Να βρε κερατά!

Τρελαίνεται εκείνος:

— Αναιδέστατε! Παλιάνθρωπε! Την ταυτότη­τα σου γρήγορα! Σταμάτα οδηγέ. Σταμάτα σου λέω, είμαι της γερμανικής υπηρεσίας (και φωνά­ζει προς τον δρόμο Γερμανούς περαστικούς) Καμεράντεν! Καρεράντεν! Σνέλ! Άιν κομμουνίστ!

Πάλι πάγος.

Δίνει ένα σάλτο και φεύγει αυτός που μούντζω­σε. Κι όσοι έμειναν στο τραμ νοιώθουμε ένα απέ­ραντο αίσθημα αηδίας μαζί με την σκλαβιά. Αλίμονο! Ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος. Οι Γερμανοί — αν θέλει ο Θεός — θα φύγουν ίσως κάποτε. Αυτοί όμως θα μείνουν…

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Γεγονότα. Leave a Comment »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: